Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βάκχος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βάκχος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

11 Δεκεμβρίου 2020

εἰμὶ δ' ἐγὼ μέσση τε θεῶν, εἰποῦσα, μέσση τε ἀνθρώπων

 Η σύνδεση των Σιβυλλων και των Βάκχων (Βάκχιδων) και δύο ονόματα Βάκις και Σίβυλλα συναντώνται σπάνια στα κείμενα και είναι τόσο στενά συνδεδεμένα, καθώς και στις δυο περιπτώσεως είναι γυναίκες που εν μέσω έκστασης προφητεύουν τα μελλούμενα. Ο κατάλογος των μάντεων κλίνει με μια ιστορική φιγούρα που ερμήνευε σωστά τους χρησμούς.

Callimachus Philol., Iambi
Fragment 195, line 31

 …ἐγὼ Βάκις τοι καὶ Σίβυλλα [καὶ] δάφνη

καὶ φηγός. ἀλλὰ συμβαλεῦ̣

τᾤνιγμα, καὶ μὴ Πιτθέως ἔχε χρείην·

....]τι καὶ κωφεῖ λόγος.

 

Clemens Alexandrinus Theol., Stromata 

Book 1, chapter 21, section 108, subsection 1, line 1

  Καὶ οὔτι γε μόνος οὗτος, ἀλλὰ καὶ ἡ Σίβυλλα Ὀρφέως παλαιο-

τέρα· λέγονται γὰρ καὶ περὶ τῆς ἐπωνυμίας αὐτῆς καὶ περὶ τῶν

χρησμῶν τῶν καταπεφημισμένων ἐκείνης εἶναι λόγοι πλείους, Φρυ-

γίαν τε οὖσαν κεκλῆσθαι Ἄρτεμιν καὶ ταύτην παραγενομένην εἰς

Δελφοὺς ᾆσαι·

   ὦ Δελφοί, θεράποντες ἑκηβόλου Ἀπόλλωνος,

   ἦλθον ἐγὼ χρήσουσα Διὸς νόον αἰγιόχοιο,

   αὐτοκασιγνήτῳ κεχολωμένη Ἀπόλλωνι.

ἔστι δὲ καὶ ἄλλη Ἐρυθραία Ἡροφίλη καλουμένη· μέμνηται τούτων

Ἡρακλείδης ὁ Ποντικὸς ἐν τῷ Περὶ χρηστηρίων...

Στο παραπάνω κείμενο ο Κλήμης Αλεξανδρεύς στο έργο του Στρωματείς αναφέρει :

"Και όχι μόνον αυτούς αλλά και η Σίβυλλα είναι αρχαιότερη από τον
Ορφέα. Λέγεται ότι οι περισσότεροι λόγοι εκείνης

είναι με αυτήν την ονομασίαν και με αυτούς τους χρησμούς διατυπωμένοι.Λένε ότι ήταν από τη Φρυγία, ονομάστηκε Άρτεμις και όταν παρευρισκόταν εις τους Δελφούς έψαλλε:"ω Δελφοί, υπηρέτες τον τοξοβόλου Απόλλωνος, ήλθα εγώ δια να χρησιμοποιήσω τον ναόν τον Διός που ρίχνει κεραυνούς, εξοργισμένη με τον ίδιο τον αδελφόν μου Απόλλωνα.

Υπάρχει και άλλη μία που λέγεται Ερυθραία Ηροφίλη, ο Ηρακλείδης ο Ποντικός θυμάται αυτές σε κάποιο χωρίο του τον σχετικό με τις μαντείες- στο "Περί Χρηστηρίων"

Proclus Phil., In Platonis Timaeum commentaria 
Volume 3, page 282, line 2

                                    τοῦτο μὲν οὖν καὶ ἀπὸ 
τῆς ἱστορίας δῆλον· ⟦εἰ⟧ ἡ γάρ τοι <Σίβυλλα> προελθοῦσα 
εἰς φῶς καὶ τὴν τάξιν ἑαυτῆς καὶ ὡς ἐκ θεῶν ἥκει δεδήλωκεν· 
 <εἰμὶ δ' ἐγὼ μέσση τε θεῶν> εἰποῦσα <μέσση τε ἀνθρώπων>.

Η Σίβυλλα η οποία ήρθε στο Θείο Φως και στην τάξη του εαυτού της απο τους θεούς δήλωνε : εγώ είμαι διάμεσος των θεών και διάμεσος των ανθρώπων. 

Ότι λειτουργεί ως διαμεσολαβητής μεταξύ θεών και ανθρώπων, αυτή που μεταφέρει και μεσολαβεί το θείο Φως της θεότητος - το ένθεον - στους ανθρώπους. 



Heraclitus Phil., Fragmenta
Fragment 92, line 3
 

22 Μαρτίου 2014

καλοῦντες αὐτὸν ἱερὸν ἰχθύν



Ο Ησύχιος στο λεξικό του ταυτίζει  τον Βάκχο ή τον βούκερω 'Ιακχο (κατα τον  Στράβων στα Γεωγραφικά του) με τον Ιχθύ. Όχι μόνο τον ίδιο τον Διόνυσο-Βάκχο αλλά και  τον ιερέα του Διονύσου αλλά και  τον Κλάδο του –γνωστό στις τελετές,  τον θύρσο -το Κωνάριο, κουκουνάρι στην κορυφή. O Διόνυσος ως Ιακχος αλλα και ως <βάκχος>· ὁ ἱερεὺς τοῦ Διονύσου. καὶ κλάδος ὁ ἐν ταῖς τελεταῖς,οἱ δὲ φανὸν λέγουσιν· οἱ δὲ ἰχθύν>  


4 Ιανουαρίου 2014

τὸν μυσαρὸν Ὠάννην, τὸν Ἀννήδωτον, ἐκ τῆς Ἐρυθρᾶς·

O ‘Οννης ή ‘Οννις– ‘Ονης ή Ονις θεωρείτε ότι είναι και ο Ο(ά)ννης ή Ω(ά)ννες ο θεόμορφος θεός των Σουμερίων και μετέπειτα των Ασσυρίων. Αντίστοιχα υπάρχει και Ωάνις-ιος, ποταμός της Σικελίας (Σταματάκου) Ηδη είδαμε την μορφή του Νινου/Νεβρώδ, όπως αυτή βρέθηκε σε επιτύμβια στήλη στην πόλη Νimroud, κατά τον  Layard ταυτίζεται  με την Νινοη/Νινου πόλη ή Νινευή. Είδαμε το όνομα που της δινόταν ως «Πόλη των ψαριών» εξού και η αμφίεση του Ηγέτη της και του Μέγα Ιεράρχη της Νίνου/Νεβρώδ. Ο ‘Ονος είναι δε και το όνομα του ψαριού γάδος.

 Η γιγαντιαία μορφή του Οάννες, βρέθηκε, από τον κ. Layard, στην Nimroud. Η κεφαλή του είναι καλυμμένη  με ψαροκεφαλή ως άλλη μίτρα και στους ώμους κάλυμα μανδύα ή πανωφόρι με έντονα στοιχεία αμφίεσης-απομίμηση ψαριών, περασμένο πάνω από τους ώμους του, τα πόδια του είναι ανθρώπινα και γυμνασμένα, το αριστερό του χέρι κρατάει μια πλούσια διακοσμημένη τσάντα,  ενώ  το δεξί του χέρι κρατά υψωμένο σαν σε πράξη  παρουσίασης, το μυστηριακό σύμβολο των Ασσυρίων τον κώνο- κωνάριο, κουκουνάρι!! (Curious myths of the Middle Ages (1876) Baring-Gould, S. (Sabine), 1834-1924

 Όμοια όπως και ο Διόνυσος φέρει κατά την λατρεία του τον θύρσο με το κουκουνάρι –κωνάριο στην κορυφή του (Θύρσος κλάδος ο παρά Διονύσω)
Με την ασσυριακή μορφή  του ανθρώπου-ψαριού, του Οάννη ή Ωάννη ταυτίζεται και με τον αστερισμό του Αιγόκερου ή της Αίγας, του κατσικιού με ουρά ψαριού. Λέγετε δε ότι το σύμβολο του Ζωδιακού κύκλου ήταν και  ένα έμβλημα του.

6 Ιουλίου 2013

Διόνυσον νεβρώδεα, νεβριδόπεπλον ΙΙ



Hesychius Lexicogr., Lexicon (Α – Ο)
Alphabetic letter epsilon, entry 1910, line 1

<ἐλαφίαι>· οἱ τῶν ἐλάφων ἀστράγαλοι (Eupol.)
<
ἐλαφίνης>· νεβρός
<
ἐλάφιον>· κώνειον
*<
ἐλαφηβόλος>· κυνηγός.
<ἐλαφηβόλος>· κυνηγός. APvgn ἀπὸ εἴδους ἑνὸς τῶν κυνηγου-
 μένων (Σ 319)
<ἐλαφοβοσκός>· εἶδος βοτάνης
<ἐλαφογενές>· τῆς ἐλάφου ὁ μυελός
<ἔλαφον κεραόν>· ἄῤῥενα. ὁ γὰρ ἄῤῥην ἔχει κέρατα (Γ 24)
<ἔλαφος>· νεβρός
<ἐλάφου πηρίς>· οὗτος δοκεῖ βρωθεὶς πρὸς συνουσίαν ἁρμόζειν

Hesychius Lexicogr., Lexicon (Α – Ο)

<Ἑλλοί>· Ἕλληνες οἱ ἐν Δωδώνῃ S καὶ οἱ ἱερεῖς (Π 234 v. l.)
<ἐλλόμενα>· περικλειόμενα
<ἐλλόν>· ἀγαθόν. γλαυκόν. χαροπόν. ἐνθαλάττιον. ταχύ. ἄφωνον.
 ὑγρόν. ἔλαφον νεογνόν (τ 228)
<ἔλλοπες>· ἐλλείποντες τῆς ὀπός, τουτέστιν ἄφθογγοι, ἄφωνοι
 <καὶ οἱ λεπιδωτοί.> καὶ δασεῖς. καὶ τραχεῖς. καὶ ποικίλοι  
<ἐλλόπιδας>· ἡ λέξις παρὰ Κρατίνῳ (fr. 408). γέγονε δὲ παρὰ
 τοὺς <ἐλλούς>, καὶ λέγει κοινῶς τοὺς νεβροὺς καὶ τοὺς στρου-
 θούς· ἢ νεοττοὺς ὄφεως ἀπὸ τοῦ ἅλλεσθαι
<Ἐλλοπιεῖς>· [ἄφωνοι. καὶ οἱ λεπιδωτοί]
 [<ἐλλοπίς>· εὐόφθαλμος. χαροπή]
<Ἐλλοπιῆες>· οἱ νῦν Ὠρεῖται, παρὰ Χαλκιδεῦσιν
†<ἐλλοπῶ>· ἀγαθήν
<ἐλόωσιν>· ἐλάσωσιν (Ν 315)
<ἐλλός>· τὸ ἔκγονον τῆς ἐλάφου νεογνόν, ὁ νεβρός (τ 228), καὶ
 Δωδωναῖος. καὶ ὁ ἐνθαλάττιος
…

Διόνυσον νεβρώδεα, νεβριδόπεπλον ...



Στην Ελληνική ανθολογία  όπως ονομάζεται από τους μελετητές  όπου υπάρχουν καταγεγγραμμένα επιγραμμάτα και ποιημάτα αρχαίων κλασσικών Ελλήνων και βυζαντινών ποιητών από τον 7ο π.Χ. μέχρι τον 10ο ή και το 12ο μ.Χ. αιώνα και σ’ έναν Αδέσποτο Ύμνο του Διονύσου, διάβαζουμε δύο επίθετα του που θα μας απασχολήσουν στην παρακάτω ανάρτηση. Νεβρωδέας και Νεβριδόπεπλος –δίδω ολόκληρο τον ύμνο παρακάτω :

Anthologia Graeca, Anthologia Graeca
Book 9, epigram 524, line 14

Αδέσποτον
Ύμνος εις Διόνυσος

Μέλπωμεν βασιλήα φιλεύιον, ειραφιώτην,
αβροκόμην, αγροίκον, αοίδιμον, αγλαόμορφον,
Βοιωτόν, βρόμιον, βακχεύτορα, βοτρυοχαίτην,
γηθόσυνον, γονόεντα, γιγαντολέτην, γελόωντα,
Διογενῆ, δίγονον, διθυραμβογενῆ, Διόνυσον,
Εὔιον, εὐχαίτην, εὐάμπελον, ἐγρεσίκωμον,
ζηλαῖον, ζάχολον, ζηλήμονα, ζηλοδοτῆρα,
ἤπιον, ἡδυπότην, ἡδύθροον, ἠπεροπῆα,
θυρσοφόρον, Θρήικα, θιασώτην, θυμολέοντα,
Ἰνδολέτην, ἱμερτόν, ἰοπλόκον, ἰραφιώτην,
κωμαστήν, κεραόν, κισσοστέφανον, κελαδεινόν,
Λυδόν, ληναῖον, λαθικηδέα, λυσιμέριμνον,
μύστην, μαινόλιον, μεθυδώτην, μυριόμορφον,
νυκτέλιον, νόμιον, νεβρώδεα, νεβριδόπεπλον,
ξυστοβόλον, ξυνόν, ξενοδώτην, ξανθοκάρηνον,
ὀργίλον, ὀβριμόθυμον, ὀρέσκιον, οὐρεσιφοίτην,
πουλυπότην, πλαγκτῆρα, πολυστέφανον, πολύκωμον,
ῥηξίνοον, ῥαδινόν, ῥικνώδεα, ῥηνοφορῆα,
σκιρτητήν, Σάτυρον, Σεμεληγενέτην, Σεμελῆα,
τερπνόν, ταυρωπόν, Τυρρηνολέτην, ταχύμηνιν,
ὑπνοφόβην, ὑγρόν, ὑμενήιον, ὑλήεντα,
φηρομανῆ, φρικτόν, φιλομειδέα, φοιταλιώτην,
χρυσόκερων, χαρίεντα, χαλίφρονα, χρυσεομίτρην,
ψυχοπλανή, ψεύστην, ψοφομηδέα, ψυχοδέκτην,
ώριον, ωμηστήν, ωρείτροφον, ωρεσίδουπον.
μέλπωμεν βασιλήα φιλεύιον, ειραφιώτην.)

Μερικές αναγραφές σε λεξικά για να δούμε  τις ερμηνείες που δίδονται για τον νεβρό.

26 Οκτωβρίου 2012

Βυκχίς : όνομα Αιολικόν παρα το Βάκχος Βακχίς και Βυκχίς



H σύνδεση της Λευκοθέας και η γέννηση του ονόματος της από τον αφρό των κυμάτων μας οδήγησε σε μια Αφρο-γεννημένη θεά της δυνατής βίνης/δίνης της θάλασσας.

Όμως η Λευκοθέα μαζί με την Κίρκη και την Καλυψώ διαθέτει και το χάρισμα της ανθρώπινης ομιλίας ..

Porphyrius Phil., Quaestionum Homericarum ad Odysseam pertinentium reliquiae
Odyssey book 5, section 334-337, line 27

ὥσπερ καὶ ἐπὶ τῆς Λευκοθέας· ἣ <πρὶν μὲν ἔην βροτὸς αὐδήεσσα>
καὶ θνητῇ αὐδῇ χρωμένη, καθὰ καὶ οἱ βροτοί.

Η Λευκοθέα όταν ήταν θνητή μιλούσε ανθρώπινα και με θνητή ομιλία, λαλιά, φωνή, έδινε απάντηση καθώς και οι άνθρωποι …

Ο Ἀνναῖος Κορνοῦτος,  στωικός φιλοσοφός που έζησε κατά τη βασιλεία του Νέρωνα (περι το  60 μ.Χ.) στο έργο του De Natura Deorum ή Περί της φύσης των Θεών, αναφέρει για τους θαλάσσιους θεούς και την συνδεση τους με τα ονόματά τους λόγω ιδιοτήτων/ ενεργειών τους.

Lucius Annaeus Cornutus Phil., De natura deorum
Page 44, line 20

   Ὁ δὲ <Νηρεὺς> ἡ θάλαττά ἐστι, τοῦτον ὠνο-
μασμένη τὸν τρόπον ἀπὸ τοῦ νεῖσθαι δι' αὑτῆς. κα-
λοῦσι δὲ τὸν Νηρέα καὶ ἅλιον γέροντα διὰ τὸ ὥσπερ
πολιὰν ἐπανθεῖν τοῖς κύμασι τὸν ἀφρόν· καὶ γὰρ ἡ
Λευκοθέα τοιοῦτόν τι ἐμφαίνει, ἥτις λέγεται θυγάτηρ
Νηρέως εἶναι, δηλονότι τὸ λευκὸν τοῦ ἀφροῦ.
 Πιθανὸν δὲ καὶ τὴν <Ἀφροδίτην> μὴ δι'
ἄλλο τι παραδεδόσθαι γεγονυῖαν ἐν τῇ θαλάττῃ ἢ
ἐπειδὴ πρὸς τὸ πάντα γενέσθαι κινήσεως δεῖ καὶ ὑγρα-  
σίας, ἅπερ ἀμφότερα δαψιλῆ κατὰ τὴν θάλαττάν ἐστιν.
ἐστοχάσαντο δὲ τοῦ αὐτοῦ καὶ οἱ Διώνης αὐτὴν θυγατέρα
εἰπόντες εἶναι· διερὸν γὰρ τὸ ὑγρόν ἐστιν. Ἀφροδίτη
δέ ἐστιν ἡ συνάγουσα τὸ ἄρρεν καὶ τὸ θῆλυ δύναμις,
τάχα διὰ τὸ ἀφρώδη τὰ σπέρματα τῶν ζῴων εἶναι
ταύτην ἐσχηκυῖα τὴν ὀνομασίαν ἤ, ὡς Εὐριπίδης ὑπο-
νοεῖ,

Ο Νηρεύς λέγει είναι η θάλασσα και τον ονομάζουν έτσι από τον τρόπο (κίνησης ) του Νείσθαι- εκ του νέω/ νέομαι δηλ. πλέω, κολυμπώ και με την ευρύτερη έννοια πορεύομαι, ταξιδεύω, έρχομαι και απέρχομαι κλπ και άλλιον γέροντα ή Πόλιον δηλαδή ασπρομάλλη ή γκριζομάλλη ή υπόλευκο, αρχαίο, λευκό κατά συνέπεια  και  διαυγή, καθαρό ή αίθριο γέροντα γιατί ανθεί και λουλουδιάζει ή επιπολάζει και ανθίζει αργά τα κύματα με τον αφρό τους, και η Λευκοθέα αυτό ακριβώς παρουσιάζει και φανερώνει γι αυτό και ονομάζεται θυγατέρα του Νηρέως γιατί  δηλώνει το λευκό του αφρού. Πιθανόν, γράφει ο Ανναίος,  για την Αφροδίτη και την ονομασία της, ότι δεν μας έχει παραδοθεί παρά η γέννηση της κινήσεως και της υγρασίας  διότι και οι δύο ιδιότητες είναι άφθονες πλουσιοπάροχες και πληθωρικές στη θάλασσα. Έτσι σκεπτόμενοι περί αυτού – οι φιλόσοφοι ή οι άνθρωποι- την ονόμασαν θυγατέρα της Διώνης γιατί το υγρό στοιχείο είναι ζωογόνο, ζωηρό, ζωικό ενώ η Αφροδίτη είναι αυτή, που ταυτόχρονα, συνάγει συσσωρεύει την θηλυκή και αρσενική δύναμη και τα  σπέρματα των ζώων -όντων είναι αφρώδη όπως υπονοεί και ο Ευρυπίδης…Ενώ ο Αριστοτέλης θεωρούσε ότι το σπέρμα παράγεται από το καθαρότερο αίμα ή τον αφρό του αίματος χρησιμοποιώντας την θερμότητα του σώματος…

Σε έτερον φιλόσοφο τον Αρίστων τον Χίο διαβάζουμε :

 Ariston Phil., Testimonia et fragmenta
Fragment 375, line 4

Plutarchus de virtute morali 2 p. 44of. <
Ἀρίστων δ' ὁ Χῖος>
τῇ μὲν οὐσίᾳ μίαν καὶ αὐτὸς ἀρετὴν ἐποίει καὶ ὑγίειαν ὠνόμαζε· τῷ
δὲ πρὸς τί πως διαφόρους καὶ πλείονας, ὡς εἴ τις ἐθέλοι τὴν ὅρασιν
ἡμῶν λευκῶν μὲν ἀντιλαμβανομένην λευκοθέαν καλεῖν, μελάνων δὲ
μελανθέαν ἤ τι τοιοῦτον ἕτερον

Μία η ουσία και αυτή την αρετή ποιεί και την υγεία ονοματίζει, πως σε πολλούς και διάφορους σαν κάποιος θέλει την όραση μας, όταν την αντιλαμβάνεται ως λευκή διάφανη, Λευκοθέα την καλεί…

Σε έτερο χωρίο και διαφορετικό συγγραφέα, τον Ζήνωνα τον Ελεάτη, η Λευκοθέα είναι αδελφή των Τεχλίνων και φέρει το όνομα Αλία. Ο Ποσειδών ερωτευμένος σμίγει μαζί της και αποκτά έξι γιούς και μια κόρη την Ρόδη ή Ρόδο, που πήρε το όνομα της και η αντίστοιχη νήσος …
Μετά την γέννηση της Αφροδίτης, η θεά ταξίδευε στους  ωκεανούς. Όταν οι νέοι γιοι της Αλίας αλαζονικά αρνήθηκαν να αφήσουν την Αφροδίτη να αποβιβαστεί επάνω στην ακτή τους, η θεά τους καταράστηκε με παραφροσύνη. Στην τρέλα τους, βίασαν την Αλία. Ως τιμωρία, ο Ποσειδώνας τους έθαψε στα θαλάσσια σπήλαια του νησιού. Η Αλία αργότερα έπεσε στη θάλασσα· οι Ροδίτες υποστηρίζουν ότι έγινε η θεά Λευκοθέα.

Zeno Hist., Fragmenta
Fragment 1, line 36

                                           
Ποσειδῶνα
δὲ ἀνδρωθέντα ἐρασθῆναι τῆς τῶν Τελχίνων ἀδελφῆς
Ἁλίας, καὶ μιχθέντα ταύτῃ γεννῆσαι παῖδας ἓξ μὲν
ἄρρενας, μίαν δὲ θυγατέρα Ῥόδον, ἀφ' ἧς τὴν νῆσον
ὀνομασθῆναι. Γενέσθαι δὲ κατὰ τὸν καιρὸν τοῦτον ἐν
τοῖς πρὸς ἕω μέρεσι τῆς νήσου τοὺς κληθέντας γίγαντας·
ὅτε δὴ καὶ Ζεὺς λέγεται καταπεπολεμηκὼς Τιτᾶνας ἐρα-
σθῆναι μιᾶς τῶν νυμφῶν Ἱμαλίας ὀνομαζομένης, καὶ
τρεῖς ἐξ αὐτῆς τεκνῶσαι παῖδας, Σπαρταῖον, Κρόνιον,
Κύτον. Κατὰ δὲ τὴν τούτων ἡλικίαν φασὶν Ἀφροδίτην ἐκ
Κυθήρων κομιζομένην εἰς Κύπρον καὶ προσορμιζομένην
τῇ νήσῳ κωλυθῆναι ὑπὸ τῶν Ποσειδῶνος υἱῶν, ὄντων
ὑπερηφάνων καὶ ὑβριστῶν· τῆς δὲ θεοῦ διὰ τὴν ὀργὴν
ἐμβαλούσης αὐτοῖς μανίαν, μιγῆναι αὐτοὺς βίᾳ τῇ μη-
τρὶ καὶ πολλὰ κακὰ δρᾶν τοὺς ἐγχωρίους. Ποσειδῶνα
δὲ τὸ γεγονὸς αἰσθόμενον τοὺς υἱοὺς κρύψαι κατὰ γῆς
διὰ τὴν πεπραγμένην αἰσχύνην, οὓς κληθῆναι προσηῴ-
ους δαίμονας· Ἁλίαν δὲ ῥίψασαν ἑαυτὴν εἰς τὴν θάλατ-
ταν Λευκοθέαν ὀνομασθῆναι καὶ τιμῆς ἀθανάτου τυχεῖν
παρὰ τοῖς ἐγχωρίοις.

Αλλά με το όνομα της Αλίης/ας  συναντάμε και :
την Αλίη, μία από τις Νηρηίδες, κόρη του Νηρέα και της Δωρίδος
την Αλία, κόρη της Σύβαρης. Σε ένα ιερό δάσος της Άρτεμης, αντιμετώπισε ένα τεράστιο φίδι που ζευγάρωσε μαζί της· απόγονοί τους ήταν τα πρώτα μέλη της φυλής Οφιογενείς.
Την Αλίη, κόρη της Τάλους. Παντρεύτηκε τον Κότις, γιο του Μάνες, του πρώτου βασιλιά της Λυδίας, γεννώντας του δύο γιους, τον Ασίς και τον Άτυς, βασιλιά της Λυδίας.

Αλίαν η Αλίη είναι αυτή που θεωρούμε θαλασσινή, ή αυτή που ανήκει στην θάλασσα συχνά εννοείται  κύμβη (κύμβη ή κύμβος, ριζ. Κύμβ- ισως συγγεν. με κύβη κυβιστάω ) δηλ.  κοίλο αγγείο, ποτήρι, λέμβος, πλοιάριο, παράγωγες οι λέξεις κύμβαλον, κύμβαλος, κυμβίον,  κλπ οπότε αλιάς κύμβη είναι το αλιευτικό πλοιάριο και αλιάδαι είναι οι ναύτες και οι ναυτικοί, όμως η αλία είναι και η συγκέντρωση του λαού, οι συνεδριάζοντες (συχνή η χρήση της σε δωρικές πόλεις, αντίστοιχη της εκκλησίας του Δήμου στην Αθήνα και της Απέλλας των Σπαρτιατών) – Περί κυμβάλων και Κυβέλης υπάρχουν αντίστοιχα παλαιότερα κείμενα ..)

Etymologicum Genuinum, Etymologicum genuinum (littera λ)
Alphabetic letter lambda, entry 77, line 1

<Λευγαλέον>: τὸ ὑγρόν· μύρῳ λευγαλέῳ, Σοφοκλῆς· καὶ
πάλιν· νῦν δέ με λευγαλέῳ θανάτῳ· τῷ δι' ὕδατος. παρὰ τὸ  
χεύω χευαλέον. σημαίνει δὲ καὶ τὸ ὀλέθριον παρὰ τὸ λοιγὸν
λοιγαλέον· κατὰ μετάθεσιν τῶν στοιχείων λευγαλέον.
<Λευκανοί>· ἀπό τινος Λευκίου προσαγορευθέντες.
<Λευκαρίων>· οἷον· Πύρρα ἢ Λευκαρίων. Δευκαλίων καθ'
ὑπέρθεσιν Λευκαδίων, τροπῇ τοῦ Δ εἰς τὸ Ρ Λευκαρίων.
<Λευκή>: νῆσος ἐν Πόντῳ. Λευκὴ δὲ λέγεται διὰ τὸ πλῆθος
τῶν λευκῶν ὀρνέων ἐνδιαιτωμένων ἐν αὐτῇ.
<Λευκός>· παρὰ τὸ λεύσσω τὸ βλέπω, ὁ διαφανὴς καὶ λαμπρός.

Έτσι μπορούμε μέσω της έννοιας του λευκού της θάλασσας να δούμε και μια διαφορετική ονομασία του Δευκαλίωνα ως ΛΕΥΚ-ΑΡΙΩΝΑ – Περισσότερα περί Δευκαλίωνος περί λαρνάκων/κιβωτών και  σε παλαιότερα κείμενα

Είδαμε όμως σε προηγούμενα κείμενα την σύνδεση της Ινούς-Λευκοθέας με την Βύνη/Δίνη-Ινη(α) και επιστρέφουμε με το παρακάτω απόσπασμα όπου η Βύνη ή Λευκοθέα ή Ινώ δηλώνει όχι απλώς την θάλασσα και την δίνη/ δίνες της αλλά και τον Βυθό της όπου βύσσος  ή βύσος είναι η βήσσα είναι δηλαδή ο Βυθός και ο πυθμένας, το βάθος της θάλασσας…το άφατο…μας συνδέει και με την  ά-βυσσο.

Theognostus Gramm., Canones sive De orthographia
Section 106, line 3

Πᾶσα λέξις ἐκ τῆς βυ συλλαβῆς ἀρχομένη διὰ τοῦ υ
ψιλοῦ γράφεται βυθός· βυζὸς, πυκνὸς, συνετός· βύζανα, κόν-
δυλος· βύζειν ἀθρόον, πυκνόν· Βύνη ἡ Λευκοθέα Ἴνω· βύσσος· βυσός·


Etymologicum Genuinum, Etymologicum genuinum (ἀνάβλησις – βώτορες)
Alphabetic letter beta, entry 292, line 1

     <Βυθός>· τὸ βάθος τὸ ἄφατον· παρὰ τὸ βάθος, τοῦ <α> εἰς
<υ> τραπέντος. ἢ παρὰ τὸ βύζω βυστός καὶ βυθός AB, Sym. 236,
EM 366. Orio 38, 17.
 <Βύκτης>· ἠχητικός, ὁ μεγάλως ἠχῶν· Ὅμηρος (κ 20)·
  ἔνθα δὲ βυκτάων ἀνέμων·
καὶ Λυκόφρων (738)·
  βύκτας ἐν ἀσκῷ συγκατακλείσας βοός.
παρὰ τὸ βύω, ἔνθεν βεβυσμένος· οὗ παράγωγον βύζω, ὁ παθητικὸς
παρακείμενος βέβυκται, ὡς βάζω βέβακται, οἷον (θ 408)·
   ἔπος δ' εἴ πέρ τι βέβακται.
παρὰ γοῦν τὸ † βέβακται γίνεται βύκτης. ἢ πεποίηται ἀπὸ τοῦ βυθοῦ
καὶ τοῦ ἀράττειν· ἢ παρὰ τὸ <βυ> βύκτης· τὸ γὰρ <βυ> ἐπὶ τοῦ μεγά-
λου ἔλεγον· καὶ Σώφρων (fr. 115 Kaibel)·  
   βυβά,
ἀντὶ τοῦ μεστὰ καὶ πλήρη καὶ μεγάλα βύζειν <***> AB, Sym.
237, EM 361, Eust. 1646, 25. *Orio.
 <Βύκχις> (Alcae. passim)· <ὄνομα Αἰολικόν· παρὰ τὸ>
Βάκχος Βακχίς καὶ Βύκχις, ὡς ἵππος ἱππίς καὶ οἶκος Οἰκίς, καὶ
τροπῇ τοῦ <α> εἰς <υ>, ὡς βάθος βύθος AB, EM 360. Hdn. II 351, 9.
 <Βύνη> (Lycophr. 107)· ἡ Λευκοθέα, ἡ Ἰνώ, οἷον
(Call. fr. 745)·
  Βύνης καταλέκτριαι αὐδηέσσης.
εἴρηται παρὰ τὸ εἰς βυθὸν δύνειν Βυθοδύνη καὶ κατὰ συγκοπὴν  
Βύνη. ἢ παρὰ τὸ δύνω δύνη, ἡ καταδύσασα εἰς θάλασσαν καὶ Βύνη
κατὰ τροπήν AB, Sym. 238, EM 363. Schol. Lycophr.
 <Βυρσοδέψης> (Ar. eq. 136 var. lect.)· Ἀριστοφά-
νης (l. c.)·
  ἐπιγίνεται γὰρ βυρσοδέψης ὁ Παφλαγών.
ὁ αὐτὸς δὲ καὶ (Ar. av. 490) σκυλοδέψης καλεῖται. παρὰ τὸ
δεψῆσαι, ὅ ἐστιν ἁπαλῦναι AB, Sym. 239, EM 365, Eust. 1710, 15.
*Lex. rhet.
 <Βύρσα>· παρὰ τὸ δείρω, τὸ ἐκδέρω, ὁ μέλλων Αἰολικῶς
δέρσω· καὶ δέρσα καὶ βύρσα, ἡ ἐκδερομένη τῷ σώματι. ἢ παρὰ τὸ
ῥύω ῥύσα καὶ πλεονασμῷ τοῦ <β> καὶ καθ' ὑπέρθεσιν βύρσα, ἡ περιρ-
ρεομένη τῷ ἱδρῶτι. οὕτως Ὦρος AB, Sym. 240, EM 364. Orus.
beta.295.1
 <Βυσσός> (Ω 80)· τὸ βάθος· παρὰ τὸ βυθός, τροπῇ τοῦ
<θ> εἰς <σ> καὶ πλεονασμῷ ἑτέρου <σ> βυσσός AB, Sym. 241, EM 366. *Orio.
 <Βύσσος>· εἶδος βοτάνης· ἐξ οὗ καὶ τὰ ἀπ' αὐτῆς βαπτό-  
μενα ἱμάτια βύσσινα λέγονται AB, Sym. 241, EM 367, Et. Gud.
β 156. *Orio?
 <Βύνη> (Lycophr. 107)· ἡ Λευκοθέα, ἡ Ἰνώ, οἷον
(Call. fr. 745)·
  Βύνης καταλέκτριαι αὐδηέσσης.

Οι έννοιες του βυθού, της βύνης/δίνης κι όλες οι θαλάσσιες έννοιες ταυτίζονται και με το βάθος και την άβυσσο όπως και με τον Μεγάλο Ηχών, τον δυνατό άνεμο και την ανεμοζάλη αλλά και με τον Βάκχο, τις Βάκχες ή Βυκχίδες και τον - Βύκχις> (Alcae. passim)· <ὄνομα Αἰολικόν· παρὰ τὸ> Βάκχος Βακχίς καὶ Βύκχις…

Ενώ βυκανίζω σημαίνει σαλπίζω, βυκανισμός το σάλπισμα και βυκάνη η σάλπιγγα…


Συνεχίζετε…
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...