Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οιδίπους. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οιδίπους. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

16 Δεκεμβρίου 2011

Συκῆν δὲ καὶ ἄμπελον Διόνυσος



Ιερό δέντρον η συκιά όπως και η δρύς και υπήρχε διάταξη κατά την οποία απαγορεύονταν να τις κόβουν.
Η φίκα ή φίκος είναι η συκιά  ή η συκή και ο καρπός της το σύκον ή τύκον.

Athenaeus Soph., Deipnosophistae
Book 3, Kaibel paragraph 6, line 7

...δλον δ τοτο κ το καλεν τος θηναίους ερν μν συκν τν τόπον ν πρτον ερέθη, τν δ' π' ατς καρπν γητηρίαν δι τ   πρτον ερεθναι τς μέρου τροφς.

Photius Lexicogr., Scr. Eccl., Theol., Lexicon (ΕΩ)


Alphabetic letter iota, Page 102, line 12

<ερ συκ>: οτω λέγεται παρ τν λευσνα δός.
<ερ δός>: ν ο μύσται πορεύονται π το στεος π λευσνα.

Η ιερά συκή και η ιερά όδός που πορεύονταν οι μύστες  προς την Ελευσίνα. Η οδός των ιερών συκιών ο δρόμος που οδηγεί στα ιερά μυστήρια και στην Ιέρεια Δήμητρα και στην γνώση της δη-μιουργία …
Scholia In Aelium Aristidem, Scholia in Aelium Aristidem (scholia vetera)
Treatise Pan, Jebb pagëline-Hypothesis-Epigram 104,5, line 3

                 θην γάρ τοι λαίαν δωκε, συκν δ κα μπελον Διόνυσος, Ζες κριν, ρμς αγα, καρπος Δήμητρα, κα λλος λλο τι.

Η λατρεία του Ιερού Δέντρου αλλά και του ιερού καρπού/φρούτου που εχει δωθεί στους ανθρώπους μαζί με την ιερήν άμ-πελον από τον Διόνυσο.

Όμως συνεχίζοντας στις ερμηνεία των λέξεων στο Λεξικό του Πλωτίνου

<ερά>· *θυσία S. κειμήλια. συκ ν τ ες λευσνα γούσ δ
<εράγγελοι>· θεωροί, γγέλλοντες τς πανηγύρεις
<ερόθυτα>· για πιθύματα, μηρία κα μοια, θυσίαι θύματα
<ερ παρθένος>· Δήμητρος <έρεια>
 [<έρας>· σημεον]
*<εράς>· γίας (Ios. 6,8) AS
*<ερσθαι>· ερουργεν Avgn. κα τ ερωσύνην χειν
<ερται>· εροσκοπε  
  …
<Κάρ>· θάνατος. †φθερον. πρόβατον. γένος Καρικόν·
*<κάρα>· κεφαλή Avgn. τοτο ττικο δι το <α> λέγουσιν, μη-
 ρος δ ακς <κάρη>
<κάρα>· αξ μερος Πολυῤῥήνιοι. π Γορτυνίων ... λλοι δ  συκ.
ωνες τ πρόβατα. κα τν κεφαλήν
<κάραι>· συκα
<Καραιός>· Ζες παρ Βοιωτος οτω προσαγορεύεται· ς μέν
 τινές φασι δι τ ψηλς εναι, π το κάρα

<ποθριάζειν>· τ φαιρεν φύλλα συκς.
<ντεθρίωκεν>· νείληκεν σκεύακεν, π τν θρίων. (Men.
 Sam. 241) Δηλο δ κα τ βακχεύειν, σως π το Διονύσου·  
 <Θρίαμβος> γρ λέγετο δι τν τς συκς κα τν θρίων
 ερεσιν

Hesychius Lexicogr., Lexicon (Α – Ο)
Alphabetic letter theta, entry 741, line 1

<θρα>· φύλλα συκς, μπέλου r. ASvn <ς πολλόδωρος> n
 κα τ ν ατος δεσμούμενα βρώματα
<θριάζειν>· φυλλολογεν.





Η λατρεία της συκιάς ως ιερού δέντρου ή μήπως και ως  του Δέντρου της Ζωής έχει συνδεθεί με την λατρεία της βλάστησης αλλά και με το Διόνυσο.  

Το σύκο είναι θρεπτικότατος καρπός, γεμάτος σπέρματα και έχει σχήμα όρχεως. Η συκή δέντρο μακρόβιο που πολλαπλασιάζεται εύκολα και με όλους τους τρόπους, ήταν στην αρχαία Ελλάδα σύμβολο της γονιμότητας και του θεού Διονύσου που λατρευόταν και με προσωνύμια του Συκίτη αλλά  και του  Συκεάτη. 

Ακόμα και η λέξη Θρία-μβος συνδέεται με τη λατρεία του και με την εύρεση των Θρίων = φύλλων  της συκιάς ή και της αμπέλου. 

Και η χρήση του  Θύρσου και τα Θρία τα φύλλα της συκής ή της αμπέλου…

 Όμοια λατρεία της ιερής συκιάς, κάποιου άλλου είδους όμως της συκιάς της religiosa Ficus, ή Bo-Tree που προέρχεται από το σανσκριτικό Bodhi δηλ. «σοφία», «φώτιση », είναι ένα είδος του φίκου/συκιάς που κατάγεται  από την Ινδία , το Μπαγκλαντές , το Νεπάλ , το Πακιστάν , τη Σρι Λάνκα , νοτιοδυτική Κίνα και Ινδοκίνα.  Ανήκει στην οικογένεια Moraceae , το σύκο ή την μουριά.
Οι Sadhus (ασκητές των ινδουιστών) εξακολουθεί να διαλογίζεται κάτω από ιερά δέντρα της συκιάς, και οι ινδουιστές να περιφέρονται γύρω από την ιερή συκιά, ως ένας από τους τρόπους λατρείας. Συνήθως είναι επτά γύροι γύρω από το δέντρο το πρωί φωνάζοντας «Vriksha Rajaya Namah", που σημαίνει "χαιρετισμός στον βασιλιά των δέντρων."

Η ιδιαιτερότητα της συκιάς είναι ότι περίπου τα μισά είδη φίκων είναι μόνοϊκα , έχουν δηλαδή φυτά που φέρουν ταυτόχρονα αρσενικά και θηλυκά άνθη. Στα δίοϊκα είδη υπάρχουν ξεχωριστά "αρσενικά" και "θηλυκά" φυτά. Στα είδη αυτά οι σφήκες  από τα συκώνια των "αρσενικών" φυτών, μεταφέρουν τη γύρη στα "θηλυκά" φυτά, επικονιάζοντας τα άνθη τους. Χωρίς την παρουσία αρσενικού φυτού, άρα και της συμβιωτικής σφήκας, δεν είναι δυνατή η γονιμοποίηση και η ωρίμανση των συκωνίων του θηλυκού.




Παράδειγμα δίοικου είδους φίκου είναι η Συκιά (F. carica). Τα αρσενικά φυτά του είδους ονομάζονται "άγρια" ή "αγριοσυκιές" ή "όρνοί". Το θέμα των όρνων, της αρσενικής συκιάς στο κείμενο όπου την καταράται ο Ιησούς.


 Τα σύκα της άγρια συκιάς δεν είναι βρώσιμα, σε αντίθεση με αυτά της "ήμερης", του θηλυκού δηλαδή δέντρου.  Αναφέρονται και παρθενοκαρπικά είδη συκιάς, τα οποία παράγουν καρπούς χωρίς να προηγηθεί γονιμοποίηση και σχηματισμός σπόρων.

Όμως υπάρχουν και συκιές/φίκοι στραγγαλιστές κι αυτό γιατί με διάφορους τρόπους (π.χ. μεταφορά από πουλιά, ζώα, μυρμήγκια) σπόροι φίκων/σύκων είναι δυνατόν να καταλήξουν στο φύλλωμα άλλων δέντρων. Σε συνθήκες υψηλής ατμοσφαιρικής υγρασίας βλασταίνουν, αναπτύσσοντας εν συνεχεία εναέριες ρίζες, οι οποίες σταδιακά φτάνουν και εισχωρούν στο έδαφος (σε ξηρές συνθήκες, οι σπόροι μπορεί να βλαστήσουν, αλλά δεν μπορούν να δημιουργήσουν εναέριες ρίζες αρκετά μεγάλες ώστε να φτάσουν στο έδαφος.). Ορισμένα είδη συνεχίζουν να εξαρτώνται από το φυτό-ξενιστή, με το οποίο συμβιώνουν για όλη τους τη ζωή.





Υπάρχουν είδη όμως (οι κοινά ονομαζόμενοι φίκοι "στραγγαλιστές") τα οποία αναπτύσσουν εναέριες ρίζες που αναστομώνονται, περιπλέκονται και ξυλοποιούνται γύρω από τον κορμό του ξενιστή, προκαλώντας το θάνατο του λόγω "στραγγαλισμού" του κορμού ή λόγω έλλειψης ηλιακού φωτός εξαιτίας της υπέρμετρης ανάπτυξης τους (ορισμένες πηγές αναφέρουν το δεύτερο ως σημαντικότερο παράγοντα θανάτωσης του ξενιστή) . Για το είδος F. religiosa αναφέρεται ότι οι εναέριες ρίζες του μπορούν να εισχωρήσουν στον κορμό του ξενιστή και να τον διαχωρίσουν, προκαλώντας έτσι το θάνατο του (Galil J., 1984, Ficus religiosa L. - The tree splitter). Στην πραγματικότητα, οι φίκοι "στραγγαλιστές" είναι μόνο η μειοψηφία των ημι-επιφυτικών φίκων.

Ομως το σύκον ονομάζεται και  τύκον όπως δηλαδή και το γυναικείον αιδοίον αλλά και ο τόκος ή γέννηση το ίδιο το παιδί,  δηλαδή ο καρπος της κοιλίας της. 

Και η Σφίγγα είδαμε ότι κατά μία εκδοχή ήταν  κόρη του Λάϊου ή του Πέτρινου εκ του λαας = η πέτρα.
Και ο Οιδίπους ως αυτός που γνωρίζει εκ του Οίδα+φάος, ως ο γνώστης της λύσης του προβλήματος.
Ο γνώστης του φωτός ή εκ του Οίδα+π+ους δηλ αυτός που γνωρίζει τους πόδας, ίσως τα μουσικά μέτρα μέσω του αυτιού του. Ή τα μέτρα γενικότερα. Αλλά κι ένας μυημένος, ένας ιερέας  στα ιερά μυστήρια του φωτός και της ζωής στα της Ελευσίνας ή της Έλευσις του φωτός 


Και ως το ρήμα που δίδει το όνομα ενός άλλου γνώστη λύσεων πολλών προβλημάτων του Οδυσσέα « πολλών ανθρώπων ίδεν άστεα και νόον έγνω», που όμως χρησιμοποίησε και το όνομα Ούτις δηλαδή Ουδείς ή Κανένας.
Οι θεοί τυφλώνουν τον Οιδίποδα ή βγάζει μόνος του τους οφθαλμούς του και ο Οδυσσέας τυφλώνει τον Πολύ-φημο.



Και η ωμόσιτος  Σφίγγα δίπλα στις Πυραμίδες όπου πυρός είναι ο σίτος και το στάρι ή το σπυρί του σιταριού και οι Πυραμιδες κατά μια εκδοχή το δοχείο της συγκέντρωσης σίτου ή το δοχείου του Σίτου και του Άρτου της ζωής και  ένας τρόπος  επιστροφής του Βασιλέως στην νέα ζωή.

συνεχίζετε

15 Δεκεμβρίου 2011

Φῖκ' ὀλοήν: τὴν Σφίγγα λέγει


Σφίγξ, , gen. Σφιγγός, Boeot. φίξ, Φῑκός:—Sphinx,
Φκ' λοήν Hes.Th.326 (where the Boeot. form Φίξ is given by Sch., cf. Pl. Cra.414d), cf. Apollod.3.5.8; on the riddle of the S. guessed by Oedipus, Ath.10.456b, Arg.S.OT, A.Frr.235-7, E.Ph.1507 (anap.), cf. Sch.E.Ph.45, Str.17.1.28,32; cf. νδρόσφιγξ; σφίγγες κα γρπες as ornaments of a precinct of Dionysus, Hdt.4.79; Sphinxes on a shield, E.El.471 (lyr.).
metaph. of rapacious persons, Anaxil.22, Carm.Pop.46.24,33; Μεγαρικα ς., = πόρναι, Call. Com.23: also of those who speak riddles, Σφίγγ' ρρεν', ο μάγειρον Strato Com.1.1; φροσύνη . . ς. στιν Cebes 3.
a kind of ape, found in Ethiopia, Agatharch.73, Artem. ap. Str.16.4.16, Plin.HN 8.72, Ael.NA16.15, and v. σφιγγίον 11. (The form Φίξ connects the name with Mount Φίκιον in Boeotia, cf. Sch.Hes. l.c., and is found in Plaut.Aul.701, Picis divitiis qui aureos montis colunt ego solus supero; cf. Non.p.222 L.; Βκας = Σφίγγας, Hsch. (Σφίγξ may be a later form); Σφίξ, gen. Σφικός, Choerob. (Sophronius) in Theod.p.400H.

Plutarchus Biogr., Phil., Bruta animalia ratione uti (985d-992e)
Stephanus page 988, section A, line 1

          λλ κα Κρομμυωνίαν τιν σν κούεις,
πράγματα πολλά, θλυ θηρίον οσα, τ Θησε παρέσχε· |
κα τν Σφίγγα κείνην οκ ν νησεν σοφία περ τ
Φίκιον νω καθεζομένην, ανίγματα κα γρίφους πλέκου-
σαν, ε μ ώμ κα νδρεί πολ τν Καδμείων πε-
κράτει.
Η Σφίγγα θηλυκό θηρίον  καθισμένη εις το Φίκιον όρος που θέτει τα αινίγματα και τους γρίφους


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...