Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σεμέλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σεμέλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

1 Μαρτίου 2014

Ἔστι δὲ πνεῦμα ῥύσις συνεχὴς ἀέρος ἐπὶ μῆκος ΙΙ



Εκ του Ρέω, ρύω και ρύσις … και σύνδεση του με την  Ρέα, Αηρ/Ηρα, Άρη κλπ
 Ενώ στον Ολυμπιόδωρο το νεότερο στα σχόλια του διαβάζουμε :

 Olympiodorus Phil., In Aristotelis meteora commentaria
Page 335, line 5n
 <στι δ πνεμα ύσις συνεχς έρος π μκος.>
 Πνεμα νν λέγει ο τν νεμον (νωτέρω γρ κατέτρεχεν ππο-
κράτους ς λέγοντος τν νεμον έρος εναι εμα κα χεμα), λλ πνεμα
νν λέγει τν λιγνν τν κ τν θυμιωμένων κκρινομένην κ τς γεώδους
κα ερώδους οσίας τς ν ατος· περ γρ τούτων ν κα λόγος

Ἔστι δὲ πνεῦμα ῥύσις συνεχὴς ἀέρος ἐπὶ μῆκος

Τα μέχρι σήμερα κείμενα δίνουν όλες τις πληροφορίες για την σύνδεση του Διονύσου με τον Nimrud/Νεμρώδ/Ωάννη λατρευόμενου ως περιστεριού αλλά συγχρόνως και ως ιχθύος. Ως ‘Ω- ην  λοιπόν ο οποίος εκ της Ερυθράς θαλάσσης ανήλθε, και τα υπόλοιπα μέλη ψαριού ήταν σ΄αυτόν αλλά είχε κεφαλή, πόδια και χέρια ανδρός. Και έκανε γνωστά, επινόησε ή εισήγαγε την αστρονομία και τα γράμματα. Γι’ αυτόν λέγουν ότι εκ του πρωτογόνου – πρωτογενούς, αρχέγονου ωού φανερώθηκε, ήρθε στο φως, αποκαλύφθηκε, εμφανίσθηκε, έφεξε, έλαμψε, καθώς το μαρτυρεί και το όνομα του. Άνθρωπος όμως ήταν σε όλα παρότι έμοιαζε ή φαινόταν ότι είναι ψάρι καθότι ήταν ενδεδυμένος ή περιβαλλόταν από κητώδη – τερατώδη, δέρμα, τομάρι.
Συνδεοντας και το πρωτό-γονον= είζωον, αείζωος  και αιώνιος # αέναος # παντοτινός

13 Δεκεμβρίου 2013

Ὄρνις, παρὰ τὸ ὄρω τὸ διεγείρω



Yει =βρέχει.
Υο (με κλειστό το στόμα) =Το ύδωρ, νερό, ύομαι =βρέχομαι.
Ύο τσακώνικα=Το ύδωρ, το υέτειον.
 Υέτιος ο Δίας, ο πρόξενος της βροχής, αυτός που φέρνει βροχή, ο όμβριος, ο βρόχινος αλλά και ο βροχερός.
Και τα δύο ονόματα των υιών της παραπέμπουν το μεν πρώτο στον Ζεύς όμβριο, ή Υέτιο ή  Υή 
 (Δίας ή Βάκχος ή Σαβάζιος, ο θεός της υγρασίας και του νερού που κάνει τη γή να καρπίζει) Mητέρα του Βάκχου ή Σαβάζιου η Σεμέλη ή Υη και οι τροφοί του οι νύμφες Υάδες αλλά και Ύειος αυτός που κυλιέται στη λάσπη, (Ησύχιος) ή στον Υετό στη βροχή και  Υάδες οι βροχερές. Ενώ ‘Υη  είναι το ένα από τα επίθετα που έχουν δωθεί στην Σεμέλη – Σελήνη.
Ύδω-δω= μν, δης (κατ τν σύχιον) συνετς ποιητς= πολυμήχανος ποιητς, δυσσες.
Υδωρ-ούδωρ-βύδωρ-βέδυ-βοδά=λέξις ηπειρωτική. (Αθηναγόρας)
Υετός=η βροχή, Υάδες οι βροχερές
Υιάδες Αι= Νύμφαι αι αναθρέψασαι τον Βάκχον-Διόνυσον.
Υίδες=Υιών θυγατέρες (υιϊδαϊ).
Υϊδός==Ο του υιού υιός.
Υιήν=Την άμπελον, ή υιόν.
Υιικός επίθ.= Υίιος, (υιός-γιός). Υιική στοργή. Λέξη με έντονο χαρακτήρα προσωδιακό.
Υιός=Υγιός.
Υίες Αχαιών==Οι Έλληνες περιφραστικώς.
Υιωνείς=Υιών υιέες.
Υιωνοί=υιών υιοί.
Υιωνός=Ο υιός του υιού, έγγονος

 Και σε προηγούμενα κείμενα είδαμε και τον Διόνυσο να λατρεύεται  στο “Περί Ίσιδος και Οσιρίδος” του Πλουτάρχου, και να  ονομάζει τον Διόνυσο θεό πάσης υγράς φύσεως και τον ταυτίζει με τον Οσιρη και την αναβίωση και την παλιγγενεσία του … 

6 Ιουλίου 2013

Διόνυσον νεβρώδεα, νεβριδόπεπλον ΙΙ



Hesychius Lexicogr., Lexicon (Α – Ο)
Alphabetic letter epsilon, entry 1910, line 1

<λαφίαι>· ο τν λάφων στράγαλοι (Eupol.)
<
λαφίνης>· νεβρός
<
λάφιον>· κώνειον
*<
λαφηβόλος>· κυνηγός.
<λαφηβόλος>· κυνηγός. APvgn π εδους νς τν κυνηγου-
 μένων (Σ 319)
<λαφοβοσκός>· εδος βοτάνης
<λαφογενές>· τς λάφου μυελός
<λαφον κεραόν>· ἄῤῥενα. γρ ἄῤῥην χει κέρατα (Γ 24)
<λαφος>· νεβρός
<λάφου πηρίς>· οτος δοκε βρωθες πρς συνουσίαν ρμόζειν

Hesychius Lexicogr., Lexicon (ΑΟ)

<λλοί>· λληνες ο ν Δωδών S κα ο ερες (Π 234 v. l.)
<λλόμενα>· περικλειόμενα
<λλόν>· γαθόν. γλαυκόν. χαροπόν. νθαλάττιον. ταχύ. φωνον.
 γρόν. λαφον νεογνόν (τ 228)
<λλοπες>· λλείποντες τς πός, τουτέστιν φθογγοι, φωνοι
 <κα ο λεπιδωτοί.> κα δασες. κα τραχες. κα ποικίλοι  
<λλόπιδας λέξις παρ Κρατίν (fr. 408). γέγονε δ παρ
 τος <λλούς>, κα λέγει κοινς τος νεβρος κα τος στρου-
 θούς· νεοττος φεως π το λλεσθαι
<λλοπιες>· [φωνοι. κα ο λεπιδωτοί]
 [<λλοπίς>· εόφθαλμος. χαροπή]
<λλοπιες>· ο νν ρεται, παρ Χαλκιδεσιν
†<λλοπγαθήν
<λόωσιν>· λάσωσιν (Ν 315)
<λλός>· τ κγονον τς λάφου νεογνόν, νεβρός (τ 228), κα
 Δωδωναος. κα νθαλάττιος

13 Σεπτεμβρίου 2012

μύστιδι τέχνῃ ὄργια νυκτελίοιο διδασκομένη Διονύσου



τότε Βάκχον λοσα θεοτρεφέων π μαζν
προϊδ ζοφόεντι κατεκλήισε βερέθρ·
κα Δις ατοβόητος παγγέλλουσα λοχείην
μαρμαρυγ σελάγιζε καταυγάζουσα προσώπου·
τοχοι δ' χλυόεντες λευκαίνοντο μελάθρου,
κα ζόφον κρυφε φέγγος θηήτου Διονύσου.
κα Βρομί παίζοντι παρέζετο πάννυχος νώ·
πολλάκι δ' στήρικτος ναθρσκων Μελικέρτης
χείλεσιν ντιτύποισιν νέσπασε γείτονα θηλν  
εια παππάζοντι παρερπύζων Διονύσ.
 κα θεν τρεφε Μύστις ἑῆς μετ μαζν νάσσης
μμασιν γρύπνοισι παρεδρήσσουσα Λυαί·
κα πινυτ θεράπαινα φερώνυμα μύστιδι τέχν
ργια νυκτελίοιο διδασκομένη Διονύσου
κα τελετν γρυπνον πεντύνουσα Λυαί
πρώτη όπτρον σεισεν, πεπλατάγησε δ Βάκχ
κύμβαλα δινεύουσα περίκροτα δίζυγι χαλκ·
πρώτη νυκτιχόρευτον ναψαμένη φλόγα πεύκης
ειον σμαράγησεν κοιμήτ Διονύσ·
πρώτη καμπύλον νθος ναδρέψασα κορύμβων
πλοκον μπελόεντι κόμην μιτρώσατο δεσμ,
ατ δ' πλεκε θύρσον μόζυγον ονοπι κισσ,
κροτάτ δ σίδηρον πεσφήκωσε κορύμβ
κευθόμενον πετάλοισιν, πως μ Βάκχον μύξ,
κα φιάλας γυμνοσιν π στέρνοισι καθάψαι
χαλκείας νόησε κα ξύι δέρματα νεβρν,
κα τελετς ζαθέης γκύμονα μύστιδα κίστην,
παίγνια κουρίζοντι † διδασκομέν Διονύσ·
πρώτη χιδνήεντα κατ χρος ψεν μάντα
σύμπλοκον, ελικόεις δ δράκων περ δίπλακα μίτρην  
μματα κυκλώσας φιώδεϊ κάμπτετο δεσμ.
 τν δ πολυκλήιστον π σφρηγδα μελάθρου
μμασιν πλανέεσσιν δεν πανεπόψιος ρη
Μύστιδος φράστοιο μυχ πεφυλαγμένον οκου·
κα Στυγς στερόποινον πώμνυε νέρτερον δωρ
παντοί κακότητι κατακλύζειν δόμον νος.
καί νύ κεν μάλδυνε Δις γόνον· λλά μιν ρμς
ρπάξας κόμισσε Κυβηλίδος ες άχιν λης·
ρη δ' κυπέδιλος πέδραμεν εποδι ταρσ
ψόθεν στήρικτος· δ δρόμον φθασεν ρης,
πρωτογόνου δ Φάνητος τέρμονα δύσατο μορφήν·
κα θεν ζομένη πρωτόσπορον εκαθεν ρη
 ψευδομένας κτνας ποπτήσσουσα προσώπου,
οδ νόθης νόησε δολοπλόκον εκόνα μορφς·
κουφοτέροις δ πόδεσσιν ρειάδα πέζαν μείβων,
χερσ περιπλεκέεσσι κερασφόρον υα κομίζων,
μητρ Δις γενέταο λεοντοβότ πόρε εί,
καί τινα μθον ειπεν ριστώδινι θεαίν·
 “δέξο, θεά, νέον υα τεο Διός, ς μόθον νδν
θλεύσας μετ γααν λεύσεται ες πόλον στρων.
ρ χωομέν μεγάλη χάρις· ο γρ ἐῴκει,
ν Κρονίδης δινεν, χειν κουροτρόφον νώ.
μαα Διωνύσοιο Δις γενέτειρα γενέσθω,
μήτηρ Ζηνς οσα κα υωνοο τιθήνη.”


 
Εκείνη τότε παίρνοντας το Βάκχο από τα ιερά στήθια της Ινούς τον κλείδωσε σε κρυφό σκοτεινό βάραθρο. Μια λάμψη που ακτινοβολούσε το πρόσωπο του φεγγοβολούσε μαρτυρώντας αμέσως ότι είναι γιος του Δία και οι σκοτεινοί τοίχοι του παλατιού λεύκαιναν και το φως του κρυμμένου Διονύσου έκρυβε το σκοτάδι. Και στο Βρόμιο, που έπαιζε, καθόταν κοντά όλη τη νύχτα η Ινώ. Πολλές φορές αναπηδώντας και χωρίς στήριγμα ο Μελικέρτης τραβούσε τη γειτονική θηλή του στήθους της Ινούς, για να βάλει τα χείλη του και σερνόταν κοντά στο Διόνυσο που φώναζε «Ευοί»!.
Και η Μύστιςη γνωρίζουσα  τς το θεο πιστήμης, ή  Σοφία, η  [ψυχ] τν τελείων μ. τελετν, η μεμυημένη εκ του μύω, εκείνη που κατηχεί, που τελεί και εκ-τελεί τις τελετές, έτρεφε το θεό Λυαίο μαζί με την κυρία της καθισμένη με άγρυπνα μάτια κοντά του. Και η έξυπνη υπηρέτρια διδάσκοντας στο Διόνυσο τη Μυστική τέχνη, όπως ταίριαζε στο όνομα της και τα όργια της νύχτας και προετοιμάζοντας για το Λυαίο την τελετή της αγρύπνιας πρώτη έσειε τα ροκανά της, χτυπούσε για το Βάκχο τα κύμβαλα, κινώντας με δίνη, για να ακουστεί ολόγυρα ο ήχος του χαλκού και ανάβοντας πρώτη τον πυρσό χόρευε όλη νύχτα και φώναζε «Ευιον» τον ξύπνιο Διόνυσο. Αφού πρώτη έκοψε το καμπύλο άνθος του κισσού, έζωσε τα λυμένα της με κλήμα, ενώ έπλεκε σκουρόχρωμο κισσό σε κούφιο καλάμι και σφήνωσε στην άκρη του σίδερο καλυμμένο με φύλλα, για να μην πληγώσει το Βάκχο και σκέφθηκε να ακουμπήσει στο γυμνό στήθος χάλκινα αβαθή αγγεία και στη μέση δέρματα από ελάφι. Διδάσκοντας το Διόνυσο που μεγάλωνε να παίζει τη μυστική κιβωτό τη γεμάτη με της θεϊκής τελετή, πρώτη αυτή έβαλε στο σώμα της ιμάντα "πλεκτό με φιδίσιο δεσμό, όπως ένας ελικοειδής δράκος έκανε δύο κύκλους τη ζώνη στη μέση και έληγε σε κόμπο. Αλλά αυτόν που είχε κλειστεί καλά στο ανάκτορο είδε η παντεπόπτης Ήρα με μάτια που πλανιόντουσαν να το φυλά η Μύστις στο υπόγειο του παράδοξου σπιτιού. Και ορκίστηκε στο υποχθόνιο εκδικητικό νερό της Στύγας να κατακλύσει το σπίτι της Ινούς με κάθε είδους συμφορά. Και τότε ίσως να σύντριβε το γιο του Δία. Αλλά ο Ερμής, αφού τον άρπαξε, τον έφερε στην πλαγιά του δάσους της Κυβέλης. Η Ήρα με τα γρήγορα πέδιλα έτρεξε γρήγορα από ψηλά ακατάστατα. Ο Ερμής, όμως, έφτασε την Ήρα και ντύθηκε τη μορφή του πρωτογέννητου και αιώνιου Φάνητα και έκπληκτη η Ήρα βλέποντας τον πρωτόσπορο θεό υποχώρησε σκύβοντας το κεφάλι στις ακτίνες του προσώπου ούτε κατάλαβε τη δολοπλόκο, απατηλή εικόνα της μορφής. Με πόδια ελαφρά ανεβαίνοντας το όρος, φέρ­νοντας στην αγκαλιά του το γιο με τα κέρατα, το έδωσε στη λιονταροτρόφα Ρέα, τη μητέρα του Δία του γεννήτορα του και μίλησε έτσι στη βασιλομήτορα θεά:
Δεξου, θεά, το νέο γιο του Δία σου ο οποίος, αφού κάνει άθλο στον πόλεμο των Ινδών στη γη, θα έρθει στον αστρικό ουρανό, μεγάλη χαρά για την οργισμένη Ήρα. Γιατί δεν ταίριαζε, αυτός που γέννησε ο Κρονίδης να έχει για παραμάνα του την Ινώ. Ας γίνει μαία του Διονύσου, αυτή που γέννησε το Δια που είναι μητέρα του Δία και παραμάνα του εγγονού της…

Ο Βάκχος μετα την Σεμέλη και την Ινώ,  μεγαλώνει κρυμμένος μαζί με την Μυστιδα σε σκοτεινό υπόγειο του Παλατιού…Η Μύστιδα όπως δηλώνει και τ΄ονομά της θα του διδάξει την μυστική και απόκρυφη τέχνη των ιερών μυστηρίων. Ομοια όμως πρέπει να μυεί και την Ινώ στις βακχικές νυκτερινές τελετές…
Πρώτη η Μυστιδα θα ετοιμάσει το ρόπτρο, το μουσικό όργανο των Κορυβάντων, ή κάποιο μικρό τύμπανο χάλκινο που στροβιλίζεται ή στρέφεται, εκ του ρέπω = στρέφομαι. Θα ετοιμάσει τον θύρσο με σίδερο καλυμμένο από κλαδιά κισσού, θα δέσει και στην μέση της ζώνη με διπλό κόμπο από κεφάλια δράκων/οφεων …
Η πλήρης εξάρτηση μιας ιέρειας της Βακχείας καθώς όλες οι κόρες του Κάδμου ηγούνται  βακχικών ομάδων - θα το δούμε παρακάτω,
Η λατρεία του Βάκχου, η μυστική κύστη που την παίρνει από βρέφος στα χέρια του και γνωρίζει το απόρρητα και τις μυστικές τελετές μέσα σε σκοτεινό βάραθρο … από την τρυφερή του ηλικία… όμως θα πρέπει να μεταβεί στην ίδια την θεά την πρωτόγεννη για να βαπτιστεί/γαλουχηθεί, «παρ εί ρτιθαλς τι κορος ρίτροφος»  Μεγαλώνει κοντά στη Ρέα, τη φίλη των βουνών, ο ολάνθιστος νέος ως βουνίσιος, και να λάβει την ευλογία της για να εδραιωθεί ως Ο νέος θεός που θα λάβει την θέση του Λυαίου, που διαλύει τις φροντίδες και θα ελευθερώσει τον άνθρωπο…
Θα λάβει πλήρη  εκπαίδευση του από την ίδια την Ρέα/Κυβέλη την γιαγιά του και μητέρα του πατέρα του στις κορυφές της Ίδης και θα γαλουχηθεί με την ίδια την στοργή που δόθηκε και στον Κρονίδη…

Θα γίνει αυτός που κρατά τα χαλινάρια του άρματος της Ρέα που είχε  ζεμένα λιοντάρια Και η Σεμέλη θα περηφανευθεί για τον γιό που έφερε στον κόσμο, αυτή μια θνητή στον ιερό γάμο με τον Αθάνατο…

ρη, συλήθης· Σεμέλης τόκος στν ρείων·
Ζες μν υα λόχευσε κα ντ' μέθεν πέλε μήτηρ,
σπερε πατρ κα τικτε, τν ροσεν, ατοτόκ δ
γαστρ νόθ τέκε παδα, φύσιν δ' λλαξεν νάγκ.
Βάκχος νυαλίου πέλε φέρτερος· μέτερον γρ
ροσε μονον ρηα κα ο τεκνώσατο μηρ.
Θήβη δ' ρτυγίης κλέος κρυφεν· ορανίη γρ
λάθριον πόλλωνα διωκομένη τέκε Λητώ·
Λητ Φοβον τικτε, κα οκ δινε Κρονίων·
ρμείαν τέκε Μαα, κα οκ λόχευσεν κοίτης·
μφαδίην δ' μν υα πατρ τέκεν. μέγα θαμα,
δέρκεο σς Διόνυσον ν γκαλίδεσσι τεκούσης
πήχεϊ παιδοκόμ περικείμενον· ενάου δ
ταμίη κόσμοιο, θεν πρωτόσπορος ρχή,  
παμμήτωρ, Βρομίου τροφς πλετο· νηπιάχ γρ
Βάκχ μαζν ρεξε, τν σπασεν ψιμέδων Ζεύς.
τίς Κρονίδης δινε, τίς τρεφεν ρεα είη
παδα τεόν; Κυβέλη δ φατιζομένη σέο μήτηρ
Ζνα τέκεν κα Βάκχον νέτρεφεν εν ν κόλπ·
μφοτέρους ειρε κα υέα κα γενετρα.

«Ήρα, έχασες! Ο γιος της Σεμέλης έγινε ανώτερος σου. Ο Δίας εγκυμόνησε το γιο του και ήταν σα μητέρα  του δίπλα αντί για μένα, ο πατέρας του έσπειρε, ο πατέρας του γέννησε αυτόν που είχε. σπείρει, γέννησε σε απατηλή μήτρα γρήγορα φτιαγμένη το παιδί και άλλαξε τη φύση από ανάγκη. Ο Βάκχος ήταν πιο γενναίος από τον Ενυάλιο. Γιατί έσπειρε μόνο το δικό σου Αρη και δεν το γέννη­σε από το μηρό. Η Θήβα αμαύρωσε τη φήμη της Ορτυγί­ας. Γιατί η ουράνια Λητώ κυνηγημένη γέννησε κρυφά τον Απόλλωνα. Η Λητώ γέννησε το Φοίβο και δεν πόνεσε ο Κρονίωνας. Τον Ερμή το γέννησε η Μαία και δεν εγκυμό­νησε ο άντρας της.
 Ο πατέρας γέννησε το γιο μου από τα σπλάχνα του. Μεγάλο θαύμα, δες το Διόνυσο στην αγκα­λιά της μητέρας σου να κείτεται στα τρυφερά της χέρια! Η οικονόμος του αιώνιου κόσμου, η πρωτογεννημένη, η αρ­χή των θεών, η μητέρα όλων, έγινε η τροφός του Βρομίου. Γιατί πρόσφερε στο μικρό Bάκχο το μαστό της, τον οποίο βύζαξε ο παντοκράτορας Δίας. Ποιος γιος του Κρόνου πόνεσε σε γέννα, ποια Ρέα έθρεψε τον Άρη το παιδί σου: Η Κυβέλη, που καλείται μητέρα σου γέννησε το Δια και ανάθρεψε το Βάκχο σε μία αγκαλιά. Και τους δύο ανά­στησε και το γιο και το γονιό.

Όμοια και οι δυο αδερφές και η Σεμέλη και η Ινώ βρίσκονται στην ίδια θέση. Και οι δυο θ΄απολαύσουν λατρευτικές τιμές. Σύμφωνα με το μύθο και οι δύο θνητές και οι δύο φέρουν δεύτερο όνομα που διακρίνει τη θνητή γυναίκα από την θεά, μολονότι το άλλο μπορεί πολύ καλά να χαρακτηρίζει και τις δύο..

Η μια η Σεμέλη θα χαθεί μέσα στην γέννηση από τον κεραυνό αλλά και η Ινώ θα κατατρομαγμένη από την ίδια την Ήρα θα καταφύγει πηδώντας ξυπόλητη πάνω από τα κοφτερά βουνά, ορμώντας συνεχώς, μήπως βρει ίχνος του κρυμμένου Διο­νύσου, πέρασε περιπλανώμενη η νύμφη από το ένα βουνό μετά το άλλο, μέχρι που μπήκε στις χαράδρες της Δελφι­κής Πειθούς. Και με δυσκολία έκαμψε το βήμα της στο δρακοντοτρόφο φαράγγι περιφερόμενη ασυγκράτητη σαν τρελή. Κομματιάζοντας το χιτώνα πάνω στο γυμνό στήθος ως άγγελο πένθους γύριζε τρελαμένη. Έτρεμε ο βοσκός ακούγοντας τον άναρθρο θρήνο της αλλοπαρμένης νύμφης. Πολλές φορές στο  θεϊκό τρίποδα συνάρμοσε το φίδι πλέκοντας το τρεις σειρές τυλιγμένο με την αιχμηρή χαίτη σφίγγοντας το λε­πτό κεφάλι της, έζωσε με δρακόντειο δεσμό τα μακριά μαλλιά της. Και κατεδίωξε τις παρθένες του ναού. Δε γί­νονταν τότε σπονδές ούτε έρχονταν άτομα για θυσίες, δε χόρευε άντρας από τους Δελφούς κοντά στο ναό. Οι γυ­ναίκες μαστιγώνονταν με στριφογυριστές καλά πλεγμένες λουρίδες κισσού που έτρωγαν τα μέλη. Τα θηρία χάνονταν βλέποντας την Ινώ να περπατάει στα βουνά, αφήνοντας άδεια τα δολερά δίχτυα των κυνηγών. Από ψηλά κατέβα­σαν οι βοσκοί τις γίδες τους στις προστατευτικές σπηλιές και ο  γερο-γεωργός που οδηγούσε τα ιδρωμένα βόδια του κάτω από το ζυγό τους, έφριξε από τα πηδήματα της Iνούς. Και πνίγοντας η αλλόγλωσση ηχώ την επίγεια βοή της έτρεχε η κόρη σα μάντισσα Πυθιάδα μέσα από το βου­νό, κουνώντας στο κεφάλι τη συνηθισμένη Πανοπηίδα δάφνη. Γέρνοντας το κεφάλι μέσα στο βαθύ γκρεμνό ζη­τούσε τη Δελφική σπηλιά από φόβο για τη λυσσασμένη Ινώ. Αλλά τρέχοντας στα μονοπάτια του δάσους με τις πολλές στροφές, δεν ξέφυγε από την προσοχή του Απόλ­λωνα, που όλα τα βλέπει. Κοντά στο φαράγγι τη λυπήθηκε και ήρθε γρήγορα και αλλάζοντας τη μορφή του σε αν­θρώπινη, πλησίασε τη νύμφη και στα μαλλιά της με προ­στατευτικά χέρια έπλεξε σοφή Δάφνη. Και έστειλε σε αυ­τήν αμέσως γλυκό ύπνο. Με αμβροσία άλειψε όλο το σώ­μα της κοιμισμένης και πένθιμης Ινούς δροσίζοντας τα μαινόμενα μέλη της με σταγόνες, που ε­λαφρύνουν τον πόνο. Και έμεινε εκεί ώρα μέσα στο δάσος του Παρνασσού, τέσσερα χρόνια και κοντά στην προφητι­κή πέτρα, στο μαντείο του Φοίβου θέσπισε χορούς για χά­ρη του μικρού ακόμα Βάκχου. Με άγρυπνους δαυλούς ακολουθούσαν τις οργιαστικές θυσίες οι Κωρυκίδες Μαι­νάδες και με τα ιερά τους χέρια μάζευαν φάρμακα, που διώχνουν τη λύσσα και γιάτρεψαν τις γυναίκες…

Με την εντολή του Αθάμαντα οι δούλοι του περιπλα­νούνταν ψάχνοντας παντού….. Και το παλάτι βυθισμένο στο θρήνο βογκούσε κι έστελνε πολλές κραυγές μέσα στην πόλη. Και περισσότερο δέχτηκε την πίεση η πολυμήχανη Μύστις, γιατί είχε διπλό πόνο, αφού χάθηκε και ταλαιπωρήθηκε η καημένη Ινώ και αρπάχτηκε ο Διόνυσος.


συνεχίζετε …

8 Σεπτεμβρίου 2012

Ϋδριάδα Ινώ



H Λευκοθέα είναι θεία του Διονύσου, αδερφή της μητέρας του. Είναι αυτή που γίνεται τροφός καθώς ο Δίας της δίδει να μεγαλώσει τον Διονυσο μετά τον θάνατο της Σεμέλης/Σελήνης.
Οι τροφοί του θα ονομαστούν Υάδες κατά μια εκδοχή είναι οι κόρες του Ατλαντα και της Πλειόνης ή της Αιθρας ενώ δίνεται και μια εκδοχή ότι είναι κόρες του Υαντα και της Βοιωτίας. Οι εφτά Υάδες μαζί με τις 7 Πλειάδες αποτελούν τις Ατλαντίδες ή Δωδωνίδες. Σ΄ αυτές δόθηκε ο Διόνυσος βρέφος,  από τον Δια, για  να τον αναθρέψουν, όπως υπάρχει και η εκδοχή ότι πρώτα δίδεται στις ποταμίσιες κόρες του Λάμου να τον γαλουχήσουν «θυγατέρεσσι Λάμμου Ποταμήισι Νύμφας» κατά τον Νόννο…
Υάδες, είναι οι νύμφες ή θεότητες της γονιμοποιού βροχής/υγρασίας δηλώνετε από την λέξη ύω=βρέχω καθώς και ο Διονύσος όπως και ο Ζεύς ο όμβριος είναι ο ‘Υης . «Υε Κύε» στα Ελευσίνια μυστήρια η προτροπή δηλαδή «βρέξε, καρποφόρησε /κυοφόρησε » καθώς το Κύω/κυέω δηλώνει την κυοφορία αλλά και την καρποφορία
 Αστρονομικά είναι μια ομάδα από 34 αστέρια που αποτελούν συστροφή. Προηγείται ο αστέρας Λαμπαδίας/Aldebaran ( Αυτός που ακολουθεί στα αραβικά, από το Αl Dabaran, ή ο λαμπρός των Υάδων) ως το α του αστερισμού του Ταύρου. Ας μη ξεχνάμε και την συχνή εμφάνιση σε πολλά κείμενα του ταυροφυή ή ταυρόκερου Διονύσου, με κέρατα ταύρου.


> ταυρόκερως γρ Διόνυσος <λέγεται (Scholia In Nicandrum, Scholia et glossae in Nicandri alexipharmaca (scholia vetera et recentiora) Scholion 31b, line 5),


 ερηται δ παρ τ Σοφοκλέους κ Τυρος «Διονύσου το ταυροφάγου.(Scholia In Aristophanem, Scholia in ranas (scholia vetera) Argumentum-scholion sch ran, verse 357, line 4 )


 Ο πρώτος Διόνυσος, ο Ζαγρεύς, ο χθόνιος Διόνυσος, διαμελίζεται απο τους Τιτάνες όταν φέρει την μορφή του Ταύρου.



<Ταυρία>· ορτή τις γομένη Ποσειδνος...
<ταροι>· ο παρ φεσίοις ονοχόοι. κα ο τέλειοι βόες
<ταυροπόλια>· ες ορτν γουσιν ρτέμιδι
<Ταυροπόλαι>· ρτεμις, κα θην
<Ταρος>· Ταύρειος, Ποσειδν. Φανόδημος δ τς κριθς προσαγο-
 ρεύεσθαι ταρον, τι κέρας χουσιν. λλοι δ τν παιδεραστήν. κα τ γυναικεον
<ταυροφάγος>· Διόνυσος
<Ταυρώ>· ν Ταύροις ρτεμις
<ταύρωσον>· ταρον ποίησον
<ταΰς>· μέγας, πολύς  (Hesychius Lexicogr., Lexicon (ΠΩ) Alphabetic letter tau, entry 257, line 1



Ο μύθος της θέλει να κλαίνε- από τη λύπη τους ασταμάτητα –κλάμα/βροχή, μετά το θάνατο του ‘Υαντα  που θεωρείτε άλλοτε και αδερφός τους, σε κυνηγετικό ατύχημα…

Hesychius Lexicogr., Lexicon (Π – Ω)
Alphabetic letter upsilon, entry 112, line 1

<ης>· Ζες μβριος
Η εμφάνιση του σμήνους αυτού πριν την αυγή (η εώα επιτολή τους) προμήνυε κάθε χρόνο το τέλος του ξερού καλοκαιριού και τις πρώτες βροχές για τις μεσογειακές χώρες.
Συγχέονται πολλές φορές και με τις Νυσιάδες νύμφες που ήταν τροφοί του Θεού σε κάποιους μύθους…
Τα ονόματα των Υάδων ποικίλλουν στους διάφορους μυθογράφους. Η επικρατέστερη ίσως εκδοχή θέλει τα ονόματά τους να είναι τα εξής: Φάολα, Αμβροσία, Ευδώρα, Κορωνίς και Πολυξώ. Σε αυτές προστίθενται συνήθως η Θυώνη/Θεώνη τ΄ονομα της Σεμέλης μετα τον θανατό της και την αθανασία της,  και η Προδίκη, κόρες του Ύαντα από την  Αίθρα.
Όμοια με τις Υάδες της βροχής και η Λευκοθέα είναι μια Νηρηίδα, μια νερένια θεότητα που τρέφει και ανατρέφει τον υγρό, υδάτινο και φέροντα βροχή Διόνυσο…

Οι βροχεροί αλλά και θαλάσσιοι  θεοί θεωρούνται ότι είναι ο Ποσειδών ή ο ενάλιος Ζεύς, η Αμφιτρίτη, ο Νηρεύς και οι Νηριήδες και  ο Φόρκης. Ενώ όλες οι Νηρηίδες ονομάζονται Λευκοθεές …

Artemidorus Onir., Onirocriticon
Book 2, chapter 34, line 18

                        
θαλάσσιοι δ νοητο μὲν Ποσειδῶν  
κα μφιτρίτη κα Νηρεὺς κα Νηρηίδες κα Λευκοθέα
κα Φόρκυς, αἰσθητοὶ δ αὐτὴ Θάλασσα κα Κύματα
κα Αἰγιαλοὶ Ποταμαί τε κα Λίμναι κα Νύμφαι κα
Ἀχελῷος.

Etymologicum Genuinum, Etymologicum genuinum (littera λ)
Alphabetic letter lambda, entry 77, line 3

                     
Μυρσίλος δ ο μόνην τὴν Ἰνὼ Λευκοθέαν
φησίν, ἀλλὰ κα τὰς Νηρηίδας Λευκοθέας ὀνομάζει.

Artemidorus Onir., Onirocriticon
Book 2, chapter 38, line 11


 
Λευκοθέα τοῖς μὲν τὴν θάλασσαν ἐργαζομένοις ἀγαθή,
π
ρὸς δ τ ἄλλα πονηρ κα λύπης κα πένθους σημαντικ
δι τὴν περ αὐτὴν ἱστορίαν

H Λευκοθέα είναι η Αγαθή θεά της θάλασσας που θα βοηθήσει και θα σώσει ακόμα και τον Οδυσσέα, με τον κρηδεμνό της, τον κεφαλόδεσμό της ή το μαντήλι της

Maximus Soph., Dialexeis
Lecture 38, chapter 7, section d, line 1

Τίς οὖν οὐκ ἂν εποι τὸν Ὀδυσσέα ἀγαθὸν εἶναι θεί
μ
οίρ, ο μέμνηται μὲν Ζεύς, κήδεται δ Ἀθηνᾶ,  
ἡγεῖται δ Ἑρμῆς, ἔραται δ Καλυψώ, σώζει δ Λευκοθέα;

Στους ορφικούς ύμνους  υπάρχει και ο ύμνος της Λευκοθέας ως σωτηρία και αρωγός των μυστών που φέρει πάντα ούριο άνεμο στα ταξίδια των ναυτικών…

Orphica, Hymni
Hymn 74, line 1

   <Λευκοθέας>, θυμίαμα ἀρώματα.

Λευκοθέαν καλέω Καδμηίδα, δαίμονα σεμνήν,
εδύνατον, θρέπτειραν υστεφάνου Διονύσου.
κλύθι, θεά, πόντοιο βαθυστέρνου μεδέουσα,
κύμασι τερπομένη, θνητών σώτειρα μεγίστη:
εν σοί γάρ νηών πελαγοδρόμος άστατος ορμή,
μούνη δέ θνητών οικτρόν μόρον ειν αλί λύεις,
οίς άν εφορμαίνουσα φίλη σωτήριος έλθοις.
αλλά, θεά δέσποινα, μόλοις επαρωγός εούσα
νηυσίν επ' ευσέλμοις σωτήριος εύφρονι βουλήι,
μύσταις εν πόντωι ναυσίδρομον ούρον άγουσα.


Την Λευκοθέαν προσκαλώ, την κόρην του Κάδμου, την σεμνήν
θεάν, την δυνατήν, την τροφόν του καλλιστεφάνου Διονύσου.
Ακουσε με, θεά εσύ πού κυβερνάς τον βαθύστερνο πόντον πού
τέρπεσαι στα κύματα, και είσαι ή μεγαλύτερα σωτηρία των
ανθρώπων διότι από σε εξαρτάται η ασταθής ορμή των πλοίων,
πού διατρέχουν το πέλαγος, και μόνον εσύ απολυτρώνεις τους
ανθρώπους από τον θλιβερόν θάνατον εις την θάλασσαν, προς
όσους εφορμώσα ήθελες έλθει ως φίλη σωτηρία.
Αλλά, ώ θεά δέσποινα, είθε να έλθεις, επειδή είσαι βοηθός.
εις τα καλοφτιαγμένα πλοία ως σωτηρία με ευχάριστη διάθεσιν,
και εις τους μύστας, πού ευρίσκονται εις την θάλασσαν, να
φέρης ούριον άνεμον πού επιταχύνει τον πλουν.

Η Λευκοθέα είναι αυτή η Νηρηίδα ή η Λευκή θεά που λαμβάνει το όνομα της από τον αφρό των κυμάτων  της θάλασσας…Μια Αφρο-δίτη δηλαδή μια θεά που αναδύθηκε εκ του αφρού της θαλασσας…Αφού η Αφροδίτη χαρακτηρίζεται με μια σειρά από επίθετα όπως Αφρογένεια –γεννημένη από τη θάλασσα, Αφρώ, Επιποντία, Θαλασσαίη, Θαλασσιγόνος, Πασιφάεσσα, Περσιθέα, Ποντογένεια, Σώτειρα κλπ.

Myrsilus Hist., Fragmenta
Fragment 10, line 1

Etym. M.:
Λευκοθέα: Μυρσῖνος (sic) δ ο μόνον τὴν Ἰνὼ Λευκοθέαν φησὶν,
 ἀλλὰ κα τὰς Νηρηΐδας Λευκοθέας ὀνομάζει.


Philostephanus Hist., Fragmenta
Fragment 37, line 38

             
Τὴν δ καταλαμβανομένην, σωτηρίαν πισπά-
σασθαι ἑαυτῇ τε κα τ υἱεῖ, ῥίψασαν ἑαυτὴν εἰς τὴν
θάλασσαν, κα τυχεῖν ἐκ τῶν θεῶν τῶν ἐναλίων τιμῶν·
ὕστερον δ κα προσαγορευθῆναι αὐτὴν, δι τὸν ἐκ τῆς
θαλάσσης ἀφρὸν Λευκοθέαν, τὸν δ Μελικέρτην Παλαί-
μ
ονα· εἶναι δ αὐτὸν σωτῆρα τῶν τ πέλαγος πλεόντων
ἀνθρώπων.


Lucius Annaeus Cornutus Phil., De natura deorum
Page 44, line 20

 
καλοῦσι δ τὸν Νηρέα κα ἅλιον γέροντα δι τ ὥσπερ πολιὰν πανθεῖν τοῖς κύμασι τὸν ἀφρόν· κα γὰρ Λευκοθέα τοιοῦτόν τι μφαίνει, ἥτις λέγεται θυγάτηρ Νηρέως εἶναι, δηλονότι τ λευκὸν το ἀφροῦ.

Μια ‘Αλια και πόλια όπως και ο Νηρεύς από το λευκό του αφρού …Ούτως ή άλλως μια από τις ονομασίες της είναι και το «Αλία» όπου ο Ποσειδών  δεν είναι άλλος από τον  Ενάλιος Ζεύς  όπως βλέπουμε παρακάτω …

Elias Phil., In Porphyrii isagogen
Page 69, line 27

 κα λέγομεν τι διττς Ζες παρ τος ποιητας, μν ες τν τριν, ς ταν λέγωσιν νάλιος Ζεύς, χθόνιος Ζεύς, αθέριος Ζεύς, δ πρ τν τριν, ς ταν λέγηται πατρ νδρν τε θεν τε.

ενώ ο Διόνυσος είναι ο «ενάλιος Δασάλιος»  Arcadius Gramm., De accentibus [Sp.] Page 44, line 16 <νάλιος Δασ-Αλιος> ( Διόνυσος)

Ενώ και ο Ζαγρεύς,  η πρώτη μορφή του Διονύσου αναφέρετε ως «δεύτερος λλος τι βρέφος 

έτιος Ζεύς δηλ. ένας δευτέρος αλλά ακόμα μικρός βροχοφόρος Δίας… (Nonnus Epic., Dionysiaca Book 10, line 297)


Η Λευκοθέα λοιπόν είναι μια από τις ερωμένες του Ποσειδώνα/Ενάλιου Δία /Πατέρα που σμίγει μαζί του και ως Αλία. Πέφτοντας στην θάλασσα  μετονομάζετε σε Λευκοθέα και λαμβάνει την αθανασία από τους ντόπιους, όπως και η Σεμέλη που μέσω της αθανασίας και εκείνη μετονομάζεται σε Θυ(ε)ώνη.

Zeno Hist., Fragmenta
Fragment 1, line 36

  
Ποσειδῶνα δ τ γεγονὸς αἰσθόμενον τοὺς υἱοὺς κρύψαι κατ γῆς
δι τὴν πεπραγμένην αἰσχύνην, οὓς κληθῆναι προσηους δαίμονας·
Ἁλίαν δ ῥίψασαν ἑαυτὴν εἰς τὴν θάλατταν Λευκοθέαν ὀνομασθῆναι 
 κα τιμῆς ἀθανάτου τυχεῖν παρ τοῖς ἐγχωρίοις.

Παρακάτω το κείμενο του Νόννου δίδει και την υιοθέτηση από την Ινώ του Διονύσου που μεγαλώνει ως ομογάλακτος με τον Μελικέρτη – περί Μελικέρτη /Μελκάρθ θα υπάρξουν αναλυτικότερα κείμενα…

Ο πατέρας Δίας  αφού δέχθηκε τον Διόνυσο που μισοσχηματισμένο βρέφος πέταξε έξω από τον καμένο κόλπο της Σεμέλης ο κεραυνός, τον έραψε στον μηρό του και περίμενε την λάμψη της Σελήνης για να τελειώσει η γέννα…Μετά την γέννηση του από τον αρσενικό μηρό του Διός , ο Διόνυσος είναι σχηματισμένος ως ταύρος με κέρατα  και στεφανωμένος στέμματα από κισσό. Έτσι τον παρα-διδει μέσα από το όρος Δράκανο, όπου τον κυοφόρησε, στον Ερμή ονομάζεται  «νύσος» και  Ειραφιώτης.  Ο Ερμής τον σηκώνει στην αγκαλιά του και τον φέρει στις κόρες του Λάμου, νύμφες του ποταμού για να τον αναθρέψουν… Από την οργή της Ηρας οι νύμφες θα γίνουν Βάκχες και θα επιτεθούν και θα σκοτώσουν τους δούλους αλλά και τους άνδρες οδοιπόρους. Με πλανεμένα μυαλά και  τρέχοντας με ασταθή πηδήματα. Θα τεμάχιζαν ακόμα και τον ίδιο τον Βάκχο μέσα στο παρανοικό κύμα της μαινόμενης λύσσας τους, έτσι ο Ερμής θα τον κλέψει κρυφά και θα οδηγήσει το βρέφος στο δωμάτιο της Ινούς που μόλις έχει γεννήσει …

Nonnus Epic., Dionysiaca
Book 9, line 5

Βάκχον ποκλέψας πτερόεις πάλιν ρπασεν ρμς,
κα βρέφος ρτικόμιστον χων ζωαρκέι κόλπ
ες δόμον ρτιτόκοιο λεχώιον γαγεν νος.
  μν νηέρταζεν ἑῆς προθορόντα λοχείης
νήπιον εσέτι κορον, πωλένιον Μελικέρτην,
παιδοκόμοις παλάμσιν· νοιδαίνοντο δ μαζο
θλιβομένοιο γάλακτος ναβλύζοντες έρσην.
κα φιλίοις στομάτεσσι θες μειλίξατο νύμφην
θέσκελον μφήεντι χέων πος νθερενι·
 “δέξο, γύναι, νέον υα, τε δ' νικάτθεο κόλπ
παδα κασιγνήτης Σεμέλης σέθεν, ν παρ παστ
ο στεροπς μάθυνεν λον σέλας, οδέ μιν ατο
μητροφόνοι σπινθρες δηλήσαντο κεραυνο.
κα βρέφος χλυόεντι δόμ πεφυλαγμένον στω,
μηδέ μιν θρήσειεν σω γλαφυροο μελάθρου
μάτιον Φαέθοντος ννυχον μμα Σελήνης,  
μηδέ κουρίζοντα, κα ε ταυρπις κούει,
ζηλήμων βαρύμηνις δ κεκαλυμμένον ρη.
δέξο κασιγνήτης σέθεν υέα· σο δ Κρονίων
ξια σν καμάτων πάσει θρεπτήρια Βάκχου.
λβίη ν πάσσι θυγατράσιν πλεο Κάδμου·
δη γρ Σεμέλη φλογερ δέδμητο βελέμν,
Ατονόην δ θανόντι σν υέι γαα καλύψει,
μφοτέροις δ' να τύμβον ναστήσειε Κιθαιρών,
κα μόρον ορεσίφοιτος σαθρήσειεν γαύη,
Πενθέος λλυμένοιο νόθης ψαύσασα παρεις,
παιδοφόνος γεγαυα λιπόπτολις· λλ σ μούνη
σσεαι αχήεσσα τόσης ναέτειρα θαλάσσης,
οκον μειβομένη Ποσιδήιον, εναλίη δ
ς Θέτις, ς Γαλάτεια φατίζεαι δρις νώ·
ο χθονί κενενι κατακρύψει σε Κιθαιρών,
λλ σ Νηρεΐδων μία γίνεαι· ντ δ Κάδμου
λπίδι λωιτέρ καλέσεις Νηρα τοκα
παιδ τε ζώουσα σν θανάτ Μελικέρτ,  
Λευκοθέη, κρατέουσα χυτς κληδα γαλήνης,
επλοΐης μεδέουσα μετ' Αολον· εδιόων δ
σο πίσυνος πλεύσειε φιλέμπορος εν λ ναύτης
βωμν να στήσας νοσίχθονι κα Μελικέρτ,
έζων μφοτέροισι· θαλασσαίοιο δ δίφρου
δέξεται νιοχα Παλαίμονα Κυανοχαίτης.”
 ς επν κίχητος ς ορανν δραμεν ρμς
έρι δινεύων νεμώδεα ταρσ πεδίλων.
ν δ' οκ πίθησε, φιλοστόργ δ μενοιν
παιδοκόμ πήχυνεν μήτορα Βάκχον γοστ,
πήχεϊ δ' πλώσασα συνωρίδα δίζυγα παίδων
δίζυγα μαζν ρεξε Παλαίμονι κα Διονύσ·
κα βρέφος μφιπόλ παρεθήκατο Μύστιδι νύμφ,
Μύστιδι καλλικόμ Σιδωνίδι, τν τι κούρην
Κάδμος νηέξησε πατρ θαλαμηπόλον νος.


Η Ινώ ανασήκωνε στην αγκαλιά της το βρέφος που ξεπετάχτηκε, το μικρό ακόμα γιο της, το Μελικέρτη, με τρυφερά χέρια. Φούσκωναν οι μαστοί πιεσμένοι από το γάλα και αναβλύζοντας δροσιά. Και με στοργικά λόγια ο θεός μίλησε στη νύμφη δίνοντας θεϊκή εντολή με προφη­τικά λόγια:
«Δέξου, γυναίκα, το νέο γιο, εναπόθεσε στον κόλπο σου το παιδί της αδελφής σου Σεμέλης, τον οποίο δεν έ­καψε όλο το φως της αστραπής που έπεσε στο γαμήλιο κρεβάτι ούτε οι μητροφόνοι σπινθήρες του κεραυνού τον έβλαψαν. Και το βρέφος ας είναι φυλαγμένο μέσα σε σκο­τεινό δωμάτιο μήτε να τον δουν μέσα στο γλαφυρό παλάτι τα πέπλα του Φαέθοντα ή το νυχτερινό μάτι της Σελήνης μήτε, όταν γίνει νέος, αν και τα πληροφορείται η διαπερα­στική ματιά της, να το δει η ζηλόφθονη και οργισμένη Ηρα να κρύβεται. Δέξου το γιό της αδελφής σου. Σε σένα ο Κρονίωνας θα προσφέρει άξια των κόπων σου για την ανατροφή εκείνου.
Ήσουν τυχερή ανάμεσα σε όλες τις κόρες του Κάδ­μου. Γιατί ήδη η Σεμέλη από φλογερό τόξο σκοτώθηκε, ενώ η Αυτονόη θα εγκαταλείψει τη γη με το νεκρό γιο της. για τους δύο ένα μνήμα έστησε ο Κιθαιρώνας. και βουνί­σιο θάνατο θα αντικρίσει η Αγαύη, όταν χαθεί ο Πενθέας. αγγίζοντας ψεύτικο χώμα, όταν γίνει παιδοκτόνος και θα εγκαταλείψει την πόλη της. Αλλά εσύ μόνη μπορείς να καυχιέσαι, κάτοικος της μεγάλης θάλασσας, θα μετακομί­σεις στο σπίτι του Ποσειδώνα, θαλασσινή όπως η Θέτιδα, όπως η Γαλάτεια, θα λέγεσαι Ινώ Ϋδριάδα. Δε θα σε κρύ­ψει ο Κιθαιρώνας σε επίγεια σπηλιά, αλλά εσύ θα γίνεις μία από τις Νηρηίδες. Κι αντί για τον Κάδμο με λαμπρές ελπίδες θα αποκαλείς το Νηρέα πατέρα σου ζώντας μαζί με το παιδί σου τον αθάνατο Μελικέρτη, Λευκοθέα, κρα­τώντας το κλειδί της τέλειας γαλήνης, βασίλισσα του κα­λού ταξιδιού μετά τον Αίολο. Μέσα στη γαλήνη θα πλέει στη θάλασσα ο έμπορος ναυτικός πιστός σε σένα στήνο­ντας ένα βωμό στον Ποσειιδώνα και στο Μελικέρτη. θυσιάζοντας και στους δύο. Ο Γαλανόμαλλος θα δεχτεί ηνίο­χο του θαλασσινού του δίφρου τον Παλαίμονα.»
Έτσι αφού μίλησε, έτρεξε άφαντος στον ουρανό ο Ερ­μής κουνώντας στον αέρα με δίνη τα φτερωτά του σανδά­λια. Η Ινώ υπάκουσε, με φιλόστοργη έγνοια αγκάλιασε στα τρυφερά της χέρια τον ορφανό από μητέρα Βάκχο, απλώνοντας τα δυο της χέρια στα δύο παιδιά, πρόσφερε τους δυο μαστούς της στον Παλαίμονα και το Διόνυσο.
Και το βρέφος εμπιστεύθηκε σε μια νεαρή δούλη κοπέ­λα τη Μύστιδα από τη Σιδωνία…

Συνεχίζετε …
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...