Αγυρμός. 'Η πρώτη ήμερα των Ελευσίνιων Μυστηρίων, επειδή κατ’ αυτήν συνέρχονται οι εορταστές(από την
λέξιν άγυρις, ή όποια σημαίνει συγκέντρωσης συνάθροισης). Η ημέρα αυτή ήταν
κατ’ άλλους μέν ή 5η, κατ’ άλλους δε ή 15η του μηνός Βοηδρομιώνος (περί τα τέλη
του σημερινού Σεπτεμβρίου) .
Ή λέξις αγυρμός σημαίνει και τήν δι’ εράνου συλλογή
χρημάτων ή ειδών (συνήθως τροφίμων).
Η λέξις αγυρτεία
είναι αρχαία ελληνική παραγομένη από τόν αιολικό τύπον «άγυρις», πού σήμαινε
συνάθροισιν, αγορά ή — κατ’ άλλην εκδοχή — από το συγγενές με αυτήν ρήμα
αγυρτάζω, πού σήμαινε «συνάζω χρήματα» ή και ζητώ ελεημοσύνην.
Αρχικά εμφανίσθηκαν οι αγύρτες ως ιερείς, οι οποίοι
περιερχόμενοι διαφόρους τόπους συνέλεγαν χρήματα διά την λατρεία των θεών. Κατά
τούς χρόνους της ελληνικής παρακμής περιέφεραν ξόανα (ξύλινα αγάλματα)
θεών ή άλλα ιερά αντικείμενα και τα εξέθεταν εις λαϊκό προσκύνημα. Ταυτοχρόνως
επωφελούντο από την συγκέντρωση του πλήθους και του προσέφεραν έναντι δήθεν
αμοιβής ή εις ανταπόδοση τής συνεισφοράς των υπέρ του δήθεν ιερού σκοπού
ιατρικός συμβουλές, φάρμακα, προφητείας, όχι σπανίως δε έκαμναν και καλώς
προετοιμασμένα «θαύματα». Συγχρόνως απέβαλαν οι αγύρτες και τον θρησκευτικό
χαρακτήρα, με τον οποίο συγκάλυπταν το επάγγελμα τους και παρουσιάζονται απλώς
ως θαυματοποιοί δυνάμενοι να θεραπεύσουν διά μαγείας με βότανα ή καθ’ οιονδήποτε
άλλον τρόπον κάθε ασθένεια. Από πολύ νωρίς προσέλαβε η ομηρική έκφραση «χρήματα
αγυρτάζειν» δυσφημιστική σημασία, επεκτάθηκε δε υπό κακήν έννοια και ο
χαρακτηρισμός «αγύρτης» διά τα κάθε είδους υποκείμενα, πού μετέρχονται
τεχνάσματα αποβλέποντα εις την εξαπάτηση των αφελών προς τον σκοπό τής αργυρολογίας.
