14 Μαΐου 2012

Διόνυσος Σαώτης


ΔΙΟΝΥΣΙΑΚΩΝ ΕΒΔΟΜΟΝ

 Ἤδη δ' ἀενάοιο βίου παλιναυξέι καρπῷ
ἄρσενα θηλυτέρῃ γόνιμον σπόρον αὔλακι μίξας
ἄσπορον ἤροσε κόσμον Ἔρως, φιλότητος ἀροτρεύς·
καὶ φύσις ἐρρίζωτο, τιθηνήτειρα γενέθλης,
καὶ χθονὶ πῦρ κεράσασα καὶ ἠέρι σύμπλοκον ὕδωρ
ἀνδρομέην μόρφωσε γονὴν τετράζυγι δεσμῷ.
 ἀλλὰ βίον μερόπων ἑτερότροπος εἶχεν ἀνίη
ἀρχόμενον καμάτοιο καὶ οὐ λήγοντα μερίμνης.
καὶ Διὶ παμμεδέοντι δυηπαθέων γένος ἀνδρῶν
ἄμμορον εὐφροσύνης ἐπεδείκνυε σύντροφος Αἰών·
οὔ πω γὰρ τοκετοῖο λεχώια νήματα λύσας 

Βάκχον ἀνηκόντιζε πατὴρ ἐγκύμονι μηρῷ,
ἀνδρομέης ἄμπαυμα μεληδόνος· οὐ τότε λοιβὴ
ἠερίους ἐμέθυσσε πόρους εὐώδεϊ καπνῷ
οἰνοβαφής, στεφάνους δὲ θεῶν λειμωνίδι ποίῃ
θυγατέρες λυκάβαντος ἀτερπέες ἔπλεκον Ὧραι·
οἴνου γὰρ χρέος ἦεν· ἀβακχεύτου δὲ χορείης
ἡμιτελὴς ἀνόνητος ἔην χάρις· ἀγρομένων γὰρ
ὄμματα μοῦνον ἔθελγεν, ὅτε στροφάδεσσιν ἐρωαῖς
ὀρχηστὴρ πολύκυκλος ἑλίσσετο λαίλαπι ταρσῶν,
νεύματα μῦθον ἔχων, παλάμην στόμα, δάκτυλα φωνήν.  
 ἀλλὰ Διὸς πετάσας ἐπὶ γούνασι λευκάδα χαίτην
Αἰὼν ποικιλόμορφος, ἔχων κληῖδα γενέθλης,
ἱκεσίης ὀρέγων κεχαλασμένον ὁλκὸν ὑπήνης,
εἶχε λιτάς· δαπέδῳ δὲ καθελκομένοιο καρήνου
ἐκταδίην ἔθλιψε ῥάχιν κυρτούμενος αὐχήν·
καὶ ποδὸς ὀκλάζοντος ἀτέρμονα χεῖρα τιταίνων
ἀενάου βιότοιο γέρων ἐφθέγξατο ποιμήν·
 “Ζεῦ ἄνα, καὶ σὺ δόκευε κατηφέος ἄλγεα κόσμου·
οὐχ ὁράᾳς, ὅτι γαῖαν ὅλην οἴστρησεν Ἐνυὼ
ὥριον ἀμώουσα ταχυφθιμένης στάχυν ἥβης;
οὔ πω λείψανα κεῖνα παρήλυθεν, ἐξότε φωτῶν
ἔκλυσας ἔθνεα πάντα, καὶ ἠερίου ῥόος ὄμβρου
αἰθέρα κυμαίνων ἐπεπάφλασε γείτονι Μήνῃ.
χαιρέτω ὠκυμόρων μερόπων βίος, ὧν ἐπὶ πότμῳ
οὐρανίους οἴηκας ἀναίνομαι· οὐκέτι κόσμου
πεῖσμα κυβερνήσω· μακάρων δέ τις ἄλλος ἀρείων
πηδάλιον βιότοιο παλιννόστοιο δεχέσθω·
ἄλλος ἐμῶν ἐτέων ἐχέτω δρόμον· αἰνοπαθὲς γὰρ
οἰκτείρων ἐμόγησα πολυτλήτων γένος ἀνδρῶν.
ἄρκιον οὐ πέλε γῆρας, ὅ περ νεότητα μαραίνει  
καὶ βραδὺν ἄνδρα τίθησι κάτω νεύοντι καρήνῳ,
κυφὸς ὅτε τρομερῇσι περισσοπόδεσσι πορείαις
γηροκόμῳ βαρύγουνος ἐρείδεται ἠθάδι βάκτρῳ·
ἄρκιος οὐ πέλε πότμος, ὃς ἔκρυφε πολλάκι Λήθῃ
νυμφίον ἀρτιχόρευτον ὁμόστολον ἥλικι νύμφῃ,
συζυγίης ἀλύτοιο φερέσβια πείσματα λύσας.
οἶδα μέν, ὡς ἐρόεις πέλεται γάμος, ἧχι λιγαίνει
Πανιάδος σύριγγος ὁμόθροος αὐλὸς Ἀθήνης· 


ἔμπης, ποῖον ὄνειαρ, ὅτε ζυγίῳ παρὰ παστῷ
ἑπτατόνου φόρμιγγος ἀράσσεται ὄρθιος ἠχώ;
πηκτίδες οὐ λύουσι μεληδόνας· ἀλλὰ καὶ αὐτὸς
νυμφιδίην ἀχόρευτος Ἔρως ἀπεσείσατο πεύκην
τερπωλῆς χατέοντας ὀπιπεύων ὑμεναίους.
ἀλλὰ πολυκμήτων μερόπων ἐπίληθον ἀνίης
φάρμακον ἐρρίζωτο βιοσσόον· οὐράνιον γὰρ
οὐκ ὄφελέν ποτε κεῖνο πίθου κρήδεμνον ἀνοῖξαι
ἀνδράσι Πανδώρη γλυκερὸν κακόν. ἀλλὰ καὶ αὐτὸς
ἀνδρομέης κακότητος ἐπαίτιός ἐστι Προμηθεύς,
ὃς μογερῶν μερόπων ἐπικήδεται· ἀρχεκάκου γὰρ
ἀντὶ πυρὸς γλυκὺ νέκταρ, ὅ περ μακάρων φρένα τέρπει,
κλέψαι μᾶλλον ὄφελλε καὶ ἀνδράσι δῶρον ὀπάσσαι,
ὄφρα τεῷ σκεδάσειε ποτῷ μελεδήματα κόσμου.   

ἀλλὰ λιπὼν βιότοιο πολυφλοίσβοιο μερίμνας
σὰς τελετὰς σκοπίαζε κατηφέας· ἦ ῥά σε θέλγει
ἀσπόνδων θυέων ἀνεμώλιος ἀτμὸς ἀλήτης;”
 ὣς φαμένοιο γέροντος ἐπὶ χρόνον ἔμφρονι σιγῇ
μῆτιν ἑὴν ἐλέλιζεν ἀτέρμονα μητίετα Ζεύς·
καὶ φρενὸς ἡνία λῦσεν ἐπασσυτέρῃσι δὲ βουλαῖς
ἐγκεφάλου γονόεντος ἐδινεύοντο μενοιναί.
καὶ Κρονίδης Αἰῶνι θεηγόρον ἴαχε φωνὴν
ἄξονος ὀμφήεντος ὑπέρτερα θέσφατα φαίνων·
 “ὦ πάτερ, ἀενάων ἐτέων αὐτόσπορε ποιμήν,
μὴ νεμέσα· βροτέη γὰρ ἀώριος οὔ ποτε λήγει
πληθομένη μινύθουσα φύσις, μίμημα σελήνης.
νέκταρ ἔα μακάρεσσι, καὶ ἀνδράσιν ἄλκαρ ἀνίης
αὐτοχύτῳ γλυκὺν οἶνον ἐοικότα νέκταρι δώσω,
ἄλλο ποτὸν μερόπεσσιν ἐφάρμενον· ἀρχέγονος δὲ
ἄχνυται εἰσέτι κόσμος, ἕως ἕνα παῖδα λοχεύσω.
τίκτω ἐγὼ γενέτης, καὶ τλήσομαι ἄρσενι μηρῷ
θηλυτέρας ὠδῖνας, ὅπως ὠδῖνα σαώσω.
χθιζὰ μὲν εὐρυάλωος ἐμῆς ὑπὸ νεύματι Δηοῦς
γαῖα χαρασσομένη σταχύων μνηστῆρι σιδήρῳ
ξηρὸν ἀμαλλοτόκοιο λοχεύσατο καρπὸν ἀρούρης·
ἤδη δ' ἀγλαόδωρος ἐμὸς πάις ἐν χθονὶ πήξει
ὑγρὸν ἀκεσσιπόνοιο θυώδεα καρπὸν ὀπώρης,
νηπενθὴς Διόνυσος, ἀπενθέα βότρυν ἀέξων,  
ἀντίπαλος Δήμητρι· καὶ αἰνήσεις με δοκεύων
ἄμπελον οἰνοτόκοισιν ἐρευθιόωσαν ἐέρσαις
εὐφροσύνης κήρυκα, καὶ ἀγρονόμους παρὰ ληνῷ
ποσσὶ βαρυνομένοισιν ἐπιθλίβοντας ὀπώρην,
Βασσαρίδων δὲ φάλαγγα φιλεύιον ὑψόθεν ὤμων
ἄπλοκον αἰθύσσουσαν ἐς ἠέρα λυσσάδα χαίτην·
καὶ φρένα βακχεύσαντες ἀμοιβαίοισι κυπέλλοις
πάντες ἀνευάξουσιν ἐπ' εὐκελάδοιο τραπέζης
ἀνδρομέης Διόνυσον ἀλεξητῆρα γενέθλης.
τοῦτον ἀεθλεύσαντα μετὰ χθόνα σύνδρομον ἄστρων...


 
Διονυσιακών έβδομον

Η έβδομη ραψωδία τραγουδά την ικεσία του Λευκομαλλου Αιώνα, τη Σεμέλη, τον έρωτα του Δία και το παράνομο κρεβάτι.

Ηδη ο Ερωτας έσπειρε τον άσπαρτο κόσμο αναμιγνύοντας τον αρσενικό γόνιμο σπόρο στο θηλυκό αυλάκι, με  τον καρπό της αιώνιας ζωής, που αναγεννιέται, της αγάπης ο γεωργός. Και η φύση ρίζωσε, η τροφός της νέας γενιάς, αναμειγνυοντας τη φωτιά με τη γή και συμπλέκοντας το νερό με τον αέρα διαμόρφωσε μ΄αυτήν την τεταρπλή ένωση το γένος των ανθρώπων.
Αλλά ή θλίψη βασάνιζε με πολλούς τρόπους τη ζωή των ανθρώπων που ξεκινούσε με πόνο και χωρίς να τελειώνουν οι έγνοιες.
Στον κυρίαρχο όλων, το Δια το γένος των πανάθλιων ανθρώπων, που δεν έβρισκε χαρά παρουσίασε ο σύντροφός του ο Αιών.
Γιατί ο πατέρας μην έχοντας λύσει τα νήματα της εγκυμοσύνης με τοκετό δεν εξακόντιζε ακόμα το Βάκχο, που εγκυμονούσε στο μηρό του, την παρηγοριά του ανθρώπινου καημού. Τότε τα περάσματα του αέρα δεν μέθυσε το κρασοκόκκινο θυμίαμα με ευωδιαστό καπνό, ενώ στεφάνια για τους θεούς με τα χορτάρια των λιβαδιών έπλεκαν οι κόρες του έτους, οι Ώρες, χωρίς χαρά.
Γιατί υπήρχε ανάγκη για κρασί. Του χορού χωρίς κρασί η χαρά ήταν μισή και μάταιη…

Γιατί τα μάτια των συμποσιαστών τρέπονται  μόνο, όταν με ορμητικές στροφές στριφογύριζε  με πολλούς κύκλους κάποιος χορευτής μέσα σε λαίλαπα , χοροπηδητού, μιλώντας  με νεύματα, το χέρι για στόμα και τα δάχτυλα για  φωνή. Αλλά αφού πέταξε στα γόνατα του  Δία  τη λευκή  χαίτη του, ο ποικιλόμορφος Αιών, κρατώντας τα κλειδιά της ανθρώπινης γενιάς, απλώνοντας την ικετευτική του γενειάδα παρακαλούσε. Στο δάπεδο σέρνοντας την  κεφαλή του μακριά, έκανε τη ράχη του να πονά κάμπτοντας τον αυχένα του και με λυγισμένα γόνατα, απλώνοντας τα  μακριά του χέρια είπε ο  βοσκός γέροντας της αιώνιας ζωής :  
Δία, βασιλιά, κοίτα και συ τα πάθη του σκοτεινιασμένου κόσμου. Δε βλέπεις,  ότι η Ἐνυὼ ( γαρ ο δαίμων τὶς προστάτης τοῦ πολέμου, σύντροφος του Αρη ). χτύπησε όλη τη γή κόβοντας τον ανθό της νιότης, που καταστρέφεται γρήγορα Δε χάθηκαν ακόμα τα απομεινάρια εκείνα, από τότε που όλα τα έθνη των ανθρώπων κατέκλυσες και το ρεύμα της ουράνιας βροχής , σηκώνοντας κύματα στον αέρα, πάφλασε στη γειτονική Σελήνη. Η ζωή χαιρέτησε τους ανθρώπους, που πεθαίνουν γρήγορα, γι' αυτή τη μοίρα που τους χτύπησε αρνούμαι το τιμόνι του ουρανού, δε θα κυβερνήσω πια το παλαμάρι του κόσμου. Κάποιος άλλος από τους  μακάριους  θεούς, πιο δυνατός, ας δεχθεί το πηδάλιο της ζωής, που αναγεννιέται.  Άλλος ας πάρει το δρόμο μου των τόσων χρόνων.  Κουράστηκα να θρηνώ το κακότυχο γένος  των πολυβασανισμένων ανθρώπων.


Δεν είναι αρκετά γι' αυτούς τα γηρατειά, που μαραίνουν τη νεότητα και κάνουν τον άντρα αργό και με σκυμμένο κε­φάλι,  καμπούρης πια, με βαριά πόδια στηρίζεται στο γνωστό μπαστούνι που τον γηροκομεί και έχει τρία πόδια στη δύσκολη πορεία του. Δεν του είναι αρκετός  ο  θάνατος, ο οποίος κρύβει  στη Λήθη πολλές φορές γαμπρό νιόπαντρο, σύντροφο με  συνομήλικη κόρη, που λύνει τα ζωοφόρα δεσμά του  άλυτου συζυγικού βίου. Γνωρίζω καλά, πόσο γλυκός είναι " , ο γάμος όταν  παίζει ο αυλός της Αθηνάς στον ίδιο τόνο με τη  φλογέρα του Πάνα. Ωστόσο, ποιο το όφελος, όταν η όρθια  ηχώ  της  εφτάτονης κιθάρας ακούγεται κοντά στη συζυγική  κλίνη;  Τα  όργανα δε σταματούν τα βάσανα.  Αλλά και ο Έρωτας χωρίς  χορό πετά μακριά τη γαμήλια λαμπάδα,  γιατί κατανοεί ότι οι γάμοι ζητούν την τέρψη. Αλλά για τους πολυβασανισμένους ανθρώπους, της στενοχώριας   λησμονιά, ένα φάρμακο σωτήριο ρίζωσε.



 Μακάρι η Πανδώρα , το γλυκό κακό για τους ανθρώπους, ποτέ να μην είχε ανοίξει εκείνο το ουράνιο σκέπασμα του πιθαριού. Αλλά και ο ίδιος ο Προμηθέας, που φροντίζει για τους βασανισμένους ανθρώπους, είναι υπαίτιος της ανθρώπινης δυστυχίας.  Περισσότερο θα χρησίμευε αντί για  τη  φωτιά - που στάθηκε η αρχή του κακού - το γλυκό νέκταρ  να κλέψει το οποίο ευφραίνει την ψυχή των θεών και να το  χαρίσει στους ανθρώπους  για να διασκεδάσει με το με το ποτό σου τα βάσανα του κόσμου. Αλλά εγκαταλείποντας  τις έγνοιες της πολυκύμαντης ζωής εξέτασε τις κακόκεφες τελετές σου. Στ' αλήθεια σε ευχαριστεί να ανεβαίνει ο αγύρτης αέρας άδειος από άσπονδες θυσίες;
Έτσι  αφού μίλησε ο γέροντας μέσα σε μακρόχρονη βαθιά σιωπή που κινούσε την αιώνια σκέψη του ο πάνσοφος Δίας.
Έλυσε τα ηνία του μυαλού του. Οι έγνοιες κινούνταν σε δίνη ενώ το μυαλό γεννούσε τη μια σκέψη μετά την άλλη. Ο Κρονίδης έβγαλε τη θεική φωνή του στον Αιώνα, φανερώνοντας  τις απόκρυφες μαντείες του προφητικού άξονα: «Πατέρα, ποιμένα αυτοδημιούργητε των ασταμάτητων χρόνων  μην αγανακτείς. Γιατί η ανθρώπινη φύση δε σταμάτα ποτέ  αυξανόμενη και σβήνεται σαν τη Σελήνη. Άφησε το νέκταρ  στους θεούς και θα δώσω άλλη προστασία  από τη στεναχώρια  στους ανθρώπους γλυκό κρασί, που να μοιάζει με  νέκταρ που χύνεται μόνο του. Ένα άλλο ποτό που αρμόζει στους  ανθρώπους.  


Από τις αρχές της ανθρώπινης γενιάς ο κόσμος ακόμη θλίβεται, μέχρι να γεννήσω ένα γιό. Εγώ θα του δώσω τη ζωή και θα το γεννήσω, και θα  υποφέρω τις  θηλυκές ωδίνες του τοκετού στον αρσενικό μηρό μου για να σώσω τη γέννα. Χθες κάτω από τα νεύματα της Δηώς της κυράς των αλωνιών η γη χαρασσόμενη από τους μνηστήρες του σιδήρου γεννούσε ξερό  καρπό που παρήγαγε στάχυα. Ηδη ο γιός  λαμπρό δώρο θα μπήξει στη γή τον υγρό καταπραϋντικό, ευωδιαστό καρπό ενός φυτού, ο Διόνυσος που δεν πενθεί ποτέ, παυσίλυπο  σταφύλι  φέρνοντας, ο αντίπαλος της Δήμητρας.



 Και θα με υμνήσεις  βλέποντας την άμπελο, τη μάνα του κρασιού να κοκκινίζει ολόδροση, κήρυκας της χαράς και κοντά στο πατητήρι να συνθλίβουν με τα βαριά τους πόδια το φυτό  και την παρέα των Βασσαρίδων με φωνές να σείει ψηλά στους ώμους την ξέπλεκη χαίτη που ανεμίζει  σαν τρελή. Και με μεθυσμένα τα αμοιβαία  κύπελλα όλοι θα κάνουν πρόποση στα πολύβουα τραπέζια για το Διόνυσο, το σωτήρα της ανθρώπινης γενιάς


συνεχίζετε...

27 Απριλίου 2012

έστι ρίζωμα των πάντων


Scholia In Aristophanem, Scholia in nubes (scholia vetera)
Argumentum-dramatis personae-scholion sch nub, verse 265a, line 1

<λαμπρός τ' Αἰθήρ> R: ἰδίως τὸ τοῦ ἡλίου φῶς αἰθὴρ καλεῖται
ἀπὸ τοῦ αἴθειν, ὅ ἐστι πυροῦν· RVMatr θερμὸς γὰρ ὁ ἥλιος καὶ διάπυρος.
Scholia In Aratum, Scholia in Aratum (scholia vetera)
Scholion 926, line 2

ὁ αἰθὴρ σφόδρα ἐστὶ διάπυρος, ὅθεν καὶ ὠνόμασται, παρὰ τὸ αἴθω.
Lexicon Artis Grammaticae, Lexicon artis grammaticae (e cod. Coislin. 345)
Page 431, line 1

<
Αἰθήρ>: ὁ ἐν τῷ ὕψει ἀήρ.

Lexica Segueriana, Collectio verborum utilium e differentibus rhetoribus et sapientibus multis (Σ<b>) (recensio aucta e cod. Co
Alphabetic entry alpha, page 43, line 25
<αἰθήρ>: ὁ ἐν ὕψει ἀήρ, ὁ ἐπάνω τοῦ ἀέρος καιόμε νος ὑπὸ τοῦ ἡλίου.
<αἰθόμενος>: καιόμενος.


Η σύνδεση του αιθέρα με το λαμπρό και θερμό φως του ηλίου και τις ιδιότητές του να καίει και να λάμπει ή να αντιφεγγίζει, να λαμπιρίζει. Η φωτοφάνεια και η γυαλάδα  και η λάμψη και η πύρωση …
Και μόνο το ότι ο Διόνυσος κοινωνεί του αιθέρος του χαρίζει το χρώμα του αιθόμενου και του καιόμενου. Και η Σεμέλη είναι αυτή που όχι μόνο καίγεται αλλά και πεθαίνει από το «κάψιμο» του κεραυνού του Διός

Scholia In Oppianum, Scholia et glossae in cynegetica (scholia vetera et recentiora)
Book 1, scholion 220, line 1

Αἰθήρ· λαμπηδών.

Λαμπηδών (η λατινική Scintilla ) Λάμψη, αίγλη, αιγλοβολία, ακτινοβολία, αναλαμπή, ανταύγεια, αντιλάμπισμα, αντιφέγγισμα, απαύγασμα, αστραποβόλημα, γυάλαδα, λαμποκόπημα, λαμπρότητα, λαμπύρισμα, μαρμαρυγή, σελαγισμός, σπινθηρισμός, στίλβη, στίλβωμα, στίλβη, φεγγοβόλημα, φέγγος, φωτοφάνεια…

Ο Ζεύς είναι ο ίδιος ο ΑΙΘΗΡ, το ηγεμονικόν, το λογικόν (το ανήκων στον Λόγο)  του κόσμου,  ο ίδιος ο Λόγος ο διοικών τα πάντα και το λογικόν (το ανήκων στο λόγον, το μετέχων του λόγου, το ομιλών, το ρητορικό, το της λογικής, το σκεπτικό, αυτό που έχει  τη δύναμη συλλογισμού)  του κόσμου (κόσμος = κόσμημα, στολιδι, ευκοσμία, τάξη, διάταξη, κατασκευή, κτίση, οικουμένη, ανθρώπινο γένος κλπ)


Scholia In Homerum, Scholia in Iliadem (scholia vetera)
Book of Iliad 15, verse 192-3, line of scholion 12

Ζεὺς οἱ μὲν αἰθήρ, οἱ δὲ ὁ διοικῶν τὰ πάντα  
λόγος, οἱ δὲ τὸ ἡγεμονικὸν τοῦ κόσμου.

Scholia In Homerum, Scholia in Iliadem (scholia vetera)
Book of Iliad 16, verse 233b, line of scholion 4

                  <τηλόθι> δὲ <ναίων,> ἐπειδὴ ὁ αἰθὴρ ἄποθεν ἡμῶν·
Ζεὺς γάρ ἐστιν ἡ τοῦ κόσμου ψυχὴ ἀεροειδὴς οὖσα.


Ο αιθήρ, από μακριά από μας,  ο Ζεύς η ψυχή του κόσμου η αεροειδής,  η όμοια με τον αέρα, η αέρινη, η ομιχλώδης και η ομιχλιασμένη, η καταχνιασμένη…

Ο Αιθέρας θεωρείτε το  5ο στοιχείο, ή Πεμπτ+ουσία των αλχημιστών, έβγαινε προοδευτικά από τα τέσσερα: Στην αρχή τό "Ενα, έπειτα τό Δυό Αντίθετα, μετά οί Τρεις Αρχές καί τέλος τά Τέσσερα Στοιχεία. Χώρισε το καθαρό από το ακάθαρτο, απαλά και με κρίση, και θά αποκτήσεις έτσι τήν Πεμπτουσία, τό Γιό τού "Ηλιου. Παρόμοια σημειώστε τήν προοδευτική εξέλιξη: πέτρα, φυτό, ζώο, άνθρωπος, Θεός

Στην ορφική φιλοσοφία όμως « μονὰς μὲν ὁ αἰθὴρ, δυὰς δε  τὸ χάος, τριὰς δε τὸ ᾠὸν (τέλειον γάρ ἐστι), τετρὰς δε  ὁ Φάνης“!

Κυρίως όμως γιατί, σύμφωνα  με τον Πρόκλο «Εις τον Τίμαιον Πλάτωνος, 3.208.30 – 3.209.14», «Πατήρ είναι ο Αιθέρας, ο μεν πρώτος από του Ενός προελθών·
Πατήρ-Ποιητής είναι ο κατά υπόδειγμα Θεός, «τον οποίο πρωτόγονον (=πρωτογέννητο) Φάνητα αποκαλούν οι μακάριοι Θεοί» [Ποιητής-Πατήρ είναι ο Ζευς, ο οποίος αποκαλεί τώρα τον εαυτό του «ποιητή και πατέρα των έργων», όπως θα έλεγαν οι Ορφικοί·
Ποιητής μόνο είναι ο αίτιος της μεριστής δημιουργίας, όπως θα έλεγαν οι ίδιοι, δηλ. ο Διόνυσος.

Proclus Phil., In Platonis Timaeum commentaria
Volume 1, page 176, line 13

...'Orfikîj [frg. 52], Ð a„q¾r toà c£ouj, œn te to‹j prÕ toà
kÒsmou qeo‹j toàton tÕn trÒpon aƒ diairšseij ™piteloàn-
tai kaˆ ™n to‹j ™gkosm…oij ¥cri tîn ™sc£twn· ™ke‹ mn g¦r
ØpÕ t¾n ˜tšran ¢rc¾n tÕ sunocikÒn, tÕ dhmiourgikÒn, ØpÕ
d t¾n ˜tšran tÕ gennhtikÒn, tÕ zJogonikÒn, ™ntaàqa d
ØpÕ mn t¾n mon£da tÕ 'OlÚmpion gšnoj...
 
Ο Αιθέρας αποτελεί αντικείμενο μελέτης και κατανόησης από αρχαιοτάτων χρόνων. Μέσα στους αιώνες έχει γίνει αποδεκτός, έχει αναφερθεί ως ανυπόστατος, έχει αποδειχθεί μαθηματικά, έχει αμφισβητηθεί από την φυσική. Τέλος, κάποιοι που τον κατέρριψαν, τελικά, αναθεώρησαν όπως ο Αϊνστάιν.
Για τους Αρχαίους Έλληνες ο Αιθέρας ήταν μία από τις πρωταρχικές θεότητες Για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε καλύτερα την «ποιότητά» του  θα πρέπει να εντρυφήσουμε σε Αριστοτέλη, Ευριπίδη, Εμπεδοκλή, Πλάτωνα και πολλούς άλλους Αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους. Κυρίως όμως στα Ορφικά Κείμενα και την Ορφική Θεογονία.


Proclus Phil., In Platonis Parmenidem
Page 1121, line 27

 Ἀλλὰ περὶ μὲν τῶν τοῦ ἀπείρου τάξεων εἰ-
ρήσθω τοσαῦτα· τὴν δὲ τοῦ πέρατος σειρὰν
ταύτῃ συμπροϊοῦσαν ἄνωθεν ἐπισκεπτέον. Δύο
γὰρ ταύτας αἰτίας ἅμα παρήγαγεν ὁ θεὸς,
πέρας καὶ ἄπειρον, ἢ εἰ βούλει λέγειν ἡμᾶς
Ὀρφικῶς, <αἰθέρα> καὶ <χάος>. Τὸ μὲν γὰρ
ἄπειρον χάος ἐστὶν, ὡς χωρητικὸν πάσης δυνά-
μεως καὶ πάσης ἀπειρίας, καὶ ὡς περιληπτι-
κὸν τῶν ἄλλων, καὶ οἷον τῶν ἀπείρων τὸ ἀπει-
ρότατον· τὸ δὲ πέρας ὁ αἰθὴρ, ὅτι καὶ οὗτος ὁ
αἰθὴρ τὰ πάντα περατοῖ καὶ μετρεῖ.

Τα χαρακτηριστικά και οι ιδιότητες του Aιθέρος είναι:  διεισδυτικότατος, ταχύτατος, εξ ουρανού προερχόμενος, πυρ καθαρό, φύση ελαφρότατη, άπειρος, κυκλοφορητικός.

Ο Χρόνος γέννησε τον Αιθέρα, το Χάος, το Έρεβος και στην συνέχεια το Κοσμικό Αυγό από το οποίο φανερώθηκε ο Φάνης  και το Σύμπαν μας.

Το δε Χάος αποτελεί το σύνολο  του περιεχομένου του Κοσμικού Αυγού Κατά συνέπεια, ο κόσμος μας και όλο το Σύμπαν μας «υπάρχει» στην αγκαλιά του Αιθέρα.

Ο Δαμάσκιος περιγράφει το ορφικό σχήμα των πρώτων Αρχών, όπως αυτό ερμηνεύεται από τον Πρόκλο. Ο Χρόνος αποτελεί την πρώτη Αρχή. Απ΄αυτόν προέρχονται ο Αιθήρ και το Χάος . Και οι δύο αυτές αρχές ο Αιθέρας και το Χάος στο ερμηνευτικό σχήμα του Πρόκλου δηλώνουν το Πέρας και το Άπειρο αντίστοιχα.

Proclus Phil., In Platonis rem publicam commentarii
Volume 2, page 138, line 14

<Αἰθέρα μὲν Χρόνος οὗτος ἀγήραος, ἀφθιτόμητις
 γείνατο καὶ μέγα χάσμα πελώριον ἔνθα καὶ ἔνθα.>
καὶ μικρὸν ὕστερον·

Όπως είδαμε και παραπάνω
« Ο Ζευς ονομάζεται και Αιθήρ»  οπότε, και σύμφωνα με την όλη Ορφική Θεολογία, μία εκ των ιδιοτήτων του  Αιθέρος είναι η γέννηση.

Όμως στην αφήγηση των  Ορφικών Αργοναυτικών το Χάος παρουσιάζεται ως η πρώτη Αρχή, ο Κρόνος /Χρόνος είναι η πρώτη οντότητα-Αρχή η οποία αυτό-αναπαράγεται πιθανότατα μέσα στους κόλπους του Χάους


Orphica, Argonautica
Line 14

ἀρχαίου μὲν πρῶτα χάους ἀμέγαρτον ἀνάγκην
καὶ Κρόνον ὃς ἐλόχευσεν ἀπειρεσίοισιν ὑφ' ὁλκοῖς
Αἰθέρα καὶ διφυῆ περιωπέα κυδρὸν Ἔρωτα
Νυκτὸς ἀειγνήτης πατέρα κλυτόν· ὃν ῥα Φάνητα
ὁπλότεροι καλέουσι βροτοί· πρῶτος γὰρ ἐφάνθη·

Του αρχαίου χάους – θα τραγουδήσω- πρώτα την ακαταμάχητη ανάγκη, και τον Κρόνο,  πως μέσα στους κόλπους τους απέραντους εγέννησε τον Αιθέρα και τον αρσενικοθήλυκο, με την πύρινη την όψη, τον μεγαλόπρεπο τον Έρωτα, της Νύχτας της αθάνατης τον ξακουστό πατέρα, που οι νεότεροι θνητοί Φάνη αποκαλούνε, γιατι πρώτος αυτός εφάνηκε.

Η παρουσίαση του Αιθέρος και του Φάνη ως γεννημάτων του Χρόνου μπορεί να παραλληλιστεί και με την εκδοχή του Δαμάσκιου στο «περί των Πρώτων Αρχών», περί κοινής «αδελφικής» προέλευσης τους από τον Χρόνο :
 
Damascius Phil., De principiis
Volume 1, page 111, line 19

Καὶ γὰρ <Ὀρφεύς>·
          ἔπειτα δ' ἔτευξε μέγας Κρόνος αἰθέρι δίῳ  ὠεὸν ἀργύφεον.  

Προσπάθειες ερμηνείας των πρώτων Αρχών και της δημιουργίας και  παρουσιάσης των μέσα από τα κείμενα των συγγραφεων. ‘Εννοιες όπως Χρόνος, Χάος, Αιθέρας, Φάνης, Ερωτας κλπ

Όπου Χάος θα μπορούσε να συμβολίζει το Αχανές και ο «τόπος» όπου δεν έχει όριο, ούτε πυθμένα, ούτε σταθερή βάση, ο α-σταθής – σε διαρκή κίνηση, και άπειρος και ακαθόριστος…

Η θέση του Πρόκλου περί της γένεσης του αυγού-Φάνη μόνο από τον Αιθέρα πιθανότατα μέσα στο Χάος θα μπορούσε να ισχύει βάσει του ορφικού στίχου τον οποίον ο ίδιος παραθέτει : « Ο Φάνης … περικαλλεος Αιθέρος υιός»

Proclus Phil., In Platonis Timaeum commentaria
Volume 1, page 434, line 3

<Ὀρφεῖ> [frg. 58] κατὰ ταύτην τὴν  
τάξιν νοερῶς ἐκφαίνεται, ὡς τοῦ κάλλους ἤδη προόντος ἐν
τοῖς νοητοῖς τοῖς πρώτοις ἡνωμένως καὶ συνεχῶς ὁ Φάνης
     <περικαλλέος Αἰθέρος υἱὸς>
ὀνομάζεται καὶ <ἁβρὸς Ἔρως>...



Ο Πρόκλος παρουσιάζει την επί ίσοις όροις την συμμετοχή του Αιθέρα αλλα και του Χάους, στην γένεση αυτή

ἦν δὲ τὸ ὠὸν ἐκεῖνο τοῦ τε Αἰθέρος ἔγγονον καὶ τοῦ Χάους,
ὧν ὃ μὲν κατὰ τὸ πέρας ἵδρυται τῶν νοητῶν, τὸ δὲ κατὰ
τὸ ἄπειρον· ὃ μὲν γάρ ἐστι ῥίζωμα τῶν πάντων, τῷ δὲ
<οὐδὲν πεῖραρ ὑπῆν>

Δηλ.  είναι εκείνο το αυγόν απόγονος του Αιθέρα και του Χάους και απ΄ αυτά (από τον Αιθέρα και το Χάος) ο Αιθέρας τοποθετήθηκε σύμφωνα με το όριο των νοητών πραγμάτων, ενώ το Χάος σύμφωνα με το Απειρο. Διότι ο Αιθέρας ήταν η ΡΙΖΑ/ ΤΟ ΓΕΝΟΣ των ΠΑΝΤΩΝ, ενώ στο Χάος δεν υπήρχε κανένα όριον.


Επιπλέον στο παραπάνω κείμενο ο Πρόκλος ορίζει τον ΑΙΘΕΡΑ ως το ΡΙΖΩΜΑ, την ΑΡΧΙΚΗ ΠΗΓΗ (Αιτία) προέλευσης των πάντων, ενώ στα έργα στον Πλατωνικό διάλογο του Παρμενίδη  και στο  έργο του σχόλια «Εις Κρατύλον» αποδίδει τον ίδιο ρόλο στον ΧΡΟΝΟ όπως και ο Ορφεύς, δηλαδή παρουσιάζουν ως την πρώτην πάντων αιτίαν και την καλούν ως ΧΡΟΝΟΝ.

Proclus Phil., In Platonis Parmenidem
Page 1224, line 33

αὶ Ὀρφεὺς <χρόνον> ἀποκαλεῖ τὸ πρώτιστον. Μὴ
χρόνος μὲν οὖν ἐστιν ἵνα μὴ μέχρι ψυχῶν καὶ
ὅλως τῶν κινουμένων ἡ ἀπ' αὐτοῦ καθήκῃ τε-
λειότης τὰ γὰρ αἰώνια κρείττω τῶν κατὰ χρό-
νον ἐνεργούντων ἐστὶ, καὶ οὐ τῶν μὲν χειρόνων
ἐστὶν ὑποστατικὸν, τῶν δὲ κρειττόνων ἀναί-
τιον. ...
<Χρόνος> δὲ ὑπὸ Ὀρφέως ὀνομάζεται
κατὰ δή τινα θαυμαστὴν ἀναλογίαν· <γενέσεις>
γὰρ ὁ θεολόγος τῶν ἀγεννήτων μυστικὰς πα-
ραδοὺς, καὶ τὸ αἴτιον τῆς ἐκφάνσεως τῶν
θείων <χρόνον> συμβολικῶς ὠνόμασεν· ὅπου
γὰρ γένεσις, ἐκεῖ καὶ χρόνος· 


Proclus Phil., In Platonis Cratylum commentaria
Section 109, line 4

Ὅτι τὸν Κρόνον διὰ τὸ ἀμέριστον αὐτοῦ καὶ ἑνι-
αῖον καὶ πατρικὸν καὶ ἀγαθουργὸν ἐν τοῖς νοεροῖς εἰς ταὐ-
τόν <τινες> ἄγουσι τῇ μιᾷ τῶν πάντων αἰτίᾳ, οὐ καλῶς λέγον-
τες· ἀναλογεῖ γὰρ αὐτῇ μόνον, ὡς καὶ <Ὀρφεὺς> (frg 50) τὴν
πρώτην πάντων α
ἰτίαν Χρόνον καλεῖ ὁμωνύμως σχεδὸν τῷ
Κρόν
ῳ,

Όπου γέννηση εκεί και ο Χρόνος…

Και σκέφτομαι την ικεσίαν του λευκόμαλλου Αιώνα – ικεσίην πολιήν Αιώνος αείδει και Σεμέλην και ‘Ερωτα του Διός και φώριον ευνήν -
στα Διονυσιακά του Νόννου…

Συνεχίζετε…
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...