Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βάκχος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βάκχος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

11 Δεκεμβρίου 2020

εἰμὶ δ' ἐγὼ μέσση τε θεῶν, εἰποῦσα, μέσση τε ἀνθρώπων

 Η σύνδεση των Σιβυλλων και των Βάκχων (Βάκχιδων) και δύο ονόματα Βάκις και Σίβυλλα συναντώνται σπάνια στα κείμενα και είναι τόσο στενά συνδεδεμένα, καθώς και στις δυο περιπτώσεως είναι γυναίκες που εν μέσω έκστασης προφητεύουν τα μελλούμενα. Ο κατάλογος των μάντεων κλίνει με μια ιστορική φιγούρα που ερμήνευε σωστά τους χρησμούς.

Callimachus Philol., Iambi
Fragment 195, line 31

 …ἐγὼ Βάκις τοι καὶ Σίβυλλα [καὶ] δάφνη

καὶ φηγός. ἀλλὰ συμβαλεῦ̣

τᾤνιγμα, καὶ μὴ Πιτθέως ἔχε χρείην·

....]τι καὶ κωφεῖ λόγος.

 

Clemens Alexandrinus Theol., Stromata 

Book 1, chapter 21, section 108, subsection 1, line 1

  Καὶ οὔτι γε μόνος οὗτος, ἀλλὰ καὶ Σίβυλλα Ὀρφέως παλαιο-

τέρα· λέγονται γὰρ καὶ περὶ τῆς ἐπωνυμίας αὐτῆς καὶ περὶ τῶν

χρησμῶν τῶν καταπεφημισμένων ἐκείνης εἶναι λόγοι πλείους, Φρυ-

γίαν τε οὖσαν κεκλῆσθαι Ἄρτεμιν καὶ ταύτην παραγενομένην εἰς

Δελφοὺς ᾆσαι·

   ὦ Δελφοί, θεράποντες ἑκηβόλου Ἀπόλλωνος,

   ἦλθον ἐγὼ χρήσουσα Διὸς νόον αἰγιόχοιο,

   αὐτοκασιγνήτῳ κεχολωμένη Ἀπόλλωνι.

ἔστι δὲ καὶ ἄλλη Ἐρυθραία Ἡροφίλη καλουμένη· μέμνηται τούτων

Ἡρακλείδης ὁ Ποντικὸς ἐν τῷ Περὶ χρηστηρίων...

Στο παραπάνω κείμενο ο Κλήμης Αλεξανδρεύς στο έργο του Στρωματείς αναφέρει :

"Και όχι μόνον αυτούς αλλά και η Σίβυλλα είναι αρχαιότερη από τον
Ορφέα. Λέγεται ότι οι περισσότεροι λόγοι εκείνης

είναι με αυτήν την ονομασίαν και με αυτούς τους χρησμούς διατυπωμένοι.Λένε ότι ήταν από τη Φρυγία, ονομάστηκε Άρτεμις και όταν παρευρισκόταν εις τους Δελφούς έψαλλε:"ω Δελφοί, υπηρέτες τον τοξοβόλου Απόλλωνος, ήλθα εγώ δια να χρησιμοποιήσω τον ναόν τον Διός που ρίχνει κεραυνούς, εξοργισμένη με τον ίδιο τον αδελφόν μου Απόλλωνα.

Υπάρχει και άλλη μία που λέγεται Ερυθραία Ηροφίλη, ο Ηρακλείδης ο Ποντικός θυμάται αυτές σε κάποιο χωρίο του τον σχετικό με τις μαντείες- στο "Περί Χρηστηρίων"

Proclus Phil., In Platonis Timaeum commentaria 
Volume 3, page 282, line 2

                                    τοῦτο μὲν οὖν καὶ ἀπὸ 
τῆς ἱστορίας δῆλον· ⟦εἰ⟧ ἡ γάρ τοι <Σίβυλλα> προελθοῦσα 
εἰς φῶς καὶ τὴν τάξιν ἑαυτῆς καὶ ὡς ἐκ θεῶν ἥκει δεδήλωκεν· 
 <εἰμὶ δ' ἐγὼ μέσση τε θεῶν> εἰποῦσα <μέσση τε ἀνθρώπων>.

Η Σίβυλλα η οποία ήρθε στο Θείο Φως και στην τάξη του εαυτού της απο τους θεούς δήλωνε : εγώ είμαι διάμεσος των θεών και διάμεσος των ανθρώπων. 

Ότι λειτουργεί ως διαμεσολαβητής μεταξύ θεών και ανθρώπων, αυτή που μεταφέρει και μεσολαβεί το θείο Φως της θεότητος - το ένθεον - στους ανθρώπους. 



Heraclitus Phil., Fragmenta
Fragment 92, line 3
 

22 Μαρτίου 2014

καλοῦντες αὐτὸν ἱερὸν ἰχθύν



Ο Ησύχιος στο λεξικό του ταυτίζει  τον Βάκχο ή τον βούκερω 'Ιακχο (κατα τον  Στράβων στα Γεωγραφικά του) με τον Ιχθύ. Όχι μόνο τον ίδιο τον Διόνυσο-Βάκχο αλλά και  τον ιερέα του Διονύσου αλλά και  τον Κλάδο του –γνωστό στις τελετές,  τον θύρσο -το Κωνάριο, κουκουνάρι στην κορυφή. O Διόνυσος ως Ιακχος αλλα και ως <βάκχος>· ερες το Διονύσου. κα κλάδος ν τας τελετας,ο δ φανν λέγουσιν· ο δ χθύν>  


4 Ιανουαρίου 2014

τὸν μυσαρὸν Ὠάννην, τὸν Ἀννήδωτον, ἐκ τῆς Ἐρυθρᾶς·

O ‘Οννης ή ‘Οννις– ‘Ονης ή Ονις θεωρείτε ότι είναι και ο Ο(ά)ννης ή Ω(ά)ννες ο θεόμορφος θεός των Σουμερίων και μετέπειτα των Ασσυρίων. Αντίστοιχα υπάρχει και Ωάνις-ιος, ποταμός της Σικελίας (Σταματάκου) Ηδη είδαμε την μορφή του Νινου/Νεβρώδ, όπως αυτή βρέθηκε σε επιτύμβια στήλη στην πόλη Νimroud, κατά τον  Layard ταυτίζεται  με την Νινοη/Νινου πόλη ή Νινευή. Είδαμε το όνομα που της δινόταν ως «Πόλη των ψαριών» εξού και η αμφίεση του Ηγέτη της και του Μέγα Ιεράρχη της Νίνου/Νεβρώδ. Ο ‘Ονος είναι δε και το όνομα του ψαριού γάδος.

 Η γιγαντιαία μορφή του Οάννες, βρέθηκε, από τον κ. Layard, στην Nimroud. Η κεφαλή του είναι καλυμμένη  με ψαροκεφαλή ως άλλη μίτρα και στους ώμους κάλυμα μανδύα ή πανωφόρι με έντονα στοιχεία αμφίεσης-απομίμηση ψαριών, περασμένο πάνω από τους ώμους του, τα πόδια του είναι ανθρώπινα και γυμνασμένα, το αριστερό του χέρι κρατάει μια πλούσια διακοσμημένη τσάντα,  ενώ  το δεξί του χέρι κρατά υψωμένο σαν σε πράξη  παρουσίασης, το μυστηριακό σύμβολο των Ασσυρίων τον κώνο- κωνάριο, κουκουνάρι!! (Curious myths of the Middle Ages (1876) Baring-Gould, S. (Sabine), 1834-1924

 Όμοια όπως και ο Διόνυσος φέρει κατά την λατρεία του τον θύρσο με το κουκουνάρι –κωνάριο στην κορυφή του (Θύρσος κλάδος ο παρά Διονύσω)
Με την ασσυριακή μορφή  του ανθρώπου-ψαριού, του Οάννη ή Ωάννη ταυτίζεται και με τον αστερισμό του Αιγόκερου ή της Αίγας, του κατσικιού με ουρά ψαριού. Λέγετε δε ότι το σύμβολο του Ζωδιακού κύκλου ήταν και  ένα έμβλημα του.

6 Ιουλίου 2013

Διόνυσον νεβρώδεα, νεβριδόπεπλον ΙΙ



Hesychius Lexicogr., Lexicon (Α – Ο)
Alphabetic letter epsilon, entry 1910, line 1

<λαφίαι>· ο τν λάφων στράγαλοι (Eupol.)
<
λαφίνης>· νεβρός
<
λάφιον>· κώνειον
*<
λαφηβόλος>· κυνηγός.
<λαφηβόλος>· κυνηγός. APvgn π εδους νς τν κυνηγου-
 μένων (Σ 319)
<λαφοβοσκός>· εδος βοτάνης
<λαφογενές>· τς λάφου μυελός
<λαφον κεραόν>· ἄῤῥενα. γρ ἄῤῥην χει κέρατα (Γ 24)
<λαφος>· νεβρός
<λάφου πηρίς>· οτος δοκε βρωθες πρς συνουσίαν ρμόζειν

Hesychius Lexicogr., Lexicon (ΑΟ)

<λλοί>· λληνες ο ν Δωδών S κα ο ερες (Π 234 v. l.)
<λλόμενα>· περικλειόμενα
<λλόν>· γαθόν. γλαυκόν. χαροπόν. νθαλάττιον. ταχύ. φωνον.
 γρόν. λαφον νεογνόν (τ 228)
<λλοπες>· λλείποντες τς πός, τουτέστιν φθογγοι, φωνοι
 <κα ο λεπιδωτοί.> κα δασες. κα τραχες. κα ποικίλοι  
<λλόπιδας λέξις παρ Κρατίν (fr. 408). γέγονε δ παρ
 τος <λλούς>, κα λέγει κοινς τος νεβρος κα τος στρου-
 θούς· νεοττος φεως π το λλεσθαι
<λλοπιες>· [φωνοι. κα ο λεπιδωτοί]
 [<λλοπίς>· εόφθαλμος. χαροπή]
<λλοπιες>· ο νν ρεται, παρ Χαλκιδεσιν
†<λλοπγαθήν
<λόωσιν>· λάσωσιν (Ν 315)
<λλός>· τ κγονον τς λάφου νεογνόν, νεβρός (τ 228), κα
 Δωδωναος. κα νθαλάττιος

Διόνυσον νεβρώδεα, νεβριδόπεπλον ...



Στην Ελληνική ανθολογία  όπως ονομάζεται από τους μελετητές  όπου υπάρχουν καταγεγγραμμένα επιγραμμάτα και ποιημάτα αρχαίων κλασσικών Ελλήνων και βυζαντινών ποιητών από τον 7ο π.Χ. μέχρι τον 10ο ή και το 12ο μ.Χ. αιώνα και σ’ έναν Αδέσποτο Ύμνο του Διονύσου, διάβαζουμε δύο επίθετα του που θα μας απασχολήσουν στην παρακάτω ανάρτηση. Νεβρωδέας και Νεβριδόπεπλος –δίδω ολόκληρο τον ύμνο παρακάτω :

Anthologia Graeca, Anthologia Graeca
Book 9, epigram 524, line 14

Αδέσποτον
Ύμνος εις Διόνυσος

Μέλπωμεν βασιλήα φιλεύιον, ειραφιώτην,
αβροκόμην, αγροίκον, αοίδιμον, αγλαόμορφον,
Βοιωτόν, βρόμιον, βακχεύτορα, βοτρυοχαίτην,
γηθόσυνον, γονόεντα, γιγαντολέτην, γελόωντα,
Διογεν, δίγονον, διθυραμβογεν, Διόνυσον,
Ειον, εχαίτην, εάμπελον, γρεσίκωμον,
ζηλαον, ζάχολον, ζηλήμονα, ζηλοδοτρα,
πιον, δυπότην, δύθροον, περοπα,
θυρσοφόρον, Θρήικα, θιασώτην, θυμολέοντα,
νδολέτην, μερτόν, οπλόκον, ραφιώτην,
κωμαστήν, κεραόν, κισσοστέφανον, κελαδεινόν,
Λυδόν, ληναον, λαθικηδέα, λυσιμέριμνον,
μύστην, μαινόλιον, μεθυδώτην, μυριόμορφον,
νυκτέλιον, νόμιον, νεβρώδεα, νεβριδόπεπλον,
ξυστοβόλον, ξυνόν, ξενοδώτην, ξανθοκάρηνον,
ργίλον, βριμόθυμον, ρέσκιον, ορεσιφοίτην,
πουλυπότην, πλαγκτρα, πολυστέφανον, πολύκωμον,
ηξίνοον, αδινόν, ικνώδεα, ηνοφορα,
σκιρτητήν, Σάτυρον, Σεμεληγενέτην, Σεμελα,
τερπνόν, ταυρωπόν, Τυρρηνολέτην, ταχύμηνιν,
πνοφόβην, γρόν, μενήιον, λήεντα,
φηρομαν, φρικτόν, φιλομειδέα, φοιταλιώτην,
χρυσόκερων, χαρίεντα, χαλίφρονα, χρυσεομίτρην,
ψυχοπλανή, ψεύστην, ψοφομηδέα, ψυχοδέκτην,
ώριον, ωμηστήν, ωρείτροφον, ωρεσίδουπον.
μέλπωμεν βασιλήα φιλεύιον, ειραφιώτην.)

Μερικές αναγραφές σε λεξικά για να δούμε  τις ερμηνείες που δίδονται για τον νεβρό.

26 Οκτωβρίου 2012

Βυκχίς : όνομα Αιολικόν παρα το Βάκχος Βακχίς και Βυκχίς



H σύνδεση της Λευκοθέας και η γέννηση του ονόματος της από τον αφρό των κυμάτων μας οδήγησε σε μια Αφρο-γεννημένη θεά της δυνατής βίνης/δίνης της θάλασσας.

Όμως η Λευκοθέα μαζί με την Κίρκη και την Καλυψώ διαθέτει και το χάρισμα της ανθρώπινης ομιλίας ..

Porphyrius Phil., Quaestionum Homericarum ad Odysseam pertinentium reliquiae
Odyssey book 5, section 334-337, line 27

σπερ κα π τς Λευκοθέας· <πρν μν ην βροτς αδήεσσα>
κα θνητ αδ χρωμένη, καθ κα ο βροτοί.

Η Λευκοθέα όταν ήταν θνητή μιλούσε ανθρώπινα και με θνητή ομιλία, λαλιά, φωνή, έδινε απάντηση καθώς και οι άνθρωποι …

Ο νναος Κορνοτος,  στωικός φιλοσοφός που έζησε κατά τη βασιλεία του Νέρωνα (περι το  60 μ.Χ.) στο έργο του De Natura Deorum ή Περί της φύσης των Θεών, αναφέρει για τους θαλάσσιους θεούς και την συνδεση τους με τα ονόματά τους λόγω ιδιοτήτων/ ενεργειών τους.

Lucius Annaeus Cornutus Phil., De natura deorum
Page 44, line 20

    δ <Νηρες> θάλαττά στι, τοτον νο-
μασμένη τν τρόπον π το νεσθαι δι' ατς. κα-
λοσι δ τν Νηρέα κα λιον γέροντα δι τ σπερ
πολιν πανθεν τος κύμασι τν φρόν· κα γρ
Λευκοθέα τοιοτόν τι μφαίνει, τις λέγεται θυγάτηρ
Νηρέως εναι, δηλονότι τ λευκν το φρο.
 Πιθανν δ κα τν <φροδίτην> μ δι'
λλο τι παραδεδόσθαι γεγονυαν ν τ θαλάττ
πειδ πρς τ πάντα γενέσθαι κινήσεως δε κα γρα-  
σίας, περ μφότερα δαψιλ κατ τν θάλαττάν στιν.
στοχάσαντο δ το ατο κα ο Διώνης ατν θυγατέρα
επόντες εναι· διερν γρ τ γρόν στιν. φροδίτη
δέ στιν συνάγουσα τ ρρεν κα τ θλυ δύναμις,
τάχα δι τ φρώδη τ σπέρματα τν ζων εναι
ταύτην σχηκυα τν νομασίαν , ς Εριπίδης πο-
νοε,

Ο Νηρεύς λέγει είναι η θάλασσα και τον ονομάζουν έτσι από τον τρόπο (κίνησης ) του Νείσθαι- εκ του νέω/ νέομαι δηλ. πλέω, κολυμπώ και με την ευρύτερη έννοια πορεύομαι, ταξιδεύω, έρχομαι και απέρχομαι κλπ και άλλιον γέροντα ή Πόλιον δηλαδή ασπρομάλλη ή γκριζομάλλη ή υπόλευκο, αρχαίο, λευκό κατά συνέπεια  και  διαυγή, καθαρό ή αίθριο γέροντα γιατί ανθεί και λουλουδιάζει ή επιπολάζει και ανθίζει αργά τα κύματα με τον αφρό τους, και η Λευκοθέα αυτό ακριβώς παρουσιάζει και φανερώνει γι αυτό και ονομάζεται θυγατέρα του Νηρέως γιατί  δηλώνει το λευκό του αφρού. Πιθανόν, γράφει ο Ανναίος,  για την Αφροδίτη και την ονομασία της, ότι δεν μας έχει παραδοθεί παρά η γέννηση της κινήσεως και της υγρασίας  διότι και οι δύο ιδιότητες είναι άφθονες πλουσιοπάροχες και πληθωρικές στη θάλασσα. Έτσι σκεπτόμενοι περί αυτού – οι φιλόσοφοι ή οι άνθρωποι- την ονόμασαν θυγατέρα της Διώνης γιατί το υγρό στοιχείο είναι ζωογόνο, ζωηρό, ζωικό ενώ η Αφροδίτη είναι αυτή, που ταυτόχρονα, συνάγει συσσωρεύει την θηλυκή και αρσενική δύναμη και τα  σπέρματα των ζώων -όντων είναι αφρώδη όπως υπονοεί και ο Ευρυπίδης…Ενώ ο Αριστοτέλης θεωρούσε ότι το σπέρμα παράγεται από το καθαρότερο αίμα ή τον αφρό του αίματος χρησιμοποιώντας την θερμότητα του σώματος…

Σε έτερον φιλόσοφο τον Αρίστων τον Χίο διαβάζουμε :

 Ariston Phil., Testimonia et fragmenta
Fragment 375, line 4

Plutarchus de virtute morali 2 p. 44of. <
ρίστων δ' Χος>
τ μν οσί μίαν κα ατς ρετν ποίει κα γίειαν νόμαζε· τ
δ πρς τί πως διαφόρους κα πλείονας, ς ε τις θέλοι τν ρασιν
μν λευκν μν ντιλαμβανομένην λευκοθέαν καλεν, μελάνων δ
μελανθέαν τι τοιοτον τερον

Μία η ουσία και αυτή την αρετή ποιεί και την υγεία ονοματίζει, πως σε πολλούς και διάφορους σαν κάποιος θέλει την όραση μας, όταν την αντιλαμβάνεται ως λευκή διάφανη, Λευκοθέα την καλεί…

Σε έτερο χωρίο και διαφορετικό συγγραφέα, τον Ζήνωνα τον Ελεάτη, η Λευκοθέα είναι αδελφή των Τεχλίνων και φέρει το όνομα Αλία. Ο Ποσειδών ερωτευμένος σμίγει μαζί της και αποκτά έξι γιούς και μια κόρη την Ρόδη ή Ρόδο, που πήρε το όνομα της και η αντίστοιχη νήσος …
Μετά την γέννηση της Αφροδίτης, η θεά ταξίδευε στους  ωκεανούς. Όταν οι νέοι γιοι της Αλίας αλαζονικά αρνήθηκαν να αφήσουν την Αφροδίτη να αποβιβαστεί επάνω στην ακτή τους, η θεά τους καταράστηκε με παραφροσύνη. Στην τρέλα τους, βίασαν την Αλία. Ως τιμωρία, ο Ποσειδώνας τους έθαψε στα θαλάσσια σπήλαια του νησιού. Η Αλία αργότερα έπεσε στη θάλασσα· οι Ροδίτες υποστηρίζουν ότι έγινε η θεά Λευκοθέα.

Zeno Hist., Fragmenta
Fragment 1, line 36

                                           
Ποσειδνα
δ νδρωθέντα ρασθναι τς τν Τελχίνων δελφς
λίας, κα μιχθέντα ταύτ γεννσαι παδας ξ μν
ρρενας, μίαν δ θυγατέρα όδον, φ' ς τν νσον
νομασθναι. Γενέσθαι δ κατ τν καιρν τοτον ν
τος πρς ω μέρεσι τς νήσου τος κληθέντας γίγαντας·
τε δ κα Ζες λέγεται καταπεπολεμηκς Τιτνας ρα-
σθναι μις τν νυμφν μαλίας νομαζομένης, κα
τρες ξ ατς τεκνσαι παδας, Σπαρταον, Κρόνιον,
Κύτον. Κατ δ τν τούτων λικίαν φασν φροδίτην κ
Κυθήρων κομιζομένην ες Κύπρον κα προσορμιζομένην
τ νήσ κωλυθναι π τν Ποσειδνος υἱῶν, ντων
περηφάνων κα βριστν· τς δ θεο δι τν ργν
μβαλούσης ατος μανίαν, μιγναι ατος βί τ μη-
τρ κα πολλ κακ δρν τος γχωρίους. Ποσειδνα
δ τ γεγονς ασθόμενον τος υος κρύψαι κατ γς
δι τν πεπραγμένην ασχύνην, ος κληθναι προση-
ους δαίμονας· λίαν δ ίψασαν αυτν ες τν θάλατ-
ταν Λευκοθέαν νομασθναι κα τιμς θανάτου τυχεν
παρ τος γχωρίοις.

Αλλά με το όνομα της Αλίης/ας  συναντάμε και :
την Αλίη, μία από τις Νηρηίδες, κόρη του Νηρέα και της Δωρίδος
την Αλία, κόρη της Σύβαρης. Σε ένα ιερό δάσος της Άρτεμης, αντιμετώπισε ένα τεράστιο φίδι που ζευγάρωσε μαζί της· απόγονοί τους ήταν τα πρώτα μέλη της φυλής Οφιογενείς.
Την Αλίη, κόρη της Τάλους. Παντρεύτηκε τον Κότις, γιο του Μάνες, του πρώτου βασιλιά της Λυδίας, γεννώντας του δύο γιους, τον Ασίς και τον Άτυς, βασιλιά της Λυδίας.

Αλίαν η Αλίη είναι αυτή που θεωρούμε θαλασσινή, ή αυτή που ανήκει στην θάλασσα συχνά εννοείται  κύμβη (κύμβη ή κύμβος, ριζ. Κύμβ- ισως συγγεν. με κύβη κυβιστάω ) δηλ.  κοίλο αγγείο, ποτήρι, λέμβος, πλοιάριο, παράγωγες οι λέξεις κύμβαλον, κύμβαλος, κυμβίον,  κλπ οπότε αλιάς κύμβη είναι το αλιευτικό πλοιάριο και αλιάδαι είναι οι ναύτες και οι ναυτικοί, όμως η αλία είναι και η συγκέντρωση του λαού, οι συνεδριάζοντες (συχνή η χρήση της σε δωρικές πόλεις, αντίστοιχη της εκκλησίας του Δήμου στην Αθήνα και της Απέλλας των Σπαρτιατών) – Περί κυμβάλων και Κυβέλης υπάρχουν αντίστοιχα παλαιότερα κείμενα ..)

Etymologicum Genuinum, Etymologicum genuinum (littera λ)
Alphabetic letter lambda, entry 77, line 1

<Λευγαλέον>: τ γρόν· μύρ λευγαλέ, Σοφοκλς· κα
πάλιν· νν δέ με λευγαλέ θανάτ· τ δι' δατος. παρ τ  
χεύω χευαλέον. σημαίνει δ κα τ λέθριον παρ τ λοιγν
λοιγαλέον· κατ μετάθεσιν τν στοιχείων λευγαλέον.
<Λευκανοί>· πό τινος Λευκίου προσαγορευθέντες.
<Λευκαρίων>· οον· Πύρρα Λευκαρίων. Δευκαλίων καθ'
πέρθεσιν Λευκαδίων, τροπ το Δ ες τ Ρ Λευκαρίων.
<Λευκή>: νσος ν Πόντ. Λευκ δ λέγεται δι τ πλθος
τν λευκν ρνέων νδιαιτωμένων ν ατ.
<Λευκός>· παρ τ λεύσσω τ βλέπω, διαφανς κα λαμπρός.

Έτσι μπορούμε μέσω της έννοιας του λευκού της θάλασσας να δούμε και μια διαφορετική ονομασία του Δευκαλίωνα ως ΛΕΥΚ-ΑΡΙΩΝΑ – Περισσότερα περί Δευκαλίωνος περί λαρνάκων/κιβωτών και  σε παλαιότερα κείμενα

Είδαμε όμως σε προηγούμενα κείμενα την σύνδεση της Ινούς-Λευκοθέας με την Βύνη/Δίνη-Ινη(α) και επιστρέφουμε με το παρακάτω απόσπασμα όπου η Βύνη ή Λευκοθέα ή Ινώ δηλώνει όχι απλώς την θάλασσα και την δίνη/ δίνες της αλλά και τον Βυθό της όπου βύσσος  ή βύσος είναι η βήσσα είναι δηλαδή ο Βυθός και ο πυθμένας, το βάθος της θάλασσας…το άφατο…μας συνδέει και με την  ά-βυσσο.

Theognostus Gramm., Canones sive De orthographia
Section 106, line 3

Πσα λέξις κ τς βυ συλλαβς ρχομένη δι το υ
ψιλο γράφεται βυθός· βυζς, πυκνς, συνετός· βύζανα, κόν-
δυλος· βύζειν θρόον, πυκνόν· Βύνη Λευκοθέα νω· βύσσος· βυσός·


Etymologicum Genuinum, Etymologicum genuinum (νάβλησις – βώτορες)
Alphabetic letter beta, entry 292, line 1

     <Βυθός>· τ βάθος τ φατον· παρ τ βάθος, το <α> ες
<υ> τραπέντος. παρ τ βύζω βυστός κα βυθός AB, Sym. 236,
EM 366. Orio 38, 17.
 <Βύκτης>· χητικός, μεγάλως χν· μηρος (κ 20)·
  νθα δ βυκτάων νέμων·
κα Λυκόφρων (738)·
  βύκτας ν σκ συγκατακλείσας βοός.
παρ τ βύω, νθεν βεβυσμένος· ο παράγωγον βύζω, παθητικς
παρακείμενος βέβυκται, ς βάζω βέβακται, οον (θ 408)·
   πος δ' ε πέρ τι βέβακται.
παρ γον τ † βέβακται γίνεται βύκτης. πεποίηται π το βυθο
κα το ράττειν· παρ τ <βυ> βύκτης· τ γρ <βυ> π το μεγά-
λου λεγον· κα Σώφρων (fr. 115 Kaibel)·  
   βυβά,
ντ το μεστ κα πλήρη κα μεγάλα βύζειν <***> AB, Sym.
237, EM 361, Eust. 1646, 25. *Orio.
 <Βύκχις> (Alcae. passim)· <νομα Αολικόν· παρ τ>
Βάκχος Βακχίς κα Βύκχις, ς ππος ππίς κα οκος Οκίς, κα
τροπ το <α> ες <υ>, ς βάθος βύθος AB, EM 360. Hdn. II 351, 9.
 <Βύνη> (Lycophr. 107)· Λευκοθέα, νώ, οον
(Call. fr. 745)·
  Βύνης καταλέκτριαι αδηέσσης.
ερηται παρ τ ες βυθν δύνειν Βυθοδύνη κα κατ συγκοπν  
Βύνη. παρ τ δύνω δύνη, καταδύσασα ες θάλασσαν κα Βύνη
κατ τροπήν AB, Sym. 238, EM 363. Schol. Lycophr.
 <Βυρσοδέψης> (Ar. eq. 136 var. lect.)· ριστοφά-
νης (l. c.)·
  πιγίνεται γρ βυρσοδέψης Παφλαγών.
ατς δ κα (Ar. av. 490) σκυλοδέψης καλεται. παρ τ
δεψσαι, στιν παλναι AB, Sym. 239, EM 365, Eust. 1710, 15.
*Lex. rhet.
 <Βύρσα>· παρ τ δείρω, τ κδέρω, μέλλων Αολικς
δέρσω· κα δέρσα κα βύρσα, κδερομένη τ σώματι. παρ τ
ύω ύσα κα πλεονασμ το <β> κα καθ' πέρθεσιν βύρσα, περιρ-
ρεομένη τ δρτι. οτως ρος AB, Sym. 240, EM 364. Orus.
beta.295.1
 <Βυσσός> (Ω 80)· τ βάθος· παρ τ βυθός, τροπ το
<θ> ες <σ> κα πλεονασμ τέρου <σ> βυσσός AB, Sym. 241, EM 366. *Orio.
 <Βύσσος>· εδος βοτάνης· ξ ο κα τ π' ατς βαπτό-  
μενα μάτια βύσσινα λέγονται AB, Sym. 241, EM 367, Et. Gud.
β 156. *Orio?
 <Βύνη> (Lycophr. 107)· Λευκοθέα, νώ, οον
(Call. fr. 745)·
  Βύνης καταλέκτριαι αδηέσσης.

Οι έννοιες του βυθού, της βύνης/δίνης κι όλες οι θαλάσσιες έννοιες ταυτίζονται και με το βάθος και την άβυσσο όπως και με τον Μεγάλο Ηχών, τον δυνατό άνεμο και την ανεμοζάλη αλλά και με τον Βάκχο, τις Βάκχες ή Βυκχίδες και τον - Βύκχις> (Alcae. passim)· <νομα Αολικόν· παρ τ> Βάκχος Βακχίς κα Βύκχις…

Ενώ βυκανίζω σημαίνει σαλπίζω, βυκανισμός το σάλπισμα και βυκάνη η σάλπιγγα…


Συνεχίζετε…
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...