26 Οκτωβρίου 2012

Βυκχίς : όνομα Αιολικόν παρα το Βάκχος Βακχίς και Βυκχίς



H σύνδεση της Λευκοθέας και η γέννηση του ονόματος της από τον αφρό των κυμάτων μας οδήγησε σε μια Αφρο-γεννημένη θεά της δυνατής βίνης/δίνης της θάλασσας.

Όμως η Λευκοθέα μαζί με την Κίρκη και την Καλυψώ διαθέτει και το χάρισμα της ανθρώπινης ομιλίας ..

Porphyrius Phil., Quaestionum Homericarum ad Odysseam pertinentium reliquiae
Odyssey book 5, section 334-337, line 27

ὥσπερ καὶ ἐπὶ τῆς Λευκοθέας· ἣ <πρὶν μὲν ἔην βροτὸς αὐδήεσσα>
καὶ θνητῇ αὐδῇ χρωμένη, καθὰ καὶ οἱ βροτοί.

Η Λευκοθέα όταν ήταν θνητή μιλούσε ανθρώπινα και με θνητή ομιλία, λαλιά, φωνή, έδινε απάντηση καθώς και οι άνθρωποι …

Ο Ἀνναῖος Κορνοῦτος,  στωικός φιλοσοφός που έζησε κατά τη βασιλεία του Νέρωνα (περι το  60 μ.Χ.) στο έργο του De Natura Deorum ή Περί της φύσης των Θεών, αναφέρει για τους θαλάσσιους θεούς και την συνδεση τους με τα ονόματά τους λόγω ιδιοτήτων/ ενεργειών τους.

Lucius Annaeus Cornutus Phil., De natura deorum
Page 44, line 20

   Ὁ δὲ <Νηρεὺς> ἡ θάλαττά ἐστι, τοῦτον ὠνο-
μασμένη τὸν τρόπον ἀπὸ τοῦ νεῖσθαι δι' αὑτῆς. κα-
λοῦσι δὲ τὸν Νηρέα καὶ ἅλιον γέροντα διὰ τὸ ὥσπερ
πολιὰν ἐπανθεῖν τοῖς κύμασι τὸν ἀφρόν· καὶ γὰρ ἡ
Λευκοθέα τοιοῦτόν τι ἐμφαίνει, ἥτις λέγεται θυγάτηρ
Νηρέως εἶναι, δηλονότι τὸ λευκὸν τοῦ ἀφροῦ.
 Πιθανὸν δὲ καὶ τὴν <Ἀφροδίτην> μὴ δι'
ἄλλο τι παραδεδόσθαι γεγονυῖαν ἐν τῇ θαλάττῃ ἢ
ἐπειδὴ πρὸς τὸ πάντα γενέσθαι κινήσεως δεῖ καὶ ὑγρα-  
σίας, ἅπερ ἀμφότερα δαψιλῆ κατὰ τὴν θάλαττάν ἐστιν.
ἐστοχάσαντο δὲ τοῦ αὐτοῦ καὶ οἱ Διώνης αὐτὴν θυγατέρα
εἰπόντες εἶναι· διερὸν γὰρ τὸ ὑγρόν ἐστιν. Ἀφροδίτη
δέ ἐστιν ἡ συνάγουσα τὸ ἄρρεν καὶ τὸ θῆλυ δύναμις,
τάχα διὰ τὸ ἀφρώδη τὰ σπέρματα τῶν ζῴων εἶναι
ταύτην ἐσχηκυῖα τὴν ὀνομασίαν ἤ, ὡς Εὐριπίδης ὑπο-
νοεῖ,

Ο Νηρεύς λέγει είναι η θάλασσα και τον ονομάζουν έτσι από τον τρόπο (κίνησης ) του Νείσθαι- εκ του νέω/ νέομαι δηλ. πλέω, κολυμπώ και με την ευρύτερη έννοια πορεύομαι, ταξιδεύω, έρχομαι και απέρχομαι κλπ και άλλιον γέροντα ή Πόλιον δηλαδή ασπρομάλλη ή γκριζομάλλη ή υπόλευκο, αρχαίο, λευκό κατά συνέπεια  και  διαυγή, καθαρό ή αίθριο γέροντα γιατί ανθεί και λουλουδιάζει ή επιπολάζει και ανθίζει αργά τα κύματα με τον αφρό τους, και η Λευκοθέα αυτό ακριβώς παρουσιάζει και φανερώνει γι αυτό και ονομάζεται θυγατέρα του Νηρέως γιατί  δηλώνει το λευκό του αφρού. Πιθανόν, γράφει ο Ανναίος,  για την Αφροδίτη και την ονομασία της, ότι δεν μας έχει παραδοθεί παρά η γέννηση της κινήσεως και της υγρασίας  διότι και οι δύο ιδιότητες είναι άφθονες πλουσιοπάροχες και πληθωρικές στη θάλασσα. Έτσι σκεπτόμενοι περί αυτού – οι φιλόσοφοι ή οι άνθρωποι- την ονόμασαν θυγατέρα της Διώνης γιατί το υγρό στοιχείο είναι ζωογόνο, ζωηρό, ζωικό ενώ η Αφροδίτη είναι αυτή, που ταυτόχρονα, συνάγει συσσωρεύει την θηλυκή και αρσενική δύναμη και τα  σπέρματα των ζώων -όντων είναι αφρώδη όπως υπονοεί και ο Ευρυπίδης…Ενώ ο Αριστοτέλης θεωρούσε ότι το σπέρμα παράγεται από το καθαρότερο αίμα ή τον αφρό του αίματος χρησιμοποιώντας την θερμότητα του σώματος…

Σε έτερον φιλόσοφο τον Αρίστων τον Χίο διαβάζουμε :

 Ariston Phil., Testimonia et fragmenta
Fragment 375, line 4

Plutarchus de virtute morali 2 p. 44of. <
Ἀρίστων δ' ὁ Χῖος>
τῇ μὲν οὐσίᾳ μίαν καὶ αὐτὸς ἀρετὴν ἐποίει καὶ ὑγίειαν ὠνόμαζε· τῷ
δὲ πρὸς τί πως διαφόρους καὶ πλείονας, ὡς εἴ τις ἐθέλοι τὴν ὅρασιν
ἡμῶν λευκῶν μὲν ἀντιλαμβανομένην λευκοθέαν καλεῖν, μελάνων δὲ
μελανθέαν ἤ τι τοιοῦτον ἕτερον

Μία η ουσία και αυτή την αρετή ποιεί και την υγεία ονοματίζει, πως σε πολλούς και διάφορους σαν κάποιος θέλει την όραση μας, όταν την αντιλαμβάνεται ως λευκή διάφανη, Λευκοθέα την καλεί…

Σε έτερο χωρίο και διαφορετικό συγγραφέα, τον Ζήνωνα τον Ελεάτη, η Λευκοθέα είναι αδελφή των Τεχλίνων και φέρει το όνομα Αλία. Ο Ποσειδών ερωτευμένος σμίγει μαζί της και αποκτά έξι γιούς και μια κόρη την Ρόδη ή Ρόδο, που πήρε το όνομα της και η αντίστοιχη νήσος …
Μετά την γέννηση της Αφροδίτης, η θεά ταξίδευε στους  ωκεανούς. Όταν οι νέοι γιοι της Αλίας αλαζονικά αρνήθηκαν να αφήσουν την Αφροδίτη να αποβιβαστεί επάνω στην ακτή τους, η θεά τους καταράστηκε με παραφροσύνη. Στην τρέλα τους, βίασαν την Αλία. Ως τιμωρία, ο Ποσειδώνας τους έθαψε στα θαλάσσια σπήλαια του νησιού. Η Αλία αργότερα έπεσε στη θάλασσα· οι Ροδίτες υποστηρίζουν ότι έγινε η θεά Λευκοθέα.

Zeno Hist., Fragmenta
Fragment 1, line 36

                                           
Ποσειδῶνα
δὲ ἀνδρωθέντα ἐρασθῆναι τῆς τῶν Τελχίνων ἀδελφῆς
Ἁλίας, καὶ μιχθέντα ταύτῃ γεννῆσαι παῖδας ἓξ μὲν
ἄρρενας, μίαν δὲ θυγατέρα Ῥόδον, ἀφ' ἧς τὴν νῆσον
ὀνομασθῆναι. Γενέσθαι δὲ κατὰ τὸν καιρὸν τοῦτον ἐν
τοῖς πρὸς ἕω μέρεσι τῆς νήσου τοὺς κληθέντας γίγαντας·
ὅτε δὴ καὶ Ζεὺς λέγεται καταπεπολεμηκὼς Τιτᾶνας ἐρα-
σθῆναι μιᾶς τῶν νυμφῶν Ἱμαλίας ὀνομαζομένης, καὶ
τρεῖς ἐξ αὐτῆς τεκνῶσαι παῖδας, Σπαρταῖον, Κρόνιον,
Κύτον. Κατὰ δὲ τὴν τούτων ἡλικίαν φασὶν Ἀφροδίτην ἐκ
Κυθήρων κομιζομένην εἰς Κύπρον καὶ προσορμιζομένην
τῇ νήσῳ κωλυθῆναι ὑπὸ τῶν Ποσειδῶνος υἱῶν, ὄντων
ὑπερηφάνων καὶ ὑβριστῶν· τῆς δὲ θεοῦ διὰ τὴν ὀργὴν
ἐμβαλούσης αὐτοῖς μανίαν, μιγῆναι αὐτοὺς βίᾳ τῇ μη-
τρὶ καὶ πολλὰ κακὰ δρᾶν τοὺς ἐγχωρίους. Ποσειδῶνα
δὲ τὸ γεγονὸς αἰσθόμενον τοὺς υἱοὺς κρύψαι κατὰ γῆς
διὰ τὴν πεπραγμένην αἰσχύνην, οὓς κληθῆναι προσηῴ-
ους δαίμονας· Ἁλίαν δὲ ῥίψασαν ἑαυτὴν εἰς τὴν θάλατ-
ταν Λευκοθέαν ὀνομασθῆναι καὶ τιμῆς ἀθανάτου τυχεῖν
παρὰ τοῖς ἐγχωρίοις.

Αλλά με το όνομα της Αλίης/ας  συναντάμε και :
την Αλίη, μία από τις Νηρηίδες, κόρη του Νηρέα και της Δωρίδος
την Αλία, κόρη της Σύβαρης. Σε ένα ιερό δάσος της Άρτεμης, αντιμετώπισε ένα τεράστιο φίδι που ζευγάρωσε μαζί της· απόγονοί τους ήταν τα πρώτα μέλη της φυλής Οφιογενείς.
Την Αλίη, κόρη της Τάλους. Παντρεύτηκε τον Κότις, γιο του Μάνες, του πρώτου βασιλιά της Λυδίας, γεννώντας του δύο γιους, τον Ασίς και τον Άτυς, βασιλιά της Λυδίας.

Αλίαν η Αλίη είναι αυτή που θεωρούμε θαλασσινή, ή αυτή που ανήκει στην θάλασσα συχνά εννοείται  κύμβη (κύμβη ή κύμβος, ριζ. Κύμβ- ισως συγγεν. με κύβη κυβιστάω ) δηλ.  κοίλο αγγείο, ποτήρι, λέμβος, πλοιάριο, παράγωγες οι λέξεις κύμβαλον, κύμβαλος, κυμβίον,  κλπ οπότε αλιάς κύμβη είναι το αλιευτικό πλοιάριο και αλιάδαι είναι οι ναύτες και οι ναυτικοί, όμως η αλία είναι και η συγκέντρωση του λαού, οι συνεδριάζοντες (συχνή η χρήση της σε δωρικές πόλεις, αντίστοιχη της εκκλησίας του Δήμου στην Αθήνα και της Απέλλας των Σπαρτιατών) – Περί κυμβάλων και Κυβέλης υπάρχουν αντίστοιχα παλαιότερα κείμενα ..)

Etymologicum Genuinum, Etymologicum genuinum (littera λ)
Alphabetic letter lambda, entry 77, line 1

<Λευγαλέον>: τὸ ὑγρόν· μύρῳ λευγαλέῳ, Σοφοκλῆς· καὶ
πάλιν· νῦν δέ με λευγαλέῳ θανάτῳ· τῷ δι' ὕδατος. παρὰ τὸ  
χεύω χευαλέον. σημαίνει δὲ καὶ τὸ ὀλέθριον παρὰ τὸ λοιγὸν
λοιγαλέον· κατὰ μετάθεσιν τῶν στοιχείων λευγαλέον.
<Λευκανοί>· ἀπό τινος Λευκίου προσαγορευθέντες.
<Λευκαρίων>· οἷον· Πύρρα ἢ Λευκαρίων. Δευκαλίων καθ'
ὑπέρθεσιν Λευκαδίων, τροπῇ τοῦ Δ εἰς τὸ Ρ Λευκαρίων.
<Λευκή>: νῆσος ἐν Πόντῳ. Λευκὴ δὲ λέγεται διὰ τὸ πλῆθος
τῶν λευκῶν ὀρνέων ἐνδιαιτωμένων ἐν αὐτῇ.
<Λευκός>· παρὰ τὸ λεύσσω τὸ βλέπω, ὁ διαφανὴς καὶ λαμπρός.

Έτσι μπορούμε μέσω της έννοιας του λευκού της θάλασσας να δούμε και μια διαφορετική ονομασία του Δευκαλίωνα ως ΛΕΥΚ-ΑΡΙΩΝΑ – Περισσότερα περί Δευκαλίωνος περί λαρνάκων/κιβωτών και  σε παλαιότερα κείμενα

Είδαμε όμως σε προηγούμενα κείμενα την σύνδεση της Ινούς-Λευκοθέας με την Βύνη/Δίνη-Ινη(α) και επιστρέφουμε με το παρακάτω απόσπασμα όπου η Βύνη ή Λευκοθέα ή Ινώ δηλώνει όχι απλώς την θάλασσα και την δίνη/ δίνες της αλλά και τον Βυθό της όπου βύσσος  ή βύσος είναι η βήσσα είναι δηλαδή ο Βυθός και ο πυθμένας, το βάθος της θάλασσας…το άφατο…μας συνδέει και με την  ά-βυσσο.

Theognostus Gramm., Canones sive De orthographia
Section 106, line 3

Πᾶσα λέξις ἐκ τῆς βυ συλλαβῆς ἀρχομένη διὰ τοῦ υ
ψιλοῦ γράφεται βυθός· βυζὸς, πυκνὸς, συνετός· βύζανα, κόν-
δυλος· βύζειν ἀθρόον, πυκνόν· Βύνη ἡ Λευκοθέα Ἴνω· βύσσος· βυσός·


Etymologicum Genuinum, Etymologicum genuinum (ἀνάβλησις – βώτορες)
Alphabetic letter beta, entry 292, line 1

     <Βυθός>· τὸ βάθος τὸ ἄφατον· παρὰ τὸ βάθος, τοῦ <α> εἰς
<υ> τραπέντος. ἢ παρὰ τὸ βύζω βυστός καὶ βυθός AB, Sym. 236,
EM 366. Orio 38, 17.
 <Βύκτης>· ἠχητικός, ὁ μεγάλως ἠχῶν· Ὅμηρος (κ 20)·
  ἔνθα δὲ βυκτάων ἀνέμων·
καὶ Λυκόφρων (738)·
  βύκτας ἐν ἀσκῷ συγκατακλείσας βοός.
παρὰ τὸ βύω, ἔνθεν βεβυσμένος· οὗ παράγωγον βύζω, ὁ παθητικὸς
παρακείμενος βέβυκται, ὡς βάζω βέβακται, οἷον (θ 408)·
   ἔπος δ' εἴ πέρ τι βέβακται.
παρὰ γοῦν τὸ † βέβακται γίνεται βύκτης. ἢ πεποίηται ἀπὸ τοῦ βυθοῦ
καὶ τοῦ ἀράττειν· ἢ παρὰ τὸ <βυ> βύκτης· τὸ γὰρ <βυ> ἐπὶ τοῦ μεγά-
λου ἔλεγον· καὶ Σώφρων (fr. 115 Kaibel)·  
   βυβά,
ἀντὶ τοῦ μεστὰ καὶ πλήρη καὶ μεγάλα βύζειν <***> AB, Sym.
237, EM 361, Eust. 1646, 25. *Orio.
 <Βύκχις> (Alcae. passim)· <ὄνομα Αἰολικόν· παρὰ τὸ>
Βάκχος Βακχίς καὶ Βύκχις, ὡς ἵππος ἱππίς καὶ οἶκος Οἰκίς, καὶ
τροπῇ τοῦ <α> εἰς <υ>, ὡς βάθος βύθος AB, EM 360. Hdn. II 351, 9.
 <Βύνη> (Lycophr. 107)· ἡ Λευκοθέα, ἡ Ἰνώ, οἷον
(Call. fr. 745)·
  Βύνης καταλέκτριαι αὐδηέσσης.
εἴρηται παρὰ τὸ εἰς βυθὸν δύνειν Βυθοδύνη καὶ κατὰ συγκοπὴν  
Βύνη. ἢ παρὰ τὸ δύνω δύνη, ἡ καταδύσασα εἰς θάλασσαν καὶ Βύνη
κατὰ τροπήν AB, Sym. 238, EM 363. Schol. Lycophr.
 <Βυρσοδέψης> (Ar. eq. 136 var. lect.)· Ἀριστοφά-
νης (l. c.)·
  ἐπιγίνεται γὰρ βυρσοδέψης ὁ Παφλαγών.
ὁ αὐτὸς δὲ καὶ (Ar. av. 490) σκυλοδέψης καλεῖται. παρὰ τὸ
δεψῆσαι, ὅ ἐστιν ἁπαλῦναι AB, Sym. 239, EM 365, Eust. 1710, 15.
*Lex. rhet.
 <Βύρσα>· παρὰ τὸ δείρω, τὸ ἐκδέρω, ὁ μέλλων Αἰολικῶς
δέρσω· καὶ δέρσα καὶ βύρσα, ἡ ἐκδερομένη τῷ σώματι. ἢ παρὰ τὸ
ῥύω ῥύσα καὶ πλεονασμῷ τοῦ <β> καὶ καθ' ὑπέρθεσιν βύρσα, ἡ περιρ-
ρεομένη τῷ ἱδρῶτι. οὕτως Ὦρος AB, Sym. 240, EM 364. Orus.
beta.295.1
 <Βυσσός> (Ω 80)· τὸ βάθος· παρὰ τὸ βυθός, τροπῇ τοῦ
<θ> εἰς <σ> καὶ πλεονασμῷ ἑτέρου <σ> βυσσός AB, Sym. 241, EM 366. *Orio.
 <Βύσσος>· εἶδος βοτάνης· ἐξ οὗ καὶ τὰ ἀπ' αὐτῆς βαπτό-  
μενα ἱμάτια βύσσινα λέγονται AB, Sym. 241, EM 367, Et. Gud.
β 156. *Orio?
 <Βύνη> (Lycophr. 107)· ἡ Λευκοθέα, ἡ Ἰνώ, οἷον
(Call. fr. 745)·
  Βύνης καταλέκτριαι αὐδηέσσης.

Οι έννοιες του βυθού, της βύνης/δίνης κι όλες οι θαλάσσιες έννοιες ταυτίζονται και με το βάθος και την άβυσσο όπως και με τον Μεγάλο Ηχών, τον δυνατό άνεμο και την ανεμοζάλη αλλά και με τον Βάκχο, τις Βάκχες ή Βυκχίδες και τον - Βύκχις> (Alcae. passim)· <ὄνομα Αἰολικόν· παρὰ τὸ> Βάκχος Βακχίς καὶ Βύκχις…

Ενώ βυκανίζω σημαίνει σαλπίζω, βυκανισμός το σάλπισμα και βυκάνη η σάλπιγγα…


Συνεχίζετε…

13 Οκτωβρίου 2012

ἴνη καὶ δίνη, ἡ μετὰ δυνάμεως συστροφή...



Αφού πήραμε μια εικόνα από τις  πραγματικές ερμηνείες της Ινούς ως κόρης αλλά και κόρης του ματιού και ταυτόχρονα της δυνατής, ή αυτής που εν-δυναμώνει – το παιδί/ βρέφος και κατά συνέπεια είναι αυτή που τρέφει και μεγαλώνει τον Διόνυσο, ακόμα και ως παραμάνα/τροφός και συγχρόνως αδελφή της μητέρας του  ή ακόμα και ως ακτίδος, ή και ως ίνας κλπ ας προχωρήσουμε και στις ερμηνείες της Λευκοθέας ή Λευκοθόης … για να δούμε και μερικές ακόμα αφανής εκ του ονόματος ερμηνείες που θα μας οδηγήσουν και στην απόλυτη σύνδεση με τον «υγρό/νερένιο ή αν θελετε Λυμναίο αλλά και Υδραίο ΔΙΟΝΥΣΟ …

Καταρχήν έχουμε την Λευκοθέα – λευκή θεά την Ινώ, την κόρη του Κάδμου που λατρεύεται ως ευεργετική και Σώτειρα θαλάσσια θεά…
Την Λευκο-θοη όνομα που δίδεται στην Λευκοθέα κατά τα΄αλλους το όνομα της αντιπάλους της Κλυτίας που είναι ερωμένη του Ήλιου και μεταμορφώθηκε σε ηλιοτρόπιο
Της Λευκο-νόης θυγατέρας του Μινύα…
Της Λευκ-ώνης θυγατέρας του Αφείδαντος εκ της Τεγέας
Της Λευκ-ώνης συζύγου του Κυανίππου

Της Λευκο-φρυνης Αρτέμιδος που ήδη είδαμε κλπ

Και τα υπόλοιπα ονόματα που αποδίδονται στην Λευκοθέα ως ΗΜΙ-Θεας και ΑΜΦΙ-Θέας.

Η σύνδεσή τους με την θάλασσα και τις θαλάσσιες θεότητες καθώς και τις διακυμάνσεις της θάλασσας δίδονται εκτός από τους μύθους που την συνδέουν με τις λάρνακες, που ήδη είδαμε,  αλλά και με τις παρακάτω λεξικολογικές και γραμματολογικές ερμηνείες. 

Etymologicum Gudianum, Etymologicum Gudianum (ἀάλιον – ζειαί)
Alphabetic entry epsilon, page 553, line 5

<Εὐδίνητον> <Jo. Damasc. Canon. iamb. 3, 122>· σημαίνει τὸ
εὔστροφον· γέγονε δὲ παρὰ τὸ εὖ μόριον καὶ τὸ δίνη, ὃ σημαίνει τὴν
συστροφήν, εὔδινος, καὶ ἐξ αὐτοῦ εὐδινῶ εὐδινήσω εὐδίνηκα εὐδίνημαι
εὐδίνησαι εὐδίνηται, καὶ <ἐξ αὐτοῦ εὐδίνητος καὶ> τὸ οὐδέτερον εὐδί-
νητον. δίνη δὲ παρὰ τὸ ἴω, τὸ πορεύομαι, ἴνη καὶ δίνη.
 τὸ οὐδέτερον δῖνος τοῦ δίνου<ς> τοῖς δίν⟦ες⟧ι καὶ τροπῇ τοῦ <ε> εἰς <ο> καὶ πλεονασμῷ τοῦ <ι> <ibid. 127> “δίνοισιν”, ἤγουν τοῖς ἐγκάτοις.


Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum
Kallierges page 276, line 47


 <Δίνη>: Ἡ συστροφή· ἐκ τοῦ δεύω, τὸ βρέχω,
δεύνη· καὶ ἀποβολῇ τοῦ ε, καὶ τροπῇ τοῦ υ εἰς ι,
δίνη. Ἢ παρὰ τὸ Ζεὺς Διὸς δίη· καὶ πλεονασμῷ
τοῦ ν, δίνη. Ἢ ἀπὸ τοῦ ἴς ἰνὸς, ἡ δύναμις, ἴνη καὶ
δίνη, ἡ μετὰ δυνάμεως συστροφή. Ἢ ἐκ τοῦ εἰλῶ,
τὸ συστρέφω, γίνεται ἴλη καὶ δίνη.  
....
 <Διονῦς>: Ὁ γυναικίας καὶ πάνθηλυς.
 

Eustathius Philol., Scr. Eccl., Commentarii ad Homeri Odysseam
Volume 1, page 228, line 17

 καὶ διὰ τοῦ λευκοῦ πεδίου τῆς Μεγαρίδος θεύσασα ὅ ἐστι δραμοῦσα, ὅθεν καὶ Λευκοθέα ἐκλήθη, συγκατέῤῥιψεν ἑαυτὴν τῷ βασταζομένῳ παιδὶ ἐς θάλασσαν.

Εκτός λοιπον από Λευκοθέα ή Ινώ ονομάζεται και Βύνη/δίνη είναι η ίδια με όλες τις ιδιότητες της θάλασσας η ίδια η σκληρή Βύνη/Δίνη των θαλασσών…αλλα και οχι μόνο καθώς το ονομα της ήδη δηλώνει και την Ακτίδα και τις ηλιακές και ενεργειακές δίνες...


Theognostus Gramm., Canones sive De orthographia
Section 106, line 3

Βύνη ἡ Λευκοθέα Ἴνω·

Etymologicum Genuinum, Etymologicum genuinum (ἀνάβλησις – βώτορες)
Alphabetic letter beta, entry 292, line 1

                                                          
ηdn. ιι 351, 9.
 <
Βύνη> (Lycophr. 107)· ἡ Λευκοθέα, ἡ Ἰνώ, οἷον   Βύνης καταλέκτριαι αὐδηέσσης.

Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum
Kallierges page 217, line 5

 <Βύνη>: Ἡ Λευκοθέα, ἡ Ἰνώ· οἷον,  Βύνης καταλέκτριαι αὐδηέσσης.
Εἴρηται παρὰ τὸ εἰς βυθὸν δύνειν, βυθοδύνη· καὶ
κατὰ συγκοπὴν, Βύνη· ἢ παρὰ τὸ δύνω, δύνη, ἡ
καταδῦσα εἰς θάλασσαν, καὶ βύνη, κατὰ τροπήν.
Ἄλλοι θαλάμη, ἢ πεύκη, ὡς παρὰ Λυκόφρονι.

Βύνη όμως ονομάζεται εκ του εις βυθόν δύνειν  δηλαδή χώνεται βαθιά στον βυθό, βουτά βαθιά, βυθίζεται ή δύει βασιλεύει, εισχωρεί, εισέρχεται, μπαίνει κρυφά, διεισ-δύει στο βυθό κλπ…

Βυθοδύνη μπορεί να δηλώνει και τον βυθοδρομέα, κάποιον που τρέχει προς το βυθό, ή βυθίζεται γρήγορα ή καταποντίζεται ή βουλιάζει…

Scholia In Lycophronem, Scholia in Lycophronem (scholia vetera et recentiora partim Isaac et Joannis Tzetzae)
Scholion 107, line 10

  EM 2175 (EG 1178) <
Βύνῃ> τῇ Δύνῃ Λευκοθέᾳ τῇ Ἰνοῖ παρὰ τὸ δύω τὸ κολυμβῶ s4 ὡς ἕτεροί φασιν ἐγὼ δὲ παρὰ τὸ βύω τὸ κρύπτω, ὅθεν καὶ βύθος καὶ Βύνη.

Βύω στουπώνω, παραγεμίζω, μπουκώνω, χώνω, κρύπτω κλπ

Etymologicum Genuinum, Etymologicum genuinum (littera λ)
Alphabetic letter lambda, entry 77, line 1

<
Λευκός>· παρὰ τὸ λεύσσω τὸ βλέπω, ὁ διαφανὴς καὶ λαμπρός.
<
Λευκοθέα>: ἡ Ἰνώ.

Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum
Kallierges page 561, line 44

 <
Λευκοθέα>: Ἡ Ἰνώ· ὅτι ἐμμανὴς γενομένη, διὰ τοῦ λευκοῦ πεδίου θέουσα (ὅ ἐστι περὶ τὴν Με-
γαρίδα) ἑαυτὴν εἰς τὴν θάλασσαν ἔρριψε.


Etymologicum Symeonis, Etymologicum Symeonis (
ἀνακωχῆς – βώτορες)
Volume 1, page 514, line 30

  gen. 290.  <
Βύνη> (Call. Fr. 745)· ἡ Λευκοθέα, ἡ Ἰνώ· εἴρηται – καὶ συγκοπῇ Βύνη.

Το Βύνη μετατρέπεται από το  ρήμα δύνω σε  δύνη

To δύνω ως τύπος φαίνεται να  προέρχεται από τα παρακάτω ρήματα

  1. δύναμαι (to be able): pres imperat mp 2nd sg
  2. δῡνω,δύω 2 (cause to sink): aor subj act 1st sg
Δύναμαι δηλαδή μπορώ, είμαι σε κατάσταση, έχω δύναμη, είμαι δυνατός, αξίζω, αντιστοιχώ, ισοδυναμώ, περνώ, δηλώνω, σημαίνω, εμφαίνω, είμαι ίσος κλπ …

Δύνω, δύω είδαμε παραπάνω, χώνω βαθιά, βουτώ, βυθίζω, δύω, βασιλεύω, εισχωρώ, μπαίνω, βουτώ, βουλώνω, μπαίνω κρυφά, εισδύω, διεισδύω, τρυπώνω, περιβάλλομαι κλπ

Θαλάμη – τρύπα, φωλιά υδρόβιου ζώου, φωλιά ζώου, θάλαμος, σπηλιά κλπ

Η πεύκη το γνωστό δέντρο του πεύκου αλλά και η δάδα, ο πυρσός…

Όμως εκτός από τις παραπάνω ερμηνείες της Ινούς/Λευκοθέας ως Βύνης/Δύνης θα πρέπει να εξετάσουμε και τη ΒΥΝΗ ως το ψημένο κριθάρι που χρησιμοποιείται σήμερα για την παραγωγή της μπίρας.
 Ήδη από το μύθο και τα κείμενα του Απολλόδωρου η Ινώ ως δεύτερη  σύζυγος του Αθάμαντα, βασιλιά των Θηβών θεωρείται μητρυιά του Φρίξου και της Έλλης, (παιδιά του Αθάμαντα και της πρώτης συζύγου του Νεφέλης). Για να απαλλαγεί από τα ανεπιθύμητα γι' αυτή παιδιά, η Ινώ σκέφθηκε την εξής πλεκτάνη: έπεισε τις γυναίκες της χώρας να φρύξουν/ καβουρδίσουν/ψήσουν τους σπόρους του σιταριού πριν να τους σπείρουν
Οι καβουρδισμένοι σπόροι όμως δεν φύτρωναν και η χώρα πείνασε. Για να απαλλαξεί τη Βοιωτία από τον λιμό, το Μαντείο των Δελφών διέταξε να θυσιασθεί στον Δία ο Φρίξος. Στην πραγματικότητα, η Ινώ είχε δωροδοκήσει τους άνδρες που είχαν σταλθεί στο μαντείο, για να πουν αυτό το ψέμα. Ο Αθάμας όμως πληροφορήθηκε την απάτη της Ινούς και την κατεδίωξε για να τη σκοτώσει. Τότε η Ινώ έπεσε μαζί με τον γιο της στη θάλασσα.

Έτσι το όνομα της Ινούς ως Βύνης μπορεί να δηλώνει ταυτοχρονα και την αληθινή σημασία  του ψημένου ή φριγμένου Καρπού/Κριθαριού…

Pseudo-Apollodorus Myth., Bibliotheca (sub nomine Apollodori)
Chapter 1, section 80, line 2

  τῶν δὲ Αἰόλου παίδων Ἀθάμας, Βοιωτίας δυνα-
στεύων, ἐκ Νεφέλης τεκνοῖ παῖδα μὲν Φρίξον θυγα-
τέρα δὲ Ἕλλην. αὖθις δὲ Ἰνὼ γαμεῖ, ἐξ ἧς αὐτῷ
Λέαρχος καὶ Μελικέρτης ἐγένοντο. ἐπιβουλεύουσα δὲ
Ἰνὼ τοῖς Νεφέλης τέκνοις ἔπεισε τὰς γυναῖκας τὸν
πυρὸν φρύγειν. λαμβάνουσαι δὲ κρύφα τῶν ἀνδρῶν
τοῦτο ἔπρασσον. γῆ δὲ πεφρυγμένους πυροὺς δεχομένη
καρποὺς ἐτησίους οὐκ ἀνεδίδου· διὸ πέμπων ὁ Ἀθάμας
εἰς Δελφοὺς ἀπαλλαγὴν ἐπυνθάνετο τῆς ἀφορίας. Ἰνὼ
δὲ τοὺς πεμφθέντας ἀνέπεισε λέγειν ὡς εἴη κεχρησμέ-
νον παύσεσθαι τὴν ἀκαρπίαν, ἐὰν σφαγῇ Διὶ ὁ Φρίξος.
τοῦτο ἀκούσας Ἀθάμας, συναναγκαζόμενος ὑπὸ τῶν
τὴν γῆν κατοικούντων, τῷ βωμῷ παρέστησε Φρίξον.
Νεφέλη δὲ μετὰ τῆς θυγατρὸς αὐτὸν ἀνήρπασε, καὶ
παρ' Ἑρμοῦ λαβοῦσα χρυσόμαλλον κριὸν ἔδωκεν, ὑφ'  
οὗ φερόμενοι δι' οὐρανοῦ γῆν ὑπερέβησαν καὶ θάλας-
σαν. ὡς δὲ ἐγένοντο κατὰ τὴν μεταξὺ κειμένην θά-
λασσαν Σιγείου καὶ Χερρονήσου, ὤλισθεν εἰς τὸν
βυθὸν ἡ Ἕλλη, κἀκεῖ θανούσης αὐτῆς ἀπ' ἐκείνης
Ἑλλήσποντος ἐκλήθη τὸ πέλαγος. Φρίξος δὲ ἦλθεν
εἰς Κόλχους, ὧν Αἰήτης ἐβασίλευε παῖς Ἡλίου καὶ
Περσηίδος, ἀδελφὸς δὲ Κίρκης καὶ Πασιφάης, ἣν Μίνως
ἔγημεν. οὗτος αὐτὸν ὑποδέχεται, καὶ μίαν τῶν θυγα-
τέρων Χαλκιόπην δίδωσιν. ὁ δὲ τὸν χρυσόμαλλον
κριὸν Διὶ θύει φυξίῳ, τὸ δὲ τούτου δέρας Αἰήτῃ δί-
δωσιν· ἐκεῖνος δὲ αὐτὸ περὶ δρῦν ἐν Ἄρεος ἄλσει
καθήλωσεν. ἐγένοντο δὲ ἐκ Χαλκιόπης Φρίξῳ παῖδες
Ἄργος Μέλας Φρόντις Κυτίσωρος.
  Ἀθάμας δὲ ὕστερον διὰ μῆνιν Ἥρας καὶ τῶν ἐξ
Ἰνοῦς ἐστερήθη παίδων· αὐτὸς μὲν γὰρ μανεὶς ἐτό-
ξευσε Λέαρχον, Ἰνὼ δὲ Μελικέρτην μεθ' ἑαυτῆς εἰς
πέλαγος ἔρριψεν. ἐκπεσὼν δὲ τῆς Βοιωτίας ἐπυνθά-
νετο τοῦ θεοῦ ποῦ κατοικήσει· χρησθέντος δὲ αὐτῷ
κατοικεῖν ἐν ᾧπερ ἂν τόπῳ ὑπὸ ζῴων ἀγρίων ξενισθῇ,
πολλὴν χώραν διελθὼν ἐνέτυχε λύκοις προβάτων μοί-
ρας νεμομένοις· οἱ δέ, θεωρήσαντες αὐτόν, ἃ διῃροῦντο
ἀπολιπόντες ἔφυγον. Ἀθάμας δὲ κτίσας τὴν χώραν
Ἀθαμαντίαν ἀφ' ἑαυτοῦ προσηγόρευσε, καὶ γήμας Θε-
μιστὼ τὴν Ὑψέως ἐγέννησε Λεύκωνα Ἐρύθριον Σχοι-
νέα Πτῶον.  


Menecrates Hist., Fragmenta
Fragment 6, line 8

                 Καὶ τὴν μὲν εἰς Μέγαρα προσβρασθεῖ-
σαν Μεγαρεῖς ἀνελόμενοι καὶ πολυτελῶς κηδεύσαντες ἐκάλεσαν Λευκοθέαν· τὸν δὲ εἰς Κόρινθον Κορίνθιοι θάψαντες Μελικέρτην ἄγουσιν ἐπ' αὐτῷ ἀγῶνα τὰ Ἴσθμια.

Scholia In Homerum, Scholia in Odysseam (scholia vetera)
Book 5, hypothesis-verse 334, line 1

 V. Λευκοθέη] Λευκοθέα ἐκλήθη ἡ Ἰνὼ ἀπὸ τοῦ θεῦσαι, ὅ ἐστι δραμεῖν, διὰ τοῦ Λευκοῦ λεγομένου πεδίου τῆς Μεγαρίδος.

Scholia In Homerum, Scholia in Odysseam (scholia vetera)
Book 5, hypothesis-verse 334, line 4

E.V.
τὴν αἰτίαν τῆς διωνυμίας ἀπέδωκεν, Ἰνὼ μὲν ὅτε ἄνθρωπος ἦν, ὅτε δὲ
ἀπεθεώθη, Λευκοθέα.

Scholia In Homerum, Scholia in Odysseam (scholia vetera)
Book 5, hypothesis-verse 334, line 11

                                                    
διὰ δὲ τὴν Διονύσου
τροφὴν σὺν τῷ παιδὶ ἰσοθέου τιμῆς ἔλαχε, καὶ τὰ ὀνόματα μετέβα-
λεν ἡ μὲν Λευκοθέα κληθεῖσα διὰ τὸ φυγὴν πεποιῆσθαι διὰ τοῦ
Λευκοῦ πεδίου τῆς Μεγαρίδος, ὁ δὲ Παλαίμων διὰ τὸ συλλαμβά-
νεσθαι τοῖς παλαίουσι κατὰ θάλασσαν. 

 Scholia In Lycophronem, Scholia in Lycophronem (scholia vetera et recentiora partim Isaac et Joannis Tzetzae)
Scholion 107, line 19

 
Σίσυφος δὲ ἀδελφὸς Ἀθάμαντος βασιλεύων Κορίνθου ἀγῶνα καὶ θυσίαν ἐπ' αὐτοῖς ἐτησίως ἐκέλευσε γίνεσθαι, ὅθεν καὶ θεοὺς αὐτοὺς κεκλήκασι καὶ Λευκοθέαν ἀπὸ τοῦ τῆς θαλάσσης ἀφροῦ τὴν Ἰνώ.

Με δεδομένα ότι το όνομα της η Λευκοθέα το έχει πάρει είτε εκ του λευκού πεδίου της Μεγαρίδος είτε εκ του λευκού αφρού της θαλάσσης  ως μια γυναίκα που εκ του Αφρου -ανΑ(ω)- δυθει ως μια Αφρο-δύθει ή Αφρο-Δυτη..(εκ του δύνω που ειδαμε παραπάνω ) η μια Αφρο-βυνη ή Αφρο-δύνη...

Scholia In Lycophronem, Scholia in Lycophronem (scholia vetera et recentiora partim Isaac et Joannis Tzetzae)
Scholion 757, line 2

τὸ ἑξῆς· <Βύνης> δὲ s3 s4 καὶ τῆς Ἰνοῦς τῆς καὶ Λευκοθέας s4 <
 
Scholia In Pindarum, Scholia in Pindarum (scholia vetera)
Ode O 2, scholion 51d, line 4

   BCEQ μ
αρ-
μαρτυρεῖ δὲ καὶ Ὅμηρος (Ε 333)·
  
τὸν δὲ ἴδεν Κάδμου θυγάτηρ, καλλίσφυρος Ἰνώ,
  
Λευκοθέη, ἣ πρὶν μὲν ἔην βροτὸς αὐδήεσσα,
  
νῦν δ' ἁλὸς ἐν πελάγεσσι θεῶν ἐξέμμορε τιμῆς.

Scholia In Pindarum, Scholia in Pindarum (scholia vetera)
Ode O 2, scholion 51b, line 4

 
αὕτη δὲ ἡ Λευκοθέα Νηρηὶς γενομένη.

Scholia In Pindarum, Scholia in Pindarum (scholia vetera)
Ode O 2, scholion 51c, line 1

   HQ
οὕτως γὰρ, ἤγουν Λευκοθέα, καλεῖται.

Scholia In Theocritum, Scholia in Theocritum (scholia vetera)
Prolegomenon-anecdote-poem 7, section-verse 57a, line 4

  ..>
Νηρηΐδων <...> Λευκοθέαν, Παλαίμονα, Ἀφροδίτην.



συνεχίζετε ...
 


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...