Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηρακλής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηρακλής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

5 Μαρτίου 2020

τί γλυκύτερον μέλιτος, καὶ τί ἰσχυρότερον λέοντος;



Αντίστοιχη περίπτωση που μοιάζει με βουγονία εμφανίζεται και στην ιστορία του Σαμψών στην Παλαιά Διαθήκη στους Κριτές  14,8
Πριν από τη γέννησή του Σαμψών υπάρχει χρησμός όπου: «σίδηρος ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ οὐκ ἀναβήσεται, ὅτι ναζὶρ Θεοῦ ἔσται τὸ παιδάριον ἀπὸ τῆς κοιλίας, καὶ αὐτὸς ἄρξεται σῶσαι τὸν Ἰσραὴλ ἐκ χειρὸς Φυλιστιΐμ»

Δηλαδή ο Σαμψών απαγορεύεται από την γέννησή του ακόμα, να βάλει ψαλίδι στα μαλλιά του, γιατί είναι ένας Ναζιραίος. «Ψαλίδι δεν θα ανεβή εις την κεφαλήν αυτού δια να κόψη την κόμην του, διότι το παιδίον τούτο θα είναι ναζιραίος (αφιερωμένος δηλαδή στον Θεόν) εκ κοιλίας μητρός του. Και αυτός θα κάμη αρχήν του έργου της σωτηρίας και απελευθερώσεως των Ισραηλιτών από την εξουσίαν των Φιλισταίων».

Η σύλληψη του συμβαίνει και αναγγέλλετε από έναν Άγγελο Κυρίου. Έτσι θα γνωρίσει τον ερχομό του η μητέρα αλλά και ο πατέρας του. Ταυτόχρονα στην μητέρα του, θα δωθεί η απαγόρευση, να μην φάει στην ζωή της, οτιδήποτε προέρχεται από τον καρπό του σταφυλιού και να μην πιεί ποτέ της οίνο, ή να φάει οτιδήποτε ακάθαρτο προκύπτει από τον νόμο του Ισραήλ.Η ίδια εντολή ισχύει και για το παιδί που θα φέρει τον κόσμο μέχρι το θάνατό του.

 Κρ. 13,6          Η γυναίκα αυτή εισήλθε κατόπιν στον οίκον της και είπεν στον άνδρα της• “ενας άνθρωπος του Θεού, ο οποίος είχε την εμφάνισιν αγγέλου, συγκλονιστικήν και πολύ φοβεράν, ήλθε προς εμέ. Δεν τον ηρώτησα πόθεν κατάγεται ούτε και ο ίδιος μου εγνωστοποίησε το όνομά του. 


Κρ. 13,7          καὶ εἶπέ μοι· ἰδοὺ σὺ ἐν γαστρὶ ἔχεις καὶ τέξῃ υἱόν· καὶ νῦν μὴ πίῃς οἶνον καὶ μέθυσμα καὶ μὴ φάγῃς πᾶν ἀκάθαρτον, ὅτι Θεοῦ ἅγιον ἔσται τὸ παιδάριον ἀπὸ γαστρὸς ἕως ἡμέρας θανάτου αὐτοῦ.
Κρ. 13,7          Μου είπεν όμως τα εξής• Ιδού συ θα μείνης έγκυος και θα γεννήσης υιόν. Από τώρα και στο εξής μη πίης οίνον η άλλο μεθυστικόν ποτόν ούτε και να φάγης τίποτε από εκείνα, τα οποία ο νόμος του Θεού χαρακτηρίζει ακάθαρτα. Και τούτο διότι το παιδίον αυτό θα είναι αφιερωμένον στον Κυριον εκ κοιλίας μητρός μέχρι της ημέρας του θανάτου του”.

Κρ. 13,14        ἀπὸ παντός, ὃ ἐκπορεύεται ἐξ ἀμπέλου τοῦ οἴνου, οὐ φάγεται καὶ οἶνον καὶ μέθυσμα μὴ πιέτω καὶ πᾶν ἀκάθαρτον μὴ φαγέτω· πάντα ὅσα ἐνετειλάμην αὐτῇ, φυλάξεται. 

Κρ. 13,14        κάθε προϊόν το οποίον παράγεται από άμπελον, με τας σταφυλάς της οποίας γίνεται ο οίνος, δεν θα φάγη• οίνον και μεθυστικά ποτά δεν θα πίη Καθε τι που ο νόμος του Θεού χαρακτηρίζει ακάθαρτον, δεν θα φάγη. Ολα όσα διέταξα αυτήν να φυλάξη, θα τα φυλάξη και το παιδίον”.

Ο Σαμψών ακολουθώντας το δρόμο του, για να συναντήσει μαζί με τους γονείς του την γυναίκα που του έκλεψε την καρδιά, θα έρθει αντιμέτωπος και θα  σκοτώσει άοπλος ένα μικρό λιονταράκι, με μόνο όπλο τα χέρια του, μέσα σ΄ ένα αμπελώνα. Το περιστατικό αυτό θα το διηγηθεί και στους γονείς του. Μετά τον αρραβώνα του και κατά την επιστροφή του στο σπίτι τους λοξοδρομεί και επισκέπτεται το πτώμα του λιονταριού. 

20 Απριλίου 2013

Νεβρώδ γίγας κυνηγός ...




Η ‘Ελικα  ή Ελιξ ή Κισσός υπάρχει κι ακόμα μία λέξη που δηλώνει πολύ συχνά τον νέο κλάδο ή το βλαστάρι με την έννοια του νέου γόνου σε πάμπολα αρχαία κείμενα. Αυτή είναι η έννοια και του‘Ερνου που ερμηνεύεται ως βλαστάρι, βλαστός, εκβλάστημα, ξεμασκαλίδι, παιδί, απόγονος, γέννημα, γέννα, γόνος.

Μπορώ κάλλιστα ν’ αναφέρω και τον χρυσό κλώνο ή έρνο που περιγράφετε στην Αινειάδα του Βιργιλίου Βιβλίον έκτον (Παρότι η κτίση της Ρώμης από τον Αινεία ή από άμεσο απόγονό του δεν συμφωνεί ούτε χρονολογικά ώστε να υπάρχει στοιχειώδης αληθοφάνεια, ο μύθος έδωσε την αφορμή για να γράψει ο Βιργίλιος το σημαντικότερο έπος που γράφτηκε ποτέ στη λατινική γλώσσα, την «Αινειάδα», κατά μίμηση της ομηρικής Ιλιάδας, η οποία διηγείται με περισσότερες λεπτομέρειες τις περιπέτειες του Αινεία )

..Λήθει πυκνοκόμω επί δέντρω χρύσεον έρνος…

Παρακάτω δίδω την μετάφραση εκ του λατινικού κειμένου. Ο Αινείας κατεβαίνει στον Άδη μετά από την επαφή του με την Σίβυλλα που τον προτρέπει να θάψει πρώτα τον άταφον φίλο του και κατόπιν μετα απο θυσία να αποδρέψει τον χρυσόν κλώνον και να τον προσφέρει στην Περσεφόνη. Μετά την ταφή του Μισηνού εμφανίζονται δύο περιστερές που οδηγούν, τον Αινεία, μέσω της βραδείας πτήσεώς τους στο δάσος όπου ανεβρίσκει και αποσπά τον χρυσόν κλάδον. Πετώντας πάνω από την 'Αορνον λίμνη της Αβερνης- ‘Αβερνου (άορνος (αρχικά α ϝ ορνος) 

Εις πυκνής (φυλλωσιάς) δένδρον κρύπτεται κλώνος χρυσούς και κατά τά φύλλα και κατά τό λυγηρόν στέλεχος, αφιερωμένος εις τήν καταχθόνιον "Ηραν τούτον καλύπτει όλον τό άλσος και αί σκιαί (τόν) κλείνουν εις τάς σκοτεινάς κοιλάδας.
Άλλά δέν δίδεται (ή άδεια) νά εισέλθει (κα­νείς) Από τα βάθη ( τά μυστικά τής γής), πριν ή άποδρέψη τις άπό τό δένδρον τόν χρυσόκομον κλάδον.
Τούτο ώρισεν ή ωραία Περσεφόνη νά προσ­φέρεται εις αυτήν ώς δώρόν της. 'Αφού άποσπασθή ό πρώτος (κλώνος), δέν παραλείπει (νά βλάστηση) δεύτερος χρυσούς, και ό κλάδος νά φυλλοφορή εκ του ομοίου μετάλ­λου.
Λοιπόν, ανίχνευε διά των οφθαλμών (σου) υψηλά και αφού (τόν) άνευρης, κόψε (αυτόν) διά τής χειρός διότι, κατά το έθιμον θα άκολουθήση ό ίδιος (ό κλάδος) εκουσίως και ευ­κόλως (τήν χείρα σου), εάν τα πεπρωμένα σε καλούν (εις τόν 'Αδην)· άλλως ούτε μέ όλας σου τάς δυνάμεις θά δυνηθής νά (τόν) νικήσης ούτε διά του σκληρού σιδήρου να τον απόσπασης…..
…..…
Μόλις είχεν είπει αυτά, οπότε πετώσαι αιφνι­δίως εις τον ουρανόν δύο περιστεραί ήλθον κάτω άπό τούς οφθαλμούς του ανδρός, και κάθισαν είς τό χλοερόν έδαφος. Τότε ό μέγιστος ήρως ανεγνώρισε τά μητρικά (του) πτηνά και ικετεύει μέ χαράν :
«Ή, εάν ύπάρχη κάπου οδός, ας είσθε οδη­γοί (μου) και την πορείαν κατευθύνατε διά των αύρων πρός τά δάση, όπου ό πλούσιος ( : τιμαλφής) κλάδος σκιάζει τό παχύ χώ­μα.
Και σύ, ώ θεία μήτερ, μή άποστής (άπ'  έμού)-είς τήν αβεβαιότητα (μου)». "Ετοι αφού είπεν έπέσχε τά βήματα ( = έσταμάτησε) παρατηρών ποία σημεία φέρουν, πού τείνουν νά κατευθυνθούν.
Έκείναι βόσκουσαι έπροχώρουν μέ πτήσιν τόσον μόνον, όσον θά ήδύναντο νά (τάς) παρατηρούν διά τής όξύτητός (των) οί οφ­θαλμοί των άκολουθούντων (Αίνειου κ.λπ.).
Άπ' έδώ, όταν ήλθον παρά τό στενόν του βα­ρέως δύσοσμου 'Αόρνου, ανυψώνονται ταχέ­ως και αφού ώλίσθησαν διά μέσου του καθα­ρού άέρος, κάθηνται επάνω είς τό δίδυμον δένδρον, τήν ποθητήν (διά τόν Αινείαν) θέσιν, άπό όπου άνέλαμψε διά μέσου των κλάδων ή δίχρωμος στίλβη του χρυσού.
"Οπως συνήθως ζει εις τα δάση κατά το χειμερινόν ψύχος ό Ιξός με νέον φύλλωμα, τό
όποιον δεν άναβλαστάνει τό δένδρον του,και μέ κροκόχρουν καρπόν περιβάλλει τούς
στρογγυλούς κορμούς, τοιαύτη ήτο ή όψις του χρυσού του φέροντος φύλλα έπί τής σκιερας πρίνου, έτσι έκροτάλιζον τά πέταλα του χρυσού ένεκα του ελαφρού ανέμου.
Αμέσως ο Αινείας αρπάζει και απλήστως αποσπά τον αργοκίνητον (κλάδον) και υπο την στέγην της μάντιδος Σιβύλλης φέρει…
  Βέβαια το κόψιμο του χρυσού κλώνου/κλαδιού/έρνου και η μορφή που έχει η λατρεία του, την αποκοπή του, κατόπιν θυσίας, από το ιερό δέντρο και η προσφορά του στην Περσεφόνη,  αποτελούν ένα αξιοσημείωτο κείμενο πάνω στο οποίο ο Sir James George Frazer βασίστηκε για να συγγράψει το γνωστό του έργο τον «Χρυσό κλώνο».

Σε διάφορες άλλες εκδοχές μιλάμε για το κόψιμο των χρυσών μήλων των Εσπερίδων, για το κόψιμο του απαγορευμένου καρπού από την Εύα στον παράδεισο και μια σειρά άλλων κατάλληλα διαμορφωμένων κειμένων ανάλογα με τις παραλλαγές που έχουν διασωθεί κατά καιρούς από διάφορους συγγραφείς.

Μερικοί ενδεικτικοί λεξάριθμοι περί έρνου …

ΕΡΝΟΣ = 425 = ΓΟΝΑΤΑ (ο κόμπος του κλαδιού, ο ρόζος ) αλλά και το γόνατο, γόννα, γόνυ και γόνος, γένος καταγωγή, γέννημα, τέκνο, απόγονος, μικρός βλαστός κλπ – Ο εν γόνασιν  θεωρείτε ο αστερισμός του Ηρακλής  που σε απεικονίσεις φέρει και τα χρυσά μήλα των εσπερίδων  – ενώ στην Φοινίκη ταυτίζεται με τον θαλάσσιο Θεό Μελκάρθ και με την ελληνορωμαική ταύτιση του με τον ομοηχο Μελικέρτη-Παλαίμονα.
  
Eratosthenes et Eratosthenica Philol., Catasterismi Chapter 1, section 4, line 1
Το ν γόνασιν.

 Οτος, φασίν, ρακλς στιν π το φεως βε-
βηκώς· ναργς δ στηκε τό τε όπαλον νατετακς
κα τν λεοντν περιειλημένος· λέγεται δέ, τε
π τ χρύσεα μλα πορεύθη, τν φιν τν τεταγμέ-
νον φύλακα νελεν· ν δ π ρας δι' ατ τοτο
τεταγμένος πως νταγωνίσηται τ ρακλε· θεν
πιτελεσθέντος το ργου μετ <μεγίστου> κινδύνου
ξιον Ζες κρίνας τν θλον μνήμης ν τος στροις
θηκε τ εδωλον· στι δ μν φις μετέωρον χων
τν κεφαλήν, δ' πιβεβηκς ατ καθεικς τ ν
γόνυ, τ δ' τέρ ποδ π τν κεφαλν πιβαίνων,  
τν δ δεξιν χερα κτείνων, ν τ όπαλον, ς
παίσων, τ δ' εωνύμ χειρ τν λεοντν περιβεβλημένος.

= ΔΙΑΚΟΝΟΣ – υπηρέτης, θεράπων, άγγελος, αγγελιοφόρος, υπηρέτης της εκκλησίας κλπ

 = ΔΙΚΤΑΙΟΙ = ΕΖΗΣΕΣ = ΘΝΗΤΗΝ =

= ΘΥΙΑΔΑ – Θυία εορτή του Διονύσου στην Ηλεία, Θυιάς η μαινάδα, η αγριογυναίκα, η δαιμονισμένη, ή ακόμα ακόμα και η ερωτομανής…

 = ΙΕΡΟΠΟΙΟΙ – εκλεγμένοι επιστάτες που φροντίζουν την ποιότητα των θυμάτων και τις ιερές τελετές…

 = ΙΕΡΑΠΟΛΙΝ – Ιεραπολέω είμαι πρωθιερέας, ο πρώτος τον ιερέων,  η ιερά Πόλην (αρχαία ελληνική πόλη της Φρυγίας )

= ΙΣΙΔΑΣ – Ισιδα η Αιγυπτιακή θέα περί ταυτίσεων της με ελληνικές θέες δες παλαιότερα κείμενα.

= ΜΕΡΟΠΙΟΝ (μέροπες οι άνθρωποι έχοντες έναρθρο λόγο και λογική)

= ΝΑΡΔΟΣ (φυτόν πολυετές αρωματικόν Nardus Linnaei – λάδι νάρδου (το άρωμά του χρησιμοποιείτε για την Παρασκευή του Αγίου Μύρου )

Η εύρεση του χρυσού κλάδου, στην περίπτωση του Αινεία μέσω δύο περιστερών αντιστοιχεί στην εύρεση από το Δία του σημείου όπου ιδρύθηκε το μαντείο των Δελφών, ή η ίδρυση του μαντείου της Δωδώνης από τις Πελείες, (δες παλαιότερα κείμενα)..

Στο συγκεκριμένο κείμενο της Αινειάδας ο χρυσός κλώνος δεν είναι κισσός αλλά ιξός και πάλι έναν φυτό ξενιστής.  Με την λατινική ονομάσία VISCUS όπως και η ελληνική λέξη  Ιξός αναφέρονται στο γλοιώδη υφή των καρπών του. Αυτές οι λέξεις συνδέονται με τις λέξεις vis και ισχύς, που σημαίνουν δύναμη.
Το γκι της ιερής βελανιδιάς ήταν ιδιαίτερα ιερό για τους αρχαίους Κέλτες Δρυίδες. Την έκτη νύχτα του φεγγαριού, λευκοντυμένοι Δρυίδες ιερείς έπρεπε να κόψουν το γκι από την ιερή βελανιδιά με χρυσά δρεπάνια. Δύο λευκοί ταύροι έπρεπε να θυσιαστούν εν μέσω προσευχών που έλεγαν οι λαμβάνοντες το γκι.
Αργότερα, το τελετουργικό, της κοπής των γκι από την βελανδιά έφτασε να συμβολίζει την αποδυνάμωση του γέρου βασιλιά από τους διαδόχους του.. Συλλεγόταν κατά το θερινό αλλά και κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο, και το έθιμο του στολισμού των σπιτιών τα Χριστούγεννα επιβίωσε από τους Δρυίδες και άλλες προχριστιανικές παραδόσεις.

Όλα τα παραπάνω καθαρά πληροφοριακά για να μπορέσουμε να περάσουμε και από την ανατολική πλευρά και τις ιστορίες που διασώζονται για τον κλάδο κλώνο του Χους… 

Είδαμε ότι ο Διόνυσος είναι κατά κύριο λόγο ο κρατών το ποτήρι/κύπελο  ή Δίνο,  (δείτε σχετικά παλαιότερα κείμενα), λατρεύεται ως Κίσσιος ή Κισσεύς αλλά ταυτόχρονα δηλώνει και τον γιο του Ποτηριού ή  του όρου και της γής του Χους.
 Ενώ ο Απόλλων ονομάζετε κι εκείνος Χουσαίος ή Χουσεύς
Όμως Χους ή  Κους ή Cush  ( στα εβραικά כּוּשׁ Kus) ήταν, σύμφωνα με τη Βίβλο, ο μεγαλύτερος γιος του  Χαμ, ο αδελφός του Mizraim, Χαναάν και ο πατέρας των Βιβλικών χαρακτήρων του  Nimrod, και Raamah. 


 Ο Jones μάλλον απρόθυμα παραδέχεται ότι Χαμ ήταν ο παππούς του πρώτου αυτοκράτορα του κόσμου Νimrod, αλλά γρήγορα συνειδητοποιεί και δηλώνει ότι, «χωρίς καμία αμφιβολία ο [Χαμ] ήταν ο μοναδικός εισηγητής της λατρείας του ήλιου, και βροντή," ακόμη και ενώ το χέρι του Θεού θα τον φέρει με ασφάλεια στην κιβωτό από ξύλο, το προζύμι της φρικτή ειδωλολατρία του δούλευε στο στήθος του. "

Eustathius Scr. Eccl., Theol., Commentarius in hexaemeron [Sp.]
Page 756, line 20

  Εσ δ υο το Χμ οδε· Χος, ξ ο Χουσαοι, ο νν Αθίοπες…

Ο Χούς είναι ένας γιος του Χαμ, και ο πατέρας του Nimrod του μεγάλου κυνηγού.
H  Γη του Χους ή του όρους Χους στην Παλαιά Διαθήκη δηλώνει το νότιο όριο της Αιγύπτου την Αιθιοπία ή Cush με την οποία συνδέεται…Ενώ Αιθιοπία ή Χους ονομάζεται γενικότερα από τους Έλληνες η Ασία αλλά και η γνωστή σε μας ως Νουβία και την Αβησσυνία.
 Στις αρχαίες αιγυπτιακές επιγραφές η Αιθιοπία ονομάζεται Kesh.
Όμως οι Χουσαίοι ονομάζονται και Κισσίτες ή Κουσίτες, ή Κασσίτες…ή Κασσαίοι ή Κοσσαίοι ήταν αρχικά ένας νομαδικός λαός. Ενώ η αρχική πατρίδα των Kassites είναι ασαφής, αλλά φαίνεται να θεωρούν ότι βρίσκεται στο βουνό του Ζάγρου που φέρει το όνομα του πρώτου Διονύσου / Ζαγρέα…
Aeschylus Trag., Fragmenta
Tetralogy 10, play B, fragment 86, line 4
      
  ’ κισσες πόλλων, βακχ<ε>ι{ος}όμαντις .

κισς-εύς, , the ivy-crowned, κ. πόλλων, βακχεύς, μάντις A. Fr.341.
 Κισσήεις οι στεφανωμένοι με κισσό
Κισσηρεφής ο σκεπασμένος με κισσό
Κισσοδέτας – στεφανωμένος με κισσό, επίθετο του Βάκχου, Διονύσου
Κισσοχίτων ντυμένος με κισσό, επίθετο του Βάκχου, Διονύσου
Κισσών ο τόπος ο κατάφυτος από κισσούς/κιττούς
Κισσός ή κιττός ή ιψός, ή καγχαμος, ή κισσαρος, ή κλύμενον ή ΧΕΝ-ΟΣΙΡΙΣ (ο)

Ενώ ο Κισσός (Χέδερα η έλιξ -Hedera helix), ονομάζεται και ΔΙΟΝΥΣΙΟΝ, γιατί είναι αφιερωμένο στον Διόνυσο… βλέπε παλαιότερο κείμενο (Χαρ' να κισσε Διόνυσε )


Μετά την μικρή σύνδεση με τα προηγούμενα κείμενα περνάω στον Νεμρώδ –Nimrod  και σε μεγαλύτερη ανάλυση των στοιχείων που έχουμε στην διάθεση μας από τα αρχαία κείμενα…


Joannes Chrysostomus Scr. Eccl., In Genesim (homiliae 1-67)
Vol 53, pg 272, ln 22

                                                            Ετα
ντεθεν διηγουμένη θεία Γραφ τος κ τν παίδων
τεχθέντας, φησί· Χμ δ γέννησε τν Χούς· κα πάλιν·
Χο
ς δ γέννησε τν Νεβρώδ.

Hippolytus Scr. Eccl., Chronicon
Section 54, line 2

   Νεβρδ δ γίγας, υἱὸς
Χος το Αθίοπος, οτος ες τν βρσιν ατος
κυνηγν χωρήγει θηρία φαγεν.

Hippolytus Scr. Eccl., Chronicon
Section 105, line 1

         (12)
κα Νεβρδ γίγας Αθιοψ.

Hippolytus Scr. Eccl., Chronicon
Section 109, line 1

   [
γέγραπται γάρ· κα Χος γέννησε
τν Νεβρδ τν Αθίοπα γίγαντα κυνηγόνς
Νεβρδ γίγας κυνηγός.

Georgius Monachus Chronogr., Chronicon breve (lib. 1-6) (redactio recentior)
Volume 110, page 53, line 14

     
Περ το Νεβρώδ.

 Μετ δ τατα γέγονέ τις γίγας, τονομα
Νεβρδ, υἱὸς Χος το Αθίοπος, κ φυλς Χάμ·
ς κτίσας τν Βαβυλνα πόλιν κα πρτος κατα-
δείξας
κυνηγίαν κα μαγείαν, Περσν πρώτευσε,
διδάξας
ατος στρονομίαν κα στρολογίαν, τ
ο
ρανί κινήσει τ περ τος τικτομένους πάντα
δ
θεν σημαίνοντα.

Joannes Malalas Chronogr., Chronographia (eclogae e cod. Paris. gr. 1336)
Page 233, line 32

Γίνονται ον π δμ ως τς πυργοποιΐας τη <͵βϡκβ>· κα
λοιπν ο τν πύργον οκοδομοντες σαν θνη <ο>, ο κα ες γλώς-
σας διεμερίσθησαν π προσώπου πάσης τς γς· δ Χος
Αθίοψ κ τς φυλς το Σμ γέννησε τν Νεβρδ τν  
γίγαντα
, τν τν Βαβυλνα κτίσαντα, ν λέγουσιν ο Πέρσαι,
ποθεωθέντα κα γενόμενον ν τος στροις το ορανο.

Συνεχίζεται…

17 Ιανουαρίου 2012

εύΐα τον όφιν παίδες 'Εβραίων ονομάζουσι


Παραπάνω είδαμε ότι τα φίδια είναι αυτά που αρέσκονται στο γάλα της συκιάς ή της φραγκοσυκιάς.
Όμως σύκο είναι το όνομα και του γυναικείου μορίου/ αιδοίου.
Η ‘Εχιδνα είναι ο θηλυκός όφις,  κατα τὸ ἥμισυ μὲν γυναῖκα, τὸ ἥμισυ δ' ὄφιν οὖσαν.

Etymologicum Gudianum, Etymologicum Gudianum (ἀάλιον – ζειαί)
Alphabetic entry epsilon, page 574, line 5

 <Ἔχιδνα>· παρὰ τὸ ἔχις, ὃ σημαίνει τὸν ὄφιν· <ἢ παρὰ τὸ ἔχω
καὶ τὸ ἰός> γίνεται ἔχια καὶ πλεονασμῷ τῶν συμφώνων γίνεται ἔχιδνα,
ἡ ἐν αὑτῇ τὸν ἰὸν ἔχουσα.

Και η κατέχουσα τον ιόν, δηλαδή το φαρμάκι, το δηλητήριο, αλλα και το βέλος, την σαίτα κλπ

Περί σαίτα κλπ σε προηγούμενα κείμενα :

 {Σελεύκου} <Ἔχις>· ὅτι μόνον τῶν ὄφεων μὴ ᾠοφορῆσαν τίκτει, καὶ παρ'
ἑαυτῷ κατέχει καὶ ζῳοφορῆσαν τίκτει οὐκ ὠόν, ἀλλὰ τέλεια τὰ ἑρπετά·
ἀπὸ τοῦ κατέχειν οὖν ἔχις.

Αθάνατη νύμφη και αγήραντη πάντα που μαζί με τον Τυφώνα έχουν σμίξει κι έχουν «γεννήσει» κι έχουν γαλουχήσει μια σειρά από τέκνα – τέρατα  στην ελληνική μυθολογία.

Ὄρθον μὲν πρῶτον κύνα γείνατο Γηρυονῆι·
Τον Κέρβερον ὠμηστήν,
τὸ τρίτον Ὕδρην
ἡ δὲ Χίμαιραν
τὴν μὲν Πήγασος, ἡ δ' ἄρα Φῖκ' ὀλοὴν τέκε Καδμείοισιν ὄλεθρον,
Νεμειαῖόν τε λέοντα,
Και κατ ΄αλλους και τον αετό του  Προμηθέα
- φησὶ τὸν ἀετὸν τὸν ἐπιπεμφθέντα Προμηθεῖ.

Όλα τα παραπάνω είναι τα γεννήματα της ’Εχιδνας.
Όμως στα κειμενα βρίσκουμε για την έχιδνα τα παρακάτω:

Από τα φολιδωτά  φίδια και ενώ ολοι οι όφεις ωοτοκούν η Εχιδνα γεννά ζωντανά φίδια.- ζωοτοκεί
Aristoteles et Corpus Aristotelicum Phil., Historia animalium
Bekker page 490b, line 25

Ὅσα μὲν οὖν ζῳοτόκα, οὐ πάντα τρίχας
ἔχει, ὅσα δ' ᾠοτόκα, φολίδας· ἔστι δ' ἡ φολὶς ὅμοιον
χώρᾳ λεπίδος. Ἄπουν δὲ φύσει ἐστὶν ἔναιμον πεζὸν τὸ τῶν
ὄφεων γένος· ἔστι δὲ τοῦτο φολιδωτόν. Ἀλλ' οἱ μὲν ἄλλοι
ᾠοτοκοῦσιν ὄφεις, ἡ δ' ἔχιδνα μόνον ζῳοτοκεῖ.

Aristoteles et Corpus Aristotelicum Phil., Mirabilium auscultationes
Bekker page 846b, line 18

 Τοῦ περκνοῦ ἔχεως τῇ ἐχίδνῃ συγγινομένου, ἡ ἔχιδνα
ἐν τῇ συνουσίᾳ τὴν κεφαλὴν ἀποκόπτει. διὰ τοῦτο καὶ τὰ
τέκνα, ὥσπερ τὸν θάνατον τοῦ πατρὸς μετερχόμενα, τὴν
γαστέρα τῆς μητρὸς διαρρήγνυσιν.

Scholia In Euripidem, Scholia in Euripidem (scholia vetera)
Vita-argumentum-scholion sch Or, section 524, line 2

<τὸ θηριῶδες τοῦτο>: τοῦτο διὰ τὸ λεγόμενον περὶ τῶν
ἐχιδνῶν ὅτι μετὰ τὴν συνουσίαν φονεύει τὸν ἄρρενα ἡ ἔχιδνα, οἱ δὲ
γεννώμενοι ὥσπερ τιμωρούμενοι τὸν τοῦ πατρὸς φόνον διατρήσαντες τὴν
κοιλίαν τῆς μητρὸς καὶ φονεύσαντες αὐτὴν γεννῶνται ὡς Νίκανδρος
ἐν τοῖς Θηριακοῖς [130 sq.].

Η Εχιδνα είναι το φίδι εκείνο που κατά την συνουσία αποκόπτει την κεφαλή του αρσενικού και για αυτό τον λόγο και τα τέκνα καθώς μετέχουν στον θάνατο του πατρός τους σκίζουν την κοιλιά της μητέρας του και βγαίνουν !!!

Antigonus Paradox., Historiarum mirabilium collectio
Chapter 21, section 4, line 1

οὐδὲ ἔχιδνα δίς· ἐσθίει γὰρ αὐτῆς τὴν κοιλίαν τὰ ἔμβρυα.

Philumenus Med., De venenatis animalibus eorumque remediis
Chapter 17, section t, line 1

ἔχις καὶ ἔχιδνα.>

Aëtius Med., Iatricorum liber xiii
Chapter 23, line 1
Περὶ Ἔχεως καὶ Ἐχίδνης.
 Ἡ ἔχιδνα κατὰ μὲν τὴν χροιὰν ἐστὶν ὑπόξανθος, διακεκοσμημένη
στιγμαῖς πολλαῖς τριχοειδέσι· μέγεθος δὲ αὐτῆς πήχεος ἑνός, τῆς δὲ
μεγίστης παλαιστῶν τριῶν· οὐρὰν δὲ ἔχει ἀθρόως εἰς λεπτὸν λήγου-
σαν καὶ οὐ κατὰ βραχὺ μειουμένην, καὶ παντάπασιν ἄσαρκον καὶ
τραχεῖαν.
Η περιγραφή της παραπάνω με χροιά υπόξανθη και διακοσμημένη με πολλα στίγματα τριχοειδή το μέγεθος της ένας πήχης  και φτάνει μέχρι το μέγιστο μέχρι 3 πήχεις παλαιστών, ουρά που λήγει λεπτή και άσαρκη και τραχιά.
Είναι η γνωστή μας Οχιά ή ‘Οχεντρα



Cyranides, Cyranides
Book 2, section 12, line 2
Περὶ ἐχίδνης.
2.12.2
 Ἔχιδνά ἐστιν ζῷον συρτὸν πᾶσι γνωστόν.
 Τοῦτο ζῶν ἀγρευόμενον παρὰ τῶν ἰδιωτῶν, διαιρούμενον μέρους τι-
νὸς τοῦ πρὸς τῇ κεφαλῇ καὶ μέρους τινὸς τοῦ πρὸς τῇ οὐρᾷ ὡς μὴ ἀπο-
μεῖναι τὸ τυχὸν ἀπὸ τοῦ ἰοῦ ἐν τῷ μέσῳ, τὸ λοιπὸν ἐκζέσαντες καὶ
διελόντες τὰς σάρκας τῆς ἀκάνθης ἐμβάλλουσιν εἰς χύτραν καινὴν με-
γάλην σὺν ἁλσὶ καὶ βάλλουσιν εἰς κάμινον νυχθήμερον ἕως φρυχθῶσιν
καὶ μίξαντες βάλλουσιν ἀρώματα. ποιοῦσι πρὸς πᾶσαν νόσον ἀνθιστα-
μένην. αὕτη ἰᾶται ἐλεφαντιῶσιν, λεπροῖς, ποδαγροῖς, ἐπιληπτικοῖς,
παραλύτοις καὶ ὅσα ἀπεγνωσμένα πάθη θεραπεύει.
 Τῆς δὲ ἐχίδνης τὸ στέαρ ὀξυδέρκειαν παρέχει, καὶ ἰᾶται πᾶσαν
ἀμβλυωπίαν. οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ περιαπτόμενοι πᾶσαν ὀφθαλμίαν ἰῶνται.
οἱ δὲ ὀδόντες ὀδονταλγίαν καὶ παίδων ἀνωδύνως ὀδοντοφυΐαν ἐργάζονται.
 Διώκει δὲ αὐτὴν λίθος γαγάτης. θυμιώμενος καὶ πινόμενος δὲ τὰ
ἐξ αὐτῆς δήγματα ἰᾶται σὺν ἐλαφείῳ μυελῷ.  

Όμως ως γιατρικό η έχιδνα παρέχει μια σειρά από φάρμακα- αφού έχει αφαιρεθεί το κεφάλι με το δηλητήριο της και η ουρά- κατάλληλα  για ελεφαντίαση, λέπρα, ποδάγρα, επιληψία κλπ Το δε λίπος της θεραπεύει την αμβλυωπία, κάθε ειδος οφθαλμικών προβλημάτων και οδονταλγιες και οδοντοφυία παιδιών κλπ. Την διώχνει ο λίθος γαγάτης ενώ τα δαγκώματά της τα θεραπεύουν με μυελό ελαφιού.

Και ενώ στην Ησιοδου Θεογονία ο Ηρακλής έρχετε σε επαφή με μιξο-πάρθενο γυνή, διφυή στην ουσία σαν την παραπάνω μας Εχιδνα όπως και στο κειμενο της ιστορίας του  Ηροδότου, και αποκτά μαζί της μάλιστα και παιδιά όπως τον Ἀγάθυρσον  τον Γελωνόν και τον  Σκύθην δὲ τῷ νεωτάτῳ·

Herodotus Hist., Historiae
Book 4, section 9, line 1

ἐνθαῦτα δὲ αὐτὸν εὑρεῖν ἐν ἄντρῳ μιξο-
πάρθενόν τινα ἔχιδναν διφυέα, τῆς τὰ μὲν ἄνω ἀπὸ τῶν
γλουτῶν εἶναι γυναικός, τὰ δὲ ἔνερθε ὄφιος
. Ἰδόντα δὲ καὶ
θωμάσαντα ἐπειρέσθαι μιν εἴ κου εἶδεν ἵππους πλανω-
μένας. Τὴν δὲ φάναι ἑωυτὴν ἔχειν καὶ οὐκ ἀποδώσειν
ἐκείνῳ πρὶν ἤ οἱ μιχθῇ· τὸν δὲ Ἡρακλέα μιχθῆναι ἐπὶ
τῷ μισθῷ τούτῳ. Κείνην τε δὴ ὑπερβάλλεσθαι τὴν ἀπόδοσιν
τῶν ἵππων, βουλομένην ὡς πλεῖστον χρόνον συνεῖναι τῷ
Ἡρακλέϊ, καὶ τὸν κομισάμενον ἐθέλειν ἀπαλλάσσεσθαι.
Τέλος δὲ ἀποδιδοῦσαν αὐτὴν εἰπεῖν· «Ἵππους μὲν δὴ
ταύτας ἀπικομένας ἐνθάδε ἔσωσά τοι ἐγώ, σῶστρα δὲ σὺ
παρέσχες· ἔχω γὰρ ἐκ σέο παῖδας τρεῖς. Τούτους, ἐπεὰν
γένωνται τρόφιες, ὅ τι χρὴ ποιέειν ἐξηγέο σύ, εἴτε αὐτοῦ  
κατοικίζω (χώρης γὰρ τῆσδε ἔχω τὸ κράτος αὐτή) εἴτε
ἀποπέμπω παρὰ σέ.» Τὴν μὲν δὴ ταῦτα ἐπειρωτᾶν, τὸν
δὲ λέγουσι πρὸς ταῦτα εἰπεῖν· «Ἐπεὰν ἀνδρωθέντας ἴδηαι
τοὺς παῖδας, τάδε ποιεῦσα οὐκ ἂν ἁμαρτάνοις· τὸν μὲν ἂν
ὁρᾷς αὐτῶν τόδε [τὸ] τόξον ὧδε διατεινόμενον καὶ τῷ
ζωστῆρι τῷδε κατὰ τάδε ζωννύμενον, τοῦτον μὲν τῆσδε
τῆς χώρης οἰκήτορα ποιεῦ· ὃς δ' ἂν τούτων τῶν ἔργων
τῶν ἐντέλλομαι λείπηται, ἔκπεμπε ἐκ τῆς χώρης. Καὶ
ταῦτα ποιεῦσα αὐτή τε εὐφρανέαι καὶ τὰ ἐντεταλμένα
ποιήσεις.» Τὸν μὲν δὴ εἰρύσαντα τῶν τόξων τὸ ἕτερον
(δύο γὰρ δὴ φορέειν τέως Ἡρακλέα) καὶ τὸν ζωστῆρα
προδέξαντα παραδοῦναι τὸ τόξον τε καὶ τὸν ζωστῆρα
ἔχοντα ἐπ' ἄκρης τῆς συμβολῆς φιάλην χρυσέην, δόντα
δὲ ἀπαλλάσσεσθαι. Τὴν δ', ἐπεί οἱ γενομένους τοὺς παῖδας
ἀνδρωθῆναι, τοῦτο μέν σφι οὐνόματα θέσθαι, τῷ μὲν Ἀγά-
θυρσον αὐτῶν, τῷ δ' ἑπομένῳ Γελωνόν, Σκύθην δὲ τῷ
νεωτάτῳ· τοῦτο δὲ τῆς ἐπιστολῆς μεμνημένην αὐτὴν
ποιῆσαι τὰ ἐντεταλμένα. Καὶ δὴ δύο μέν οἱ τῶν παίδων,
τόν τε Ἀγάθυρσον καὶ τὸν Γελωνόν, οὐκ οἵους τε γενο-
μένους ἐξικέσθαι πρὸς τὸν προκείμενον ἄεθλον, οἴχεσθαι
ἐκ τῆς χώρης ἐκβληθέντας ὑπὸ τῆς γειναμένης, τὸν δὲ
νεώτατον αὐτῶν Σκύθην ἐπιτελέσαντα καταμεῖναι ἐν τῇ  
χώρῃ. Καὶ ἀπὸ μὲν Σκύθεω τοῦ Ἡρακλέος γενέσθαι τοὺς
αἰεὶ βασιλέας γινομένους Σκυθέω
ν, ἀπὸ δὲ τῆς φιάλης ἔτι
καὶ ἐς τόδε φιάλας ἐκ τῶν ζωστήρων φορέειν Σκύθας. Τὸ
δὲ μεῖναι μηχανήσασθαι τὴν μητέρα Σκύθῃ. Ταῦτα δὲ
Ἑλλήνων οἱ τὸν Πόντον οἰκέοντες λέγουσι.

Ο Ηρακλής συναντά την διφυή Εχιδνα και την θαύμασε. Για να την ανταμείψει για την επιστροφή των φοράδων του, καθώς εκείνη του ζητά εύρετρα σμίγει μαζί της. Και μαλιστα αποκτά και τρία παιδιά. Εκεινη  του ζητά την λύση τι να τα κάνει αν μεγαλώσουν. Να τα του τα στείλει, να τα εγκαταστήσει στην   χώρα που εξουσιάζει.
Της αφήνει δε εντολή να τους μάθει να χρησιμοποιούν το τόξο του- είχε δύο μαζί του. Οποιος μάθαινε να δένει το τοξο του και το ζωνάρι του κατά τον δικό του τρόπο θα γινόταν ο οικιστής του τόπου. ΟΙ δύο γιοί του διωχθηκαν γιατι δεν τα  καταφεραν ο δε μικροτερος ο Σκύθης τα καταφερε και έγινε ο οικιστής και ο διαδοχός του ως βασιλεύς των Σκυθών.  Και εις ανάμνηση της φιάλης του Ηρακλέους φέρουν φιάλη στην ζώνη τους

Θυμίζει όλη αυτή η ιστορία βέβαια τον Οδυσσέα και το τόξο του, ή την αναγνώριση του Θησέα αλλα αλλης στιγμή τα παραπάνω. 

Και ο Ησιοδος την τοποθετεί στην Λυδία κοντά στον ποταμό Πακτωλό στην Γυγαία ή στην Ασκανία στα Εινάριμα Ορη …

Scholia In Lycophronem, Scholia in Lycophronem (scholia vetera et recentiora partim Isaac et Joannis Tzetzae)
Scholion 1353, line 4
 *Κίμψος δὲ κώμη Λυδίας ὁ δὲ Πακτωλὸς ποτα-
μὸς Λυδίας χρυσοῦν πρὶν ψῆγμα ἔχων, νῦν δὲ
ὕελον*  λίμνην δὲ λέγει ἤτοι τὴν Γυγαίαν ἢ τὴν Ἀσκα-
νίαν. πλησίον δὲ Λυδίας εἰσὶ τὰ Εἰνάριμα ὄρη, ὅπου φησὶν
Ἡσίοδος εἶναι ss4 τὴν Ἔχιδναν (Θ 304). ταύτῃ δὲ συνεμίγη
ὁ Τυφών. ss3s4 καὶ ἐγεννήθη ἐξ αὐτῶν ἑτέρα Ἔχιδνα μεγάλη

.Και έχουμε τον Ιππόλυτο που αναφέρει τα κείμενα των Ελλήνων παραφρασμένα και η ιστορία του Ηρακλή με την διφυή κόρη-Εχιδνα δίδεται ως η  ιστορία του Ελωχειμ με την Εδέμ…στο παρακάτω κείμενο …παραφρασμένο και παραπλήσια φτιαγμένο κατά πως τους βολευει με αφορμή ιστορίες όπως του Ηροδότου και του Ηρακλή που ειδαμε παραπάνω…

Hippolytus Scr. Eccl., Refutatio omnium haeresium (= Philosophumena)
Book 5, chapter 26, section 2, line 1

αὕτη δὲ ἐπιγράφεται Βαρούχ· ἐν ᾗ μίαν τῶν πολλῶν
μυθολογίαν ἐκτιθεμένην ὑπ' αὐτοῦ δηλώσομεν <προ>οῦσαν παρὰ
Ἡροδότῳ· ἣν ὡς ξένην τοῖς ἀκροαταῖς παραπλάσας διηγεῖται, ἐξ αὐτῆς
πᾶσαν σύστασιν τοῦ κατ' αὐτὸν διδασκαλ<ε>ίου ποιούμενος.
Ἡρόδοτος μὲν οὖν τὸν Ἡρακλέα φησὶν ἀπὸ τῆς Ἐρυθείας τοῦ
Γηρυόνου τὰς βοῦς ἄγοντα εἰς τὴν Σκυθίαν ἐλθεῖν, κεκμηκότα δὲ ἀπὸ
τῆς πορείας εἰς ἔρημόν τι χωρίον κατακλιθέντα κοιμηθῆναι ὀλίγον·  
ὑπνώσαντος δὲ αὐτοῦ ἀφανῆ γενέσθαι τὸν ἵππον, ἐφ' οὗ καθεζόμενος
διώδευσε τὴν μακρὰν ὁδόν. περιεγερθεὶς δὲ ζήτησιν ἐποιεῖτο ἐπὶ τῆς
ἐρημίας πολλήν, εὑρεῖν πειρώμενος τὸν ἵππον· καὶ τοῦ μὲν ἵππου δια-
μαρτάνει, κόρην δέ τινα μιξοπάρθενον εὑρὼν ἐπὶ τῆς ἐρημίας ἐπηρώ-
τα, εἰ εἴη που τεθεαμένη τὸν ἵππον. ἡ δὲ κόρη φησὶν εἰδέναι μέν, μὴ
δείξειν δὲ πρότερον αὐτῷ, εἰ μὴ πρὸς μίξιν φιλίας συνέλθῃ αὐτῇ ὁ
Ἡρακλῆς. ἦν δέ, φησὶν ὁ Ἡρόδοτος, τὰ <μὲν> ἄνω αὐτῆς μέχρι βουβῶν-
ος παρθένου, πᾶν δὲ τὸ κάτω σῶμα μετὰ βουβῶνα φρικτόν τι θέαμα
ἐχίδνης. σπουδῇ δὲ τῆς περὶ τὸν ἵππον εὑρέσεως ὁ Ἡρακλῆς πείθεται
τῷ θηρίῳ· ἔγνω γοῦν αὐτὴν καὶ ἐποίησεν ἐγκύμονα, καὶ προεῖπεν
αὐτῇ μετὰ τὴν γνῶσιν ὅτι ἔχει κατὰ γαστρὸς ἐξ αὐτοῦ τρεῖς ὁμοῦ
παῖδας, οἵτινες ἔσονται ἐπιφανεῖς. ἐκέλευσε δὲ αὐτοῖς γεννωμένοις ὀνό-
ματα θεῖναι τὴν τεκοῦσαν Ἀγάθυρσον, Γελωνὸν καὶ Σκύθην. λαβὼν δὲ
τούτου μισθὸν τὸν ἵππον παρὰ τῆς θηριώδους κόρης, ἀπηλ<λ>άττετο
φέρων καὶ τὰς βοῦς. μακρὸς δὲ ὁ μετὰ ταῦτα μῦθος Ἡροδότῳ, χαιρέτω
δὲ τὸ νῦν· τίνα δὲ τὰ Ἰουστίνῳ δοκοῦντα, μετάγοντι τὸν μῦθον εἰς τὴν
τῶν ὅλων γέννησιν, ἡμεῖς διηγησόμεθα.

Οὗτός φησιν· ἦσαν τρεῖς ἀρχαὶ τῶν ὅλων ἀγέννητοι, ἀρρενικαὶ δύο,
θηλυκὴ μία. τῶν δὲ ἀρρενικῶν ἡ μέν τις <ἀρχὴ> καλεῖται ἀγαθός, αὐτὸ
μόνον οὕτως λεγόμενος, προγνωστικὸς τῶν ὅλων, ἡ δὲ ἑτέρα πατὴρ
πάντων τῶν γεννητῶν, ἀπρόγνωστος <καὶ ἄγνωστος> καὶ ἀόρατος. ἡ δὲ
θήλ(εια) ἀπρόγνωστος, ὀργίλη, διγνώμων, δισώμ<ατ>ος, κατὰ πάντα τῇ
κατὰ τὸν Ἡροδότου μῦθον <κόρῃ> ἐμφερής, μέχρι βουβῶνος παρθένος,  
ἔχιδνα δὲ τὰ κάτω, ὥς φησιν Ἰουστῖνος· καλεῖται δὲ Ἐδὲμ αὕτη ἡ
κόρη καὶ Ἰσραήλ. αὗται, φησίν, <εἰσὶν> αἱ ἀρχαὶ τῶν ὅλων, ῥίζαι καὶ
πηγαὶ ἀφ' ὧν τὰ ὄντα ἐγένετο· ἄλλο δὲ ἦν οὐδέν. ἰδὼν οὖν ὁ πατὴρ τὴν
μιξοπάρθενον ἐκείνην τὴν Ἐδέμ, ἀπρόγνωστος ὢν ἦλθεν εἰς ἐπιθυμίαν
αὐτῆς – Ἐλωεὶμ δέ, φησί, καλεῖται οὗτος ὁ πατήρ – · οὐδὲν <δὲ> ἧττον
ἐπεθύμησε καὶ ἡ Ἐδὲμ τοῦ Ἐλωείμ, καὶ συνήγαγεν αὐτοὺς ἡ ἐπιθυμία
εἰς μίαν φιλίας εὔνοιαν. γεννᾷ δὲ ἀπὸ τῆς συνόδου τῆς τοιαύτης ὁ
πατὴρ ἐκ τῆς Ἐδὲμ ἑαυτῷ ἀγγέλους δώδεκα, ὀνόματα δέ ἐστι τῶν
πατρικῶν ἀγγέλων τάδε· Μιχαήλ, Ἀμήν, Βαρούχ, Γαβριήλ, Ἠσαδδαῖος
<*> καὶ τῶν μητρικῶν ἀγγέλων, ὧν ἐποίησεν ἡ Ἐδέμ, ὁμοίως ὑποτέ-
τακται τὰ ὀνόματα· ἔστι δὲ ταῦτα· Βάβελ, Ἀχαμώθ, Νάας, Βήλ, Βελίας,
Σατάν, Σαήλ, Ἀδωναῖος, Καυίθαν, Φαραώθ, Καρκαμενώς, Λάθεν.
τούτων <δὲ> τῶν εἰκοσιτεσσάρων ἀγγέλων οἱ μὲν πατρικοὶ τῷ πατρὶ  
συναίρονται καὶ πάντα ποιοῦσι κατὰ τὸ θέλημα αὐτοῦ, οἱ δὲ μητρικοὶ
τῇ μητρὶ Ἐδέμ. τούτων δὲ τῶν ἀγγέλων ὁμοῦ πάντων τὸ πλῆθος ὁ
παράδεισος, φησίν, ἐστί, περὶ οὗ λέγει Μωσῆς· «ἐφύτευσεν ὁ θεὸς
παράδεισον ἐν Ἐδὲμ κατὰ ἀνατολάς», τουτέστι κατὰ πρόσωπον τῆς
Ἐδέμ, ἵνα βλέπῃ τὸν παράδεισον ἡ Ἐδέμ – τουτέστι τοὺς ἀγγέλους – 
διὰ παντός. τούτου <γὰρ> τοῦ παραδείσου ἀλληγορικῶς οἱ ἄγγελοι
κέκληνται ξύλα, καὶ ἔστι τὸ <μὲν> ξύλον τῆς ζωῆς ὁ τρίτος τῶν πατρι-
κῶν ἀγγέλων, <ὁ> Βαρούχ, τὸ δὲ ξύλον τοῦ εἰδέναι γνῶσιν καλοῦ καὶ
πονηροῦ ὁ τρίτος τῶν μητρικῶν ἀγγέλων, ὁ Νάας. οὕτως γὰρ δέχεται
τὰ Μωσέως ἑρμηνεύειν λέγων· περιεσταλμένως αὐτὰ εἶπεν ὁ Μωϋσῆς
διὰ τὸ μὴ πάντας χωρεῖν τὴν ἀλήθειαν… κλπ κλπ

Παρακάτω βέβαια το κειμενο μιλαει για το αμάρτημα στην Εδέμ ειναι η μοιχεία της Εύας, του δε Αδάμ ειναι η αρσενοκοιτία 

Ἰδὼν <δὲ> ταῦτα ὁ πατὴρ Ἐλωείμ, ἐκπέμπει τὸν Βαρούχ, τὸν τρίτον
ἄγγελον τῶν ἑαυτοῦ, εἰς βοήθειαν τῷ πνεύματι <αὐτοῦ,> τῷ ὄντι ἐν
τοῖς ἀνθρώποις πᾶσιν. ἐλθὼν οὖν ὁ Βαροὺχ ἔστη ἐν μέσῳ τῶν ἀγγέλων
τῆς Ἐδέμ – τουτέστιν ἐν μέσῳ τοῦ παραδείσου· παράδεισος γὰρ οἱ
ἄγγελοι, ὧν μέσος ἔστη – καὶ παρήγγειλε τῷ ἀνθρώπῳ «ἀπὸ παντὸς
ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ βρώσει φαγεῖν, ἀπὸ δὲ τοῦ <ξύλου τοῦ>
γινώσκειν τὸ καλὸν καὶ τὸ πονηρὸν μὴ φαγεῖν», ὅπερ ἐστὶν ὁ Νάας·

τουτέστι τοῖς μὲν ἄλλοις ἀγγέλοις πείθεσθαι, τοῖς ἕνδεκα τῆς Ἐδέμ,
<τῷ δὲ Νάας οὐκέτι.> πάθη μὲν γὰρ ἔχουσιν οἱ ἕνδεκα, παρανομίαν δὲ
οὐκ ἔχουσιν, ὁ δὲ Νάας παρανομίαν ἔσχε· προσῆλθε γὰρ τῇ Εὔᾳ
ἐξαπατήσας αὐτὴν καὶ ἐμοίχευσεν αὐτήν, ὅπερ ἐστὶ παράνομον· προσῆλ-
θε δὲ καὶ τῷ Ἀδὰμ καὶ ἔσχεν αὐτὸν ὡς παιδ<ικ>ά, ὅπερ ἐστὶ καὶ
αὐτὸ παράνομον. ἔνθεν <δὲ> γέγονε μοιχεία καὶ ἀρσενοκοιτία, ἀπὸ
τότε <τε> ἐπεκράτησε τὰ κακὰ τοῖς ἀνθρώποις καὶ <κεχώρηκε> τὰ
ἀγαθά, ἐκ μιᾶς ἀρχῆς γενόμενα, τῆς τοῦ πατρός·
....






Scholia In Lycophronem, Scholia in Lycophronem (scholia vetera et recentiora partim Isaac et Joannis Tzetzae)
Scholion 1114, line 3a

ἢ s3 δράκαινα ἀντὶ τοῦ ἔχιδνα
εἶδος ἀντὶ εἴδους (912 P).
ἡ γὰρ ἔχιδνα μετὰ τὸ μιγῆναι
ἀναιρεῖ τὸν ὁμόζυγον ὡς καὶ
αὐτὴ τὸν ss3 Ἀγαμέμνονα s
ὁμόζυγον, τὸν ἴδιον σύνοικον
ἐφόνευσεν.

Scholia In Lycophronem, Scholia in Lycophronem (scholia vetera et recentiora partim Isaac et Joannis Tzetzae)
Scholion 1114, line 1b

             s3  
ἀντὶ τοῦ ἔχιδνα· λέγει δὲ τὴν Κλυταιμνήστραν.

Scholia In Lycophronem, Scholia in Lycophronem (scholia vetera et recentiora partim Isaac et Joannis Tzetzae)
Scholion 1114, line 5b

                        ὡς γὰρ
ἔχιδνα μετὰ τὸ μιγῆναι ἀναι-
ρεῖ τὸν ὁμόζυγον καὶ οἱ παί-
δους τὴν μητέρα τικτόμενοι
οὕτως καὶ ἡ Κλυταιμνήστρα
τὸν Ἀγαμέμνονα καὶ ὁ Ὀρέ- 
στης τὴν Κλυταιμνήστραν.

Scholia In Lycophronem, Scholia in Lycophronem (scholia vetera et recentiora partim Isaac et Joannis Tzetzae)
Scholion 1120, line 3

                                            ι 19026
 <σκύμνος δὲ>· σκύμνον λέγει τὸν Ὀρέστην υἱὸν
τοῦ Ἀγαμέμνονος, ἔχιδναν δὲ τὴν Κλυταιμνήστραν, παρ' ὅσον
καὶ ἡ ἔχιδνα ἐν μὲν τῇ συνουσίᾳ ἀναιρεῖ τὸν ἄρρενα, ἐν δὲ
τῷ τόκῳ ἀναιρεῖται αὐτὴ ὑπὸ τῶν τέκνων ἐσθιόντων αὐτῆς
τὴν γαστέρα καὶ οὕτως ἐξερχομένων

Η πιο γνωστή ‘Εχιδνα,  γυναίκα οχιά,  στα  αρχαία κειμενα αναφέρεται η Κλυταιμνήστρα που σκοτώνει το αρσενικό μετά την συνουσία και η ίδια βρίσκει φρικτό θάνατο από τα ίδια τα τέκνα της


Όμως υπάρχουν και κάποια κείμενα που μιλούν ξεκάθαρα για το ποια ήταν η Εχιδνα !!!  της Παλαιάς διαθήκης η ίδια η Εύα !!!

Clemens Alexandrinus Theol., Protrepticus
Chapter 2, section 12, subsection 2, line 6

. Αὐτίκα γοῦν κατὰ
τὴν ἀκριβῆ τῶν Ἑβραίων φωνὴν ὄνομα τὸ Ἕυια δασυνόμενον
ἑρμηνεύεται ὄφις ἡ θήλεια·

 
Epiphanius Scr. Eccl., Panarion (= Adversus haereses)
Volume 3, page 511, line 3

ἐκείνην τὴν Εὔαν ἔτι τὴν διὰ τοῦ ὄφεως ἀπατηθεῖσαν ἐπικα- 
λούμενοι ἢ διὰ τῆς δασείας φωνῆς τὸν ὄφιν ἀπὸ τῆς Ἑβραΐδος εἰς ἑαυτῶν
πλάνην κικλήσκοντες. Εὔα γὰρ κατὰ τὴν ψιλὴν ἀπόδοσιν τὴν γυναῖκα,
κατὰ δὲ τὴν δασεῖαν εὑΐα τὸν ὄφιν παῖδες Ἑβραίων ὀνομάζουσι.

Το όνομα το ίδιο της Εύας δηλώνει τον Οφι όπως τον ονομάζουν οι Εβραίοι !!!

Η ίδια η Εύα είναι μια ‘Εχιδνα κι ο Οφις  του Παραδείσου….



Και περνάμε και στα Γεννήματα Εχιδνών

Για να καταλήξουμε και στο κατά Ματθαίον  ή στο παρακάτω κείμενο όπου τα γενήματα Εχιδνας είναι πλέον οι Φαρισαίοι και οι Σαδδουκαίοι  που σκοτώνουν τους  νοερούς πατέρας και τους προφήτες που εμφανίζονται.

Κατά Ματθαίον 3.7

 Ἰδὼν δὲ πολλοὺς τῶν Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων
ἐρχομένους ἐπὶ τὸ βάπτισμα αὐτοῦ εἶπεν αὐτοῖς,
Γεννήματα ἐχιδνῶν, τίς ὑπέδειξεν ὑμῖν φυγεῖν
 ἀπὸ τῆς μελλούσης ὀργῆς;         
ποιήσατε οὖν καρπὸν ἄξιον τῆς
μετανοίας·

Physiologus, Physiologus (redactio prima)
Section 10, line 12

Καλῶς οὖν παρεπλησίασεν ὁ Ἰωάννης τῇ ἐχίδνῃ τοὺς Φαρισαίους·
ὃν τρόπον γὰρ ἀποκτείνει ἡ ἔχιδνα τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα, οὕτω
καὶ οὗτοι ἀπέκτειναν τοὺς νοεροὺς αὑτῶν πατέρας, τοὺς προφήτας, φησί,
καὶ τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ τὴν Ἐκκλησίαν· πῶς οὖν
φύγωσιν ἀπὸ τῆς μελλούσης ὀργῆς;

Κατά τον Δαμασκιο στον Φαίδωνα του Πλάτωνα αναφέρει

Damascius Phil., In Phaedonem (versio 1)
Section 539, line 3

                                                 – Ὁ μὲν Τυφῶν τῆς παντοίας
τῶν ὑπογείων πνευμάτων καὶ ὑδάτων καὶ τῶν ἄλλων στοιχείων βιαίου κινήσεως
αἴτιος· ἡ δὲ Ἔχιδνα τιμωρὸς αἰτία καὶ κολαστικὴ λογικῶν τε καὶ ἀλόγων ψυχῶν,
διὸ τὰ μὲν ἄνω παρθένος, τὰ δὲ κάτω ἐστὶν ὀφεώδης· ὁ δὲ Πύθων φρουρὸς
τῆς μαντικῆς ὅλης ἀναδόσεως.


Damascius Phil., In Phaedonem (versio 2)
Section 142, line 2

        – [111e6 – 112a5] Ὅτι Ταρτάρου καὶ Γῆς τῆς συζυγούσης Οὐρανῷ ὁ
Τυφῶν ἡ Ἔχιδνα ὁ Πύθων, οἷον Χαλδαϊκή τις τριὰς [frg. 4] ἔφορος τῆς ἀτάκτου
πάσης δημιουργίας.

Damascius Phil., In Phaedonem (versio 2)
Section 142, line 5

                    ἡ δὲ Ἔχιδνα ἡ δύναμις καὶ τὸ θῆλυ καὶ προοδικὸν αἴτιον τῆς
ἀτάκτου φύσεως.

Στην ουσία θεωρεί την Εχιδνα τη δύναμη, τη θηλυκή δύναμη και το προοδικόν αίτιο της άτακτης φύσεως, ενώ την παρουσιάζει ως την μια από την τριάδα της χαλδαικής λατρείας  μαζί με τον Τυφώνα και τον Πύθωνα.

Ενώ το άλλο της όνομα είναι η Τηνία ή της Τήνου δηλαδή, και εχω ήδη αναφέρει και και παλιότερα κείμενα με την Τήνο που φέρει το επίθετο Οφιούσα μαζί με την Ρόδο.

Hesychius Lexicogr., Lexicon (Π – Ω)
Alphabetic letter tau, entry 802, line 1

                     Ταραντῖνοι
<Τηνία>· ἔχιδνα. ἄλλοι δὲ τὴν στηθοδέσμην


Athenagoras Apol., Legatio sive Supplicatio pro Christianis
Chapter 20, section 4, line 5

                              καὶ τίς ἂν ἄνθρωπος κεκριμένος
καὶ ἐν θεωρίᾳ γεγονὼς ὑπὸ θεοῦ γεννηθῆναι πιστεύσαι ἔχιδναν – 
Ὀρφεύς·
     ἂν δὲ Φάνης ἄλλην γενεὴν τεκνώσατο δεινήν
     νηδύος ἐξ ἱερῆς, προσιδεῖν φοβερωπὸν Ἔχιδναν,
     ἧς χαῖται μὲν ἀπὸ κρατὸς καλόν τε πρόσωπον
     ἦν ἐσιδεῖν, τὰ δὲ λοιπὰ μέρη φοβεροῖο δράκοντος
     αὐχένος ἐξ ἄκρου – 
ἢ αὐτὸν τὸν Φάνητα δέξαιτο, θεὸν ὄντα πρωτόγονον (οὗτος γάρ
ἐστιν ὁ ἐκ τοῦ ᾠοῦ προχυθείς), ἢ σῶμα ἢ σχῆμα ἔχειν δράκοντος
καταποθῆναι ὑπὸ τοῦ Διός, ὅπως ὁ Ζεὺς ἀχώρητος γένοιτο;


….συνεχίζετε ….
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...