23 Φεβρουαρίου 2012

Ζαγρεῦ τε θεῶν πανυπέρτατε πάντων


O Πρώτος Διόνυσος θεωρείται ότι είναι γέννημα του Διός και της Δήμητρας-Κόρης- Φθερσεφόνη-  που είναι και μια ακόμη ονομασία της Περσεφόνης-  Προκύπτει από το φθείρειν = χαλώ, αφανίζω, καταστρέφω, λιώνω, διακορεύω κλπ και φονεύω = σκοτώνω, θανατώνω, δολοφονώ.
Φθερσέφασσα ή Φερσεφαττα ή  Φερσέφασσα  είναι  μερικές  ακόμη ονομασίες της Περσεφόνης και δηλώνει  ως Φερέπαφα και τον/την Επαφ-ο/ήν με τον/την Θεό.

Eustathius Philol., Scr. Eccl., Commentarii ad Homeri Iliadem
Volume 2, page 762, line 4

                                                                     Ὡς γὰρ παρὰ
τὸ φθείρειν καὶ φονεύειν Φθερσεφόνη καὶ εὐφωνώτερον Φερσεφόνη καὶ ἔτι
ἐμμελέστερον Περσεφόνη, οὕτω παρὰ τὸ αὐτὸ φθείρειν καὶ τὸ φάζειν, ὅ ἐστι
φονεύειν, Φθερσέφασσα ἢ κατὰ τὸ κάλλιον Φερσέφασσα καὶ ἔτι λειότερον
Περσέφασσα].


Porphyrius Phil., De abstinentia
Book 4, section 16, line 34
…τὴν μὲν Ἄρτεμιν λύκαιναν, τὸν δὲ Ἥλιον σαῦρον, λέοντα, δράκοντα,
ἱέρακα, τὴν δ' Ἑκάτην ἵππον, ταῦρον, λέαιναν, κύνα.
τῆς δὲ Φερρεφάττης παρὰ τὸ φέρβειν τὴν φάτταν  (φέρβω = βόσκω, τρέφω, φυλάσσω, σώζω και διατηρώ την φάσσαν = το μέγαλο αγριοπερίστερο)
φασὶν οἱ πολλοὶ τοὔνομα τῶν θεολόγων· ἱερὸν γὰρ
αὐτῆς ἡ φάττα. διὸ καὶ αἱ τῆς Μαίας ἱέρειαι ταύτην
αὐτῇ ἀνατιθέασι. Μαῖα δὲ ἡ αὐτὴ τῇ Φερσεφόνῃ ὡς  
ἂν μαῖα καὶ τροφὸς οὖσα· χθονία γὰρ ἡ θεὸς καὶ
Δημήτηρ ἡ αὐτή.

Περισσότερα σε προηγούμενο κείμενο Περιστερὰ ὄρειος 

Εδώ έχω μεταφέρει κάποιες από τις βασικές αναφορές που ήδη εχουν αναφερθεί περί Περσεφόνης/Φερρεφάτης/Φερέπαφα κλπ

Plato Phil., Cratylus
Stephanus page 404, section d, line 8

                    Φερέπαφα” οὖν διὰ τὴν σοφίαν καὶ τὴν
<
ἐπαφὴν> τοῦ <φερομένου> ἡ θεὸς ἂν ὀρθῶς καλοῖτο, ἢ
τοιοῦτόν τι – δι' ὅπερ καὶ σύνεστιν αὐτῇ ὁ Ἅιδης σοφὸς
ὤν, διότι τοιαύτη ἐστίν – νῦν δὲ αὐτῆς ἐκκλίνουσι τὸ ὄνομα
εὐστομίαν περὶ πλείονος ποιούμενοι τῆς ἀληθείας, ὥστε
“Φερρέφατταν” αὐτὴν καλεῖν.



Tatianus Apol., Oratio ad Graecos
Chapter 10, section 1, line 3
…μεταμορφοῦνται δὲ παρ' ὑμῖν καὶ οἱ θεοί. δένδρον ἡ Ῥέα γίνεται,  
δράκων δὲ ὁ Ζεὺς διὰ τὴν Φερσέφασσαν.

Σε Δράκοντας μεταμορφώνεται ο Ζεύς για την Περσεφόνη

Περνώντας και σε μερικές ακόμα παρατηρήσεις και αναφορές που ήδη εχουν προηγηθεί σε προηγούμενα κείμενα μου.

Δίκερος η Περσεφόνη που χαρακτηρίζετε Kερόεσσα - με κέρατα  – καθώς είναι σεληνιακές θεότητες, όπως και ο Κερασφόρος, Κερατίας, Κερατοφυής, δεν είναι παρά επίθετο του Διονύσου
Όμοια όπως  στον Άδωνη δίδετε το επίθετο του Ευ-βουλέα δίδεται και στον Διόνυσο καθώς και στην μητέρα Δήμητρα αλλά και την Κόρη Περσεφόνη

Ο ύμνος όμως μας δίνει μερικά ακόμα αξιοπερίεργα στοιχεία. Κούρο και Κόρη τον ονομάζει τον Άδωνη. Διπλή ιδιότητα Αγοριού και Κοριτσιού (αρσενικής και θηλυκής φύσης, δηλ. δί-φυλλο ή  ερμαφρόδιτο (Ερμής + Αφροδίτη)  ή ανδρόγυνο.
Όμως από την Θεογονία του Ησιόδου, όπως και σε κείμενα του Τατιανού ο Α(ι)δωνεύς αρπάζει την Περσεφόνη την Λευκωλενο, από την μητέρα της. !!!

Hesiodus Epic., Theogonia
Line 913

..ἣ τέκε Περσεφόνην λευκώλενον, ἣν Ἀιδωνεὺς
ἥρπασεν ἧς παρὰ μητρός, ἔδωκε δὲ μητίετα Ζεύς.

Tatianus Apol., Oratio ad Graecos
Chapter 8, section 4, line 3

μαρτυρήσει μοι νῦν Ἐλευσὶς καὶ δράκων ὁ μυστικὸς καὶ Ὀρφεὺς
ὁ <θύρας δ' ἐπίθεσθε βεβήλοις> λέγων. Ἀϊδωνεὺς ἁρπάζει τὴν
Κόρην, κα
ὶ αἱ πράξεις αὐτοῦ γεγόνασι μυστήρια· κλαίει Δη-
μήτηρ τὴν θυγατέρα, καί τινες ἀπατῶνται διὰ τοὺς Ἀθηναίους.


Η Νύσσα ήταν πόλη της Αιγύπτου αλλά επίσης τοποθετείται και σε άλλα μέρη όπως στην Σικελία.

 Κατά τον ομηρικό ύμνο, στη Νύσσα ήταν που ο Πλουτωνας άρπαξε την Περσεφόνη.

Ο Άδωνης είναι μια άλλη μορφή του ονόματος του ΑΔΗ – ΑϊΔΗ- Α(ι)δωνεύς – Αηδονέα ή Αιδωνέα.

Aelius Herodianus et Pseudo-Herodianus Gramm., Rhet., Partitiones (= Ἐπιμερισμοί) [Sp.?] (e codd. Paris. 2543 + 2570)
Page 184, line 16

Τὰ δὲ μὴ παρὰ τὸ ἀεὶ, διὰ τοῦ ἰῶτα γράφονται· οἷον·
ἀΐδιος· ἀΐδηλος, ὁ ἀφανής· Ἀϊδωνεὺς, ὁ Ἅιδης· Ἀΐδης

Philoxenus Gramm., Fragmenta
Fragment 418*, line 4

<
Ἀϊδνός>· εἴδω, τὸ βλέπω ἢ φαίνω, ῥηματικὸν  
ὄνομα ἰδνὸς καὶ μετὰ τοῦ στερητικοῦ α ἀϊδνός, ὡς στίλβω στιλπνός·
ἐξ οὗ καὶ Ἀϊδωνεύς, ὁ Ἅιδης, εἰς ὃν οὐκ ἔστιν ἰδεῖν. 

 Όμοια με το παραπάνω είμενο ο Άδης/Αιδης/Αιδωνεύς είναι κάποιος που δεν μπορείς να δεις, αθέατος, άφαντος, εξαφανισμένος, α-όρατος, κρυφός.
 Ιδιότητες που αποδίδονται και στον Άδωνη που εξαφανίζεται και χάνεται
Eustathius Philol., Scr. Eccl., Commentarii ad Homeri Iliadem
Volume 1, page 27, line 4
                                                                                   διὸ
καὶ Ἀΐδης λέγεται ὁ αὐτὸς καὶ Ἀϊδωνεύς· ὡς δέ τινές φασι καὶ ᾍδης κατὰ
συναίρεσιν τοῦ Ἀΐδης.

Όπως προκύπτει από συναίρεσιν  από το Αϊδης το Άδης όμοια από το Αϊδωνεύς μπορούμε να φτάσουμε στο Αδωνεύς – Αδων  

Hesychius Lexicogr., Lexicon (Α – Ο)
Alphabetic letter alpha, entry 1802, line 1

*<Ἀϊδωνέος>· τοῦ ᾅδου A(b)
<Ἀϊδωνεύς>· ὁ θεός.
*<Ἀϊδωνέος>· τοῦ ᾅδου A(b)
<Ἀϊδωνεύς>· ὁ θεός. καὶ ὁ τόπος (Υ 61)
*<Ἀϊδωνῆϊ>· τῷ ᾅδῃ (Ε 190) Ab
*<Ἀϊδώνια>· θανάσιμα gA

Hesychius Lexicogr., Lexicon (Α – Ο)
Alphabetic letter kappa, entry 531, line 1

<Καλύδναι>· νῆσοι πλησίον Ῥόδου (Β 677)
†<καλυδναῖον>· ἀρχαῖον, παλαιόν
†<καλυδναῖος>· Ἀϊδωνεύς.

Scholia In Hesiodum, Scholia in theogoniam (scholia vetera)
Verse 913b, line 1

                                                  X⟧
<ἣν Ἀϊδωνεύς:> τοῦτο περὶ τῆς σήψεως τῶν σπερ-
μάτων λέγει ὅτι ἐὰν μὴ κάτω ἀποθάνῃ, ἄνω οὐ ζωογονεῖται.

Όμως στον Πρόκλο, Σχόλια στον Κρατύλο, 163, 2

ὁ δὲ τρίτος τριαδικῶς
Ζεύς τε καταχθόνιος κα
ὶ  Πλούτων καὶ Ἅιδης.

Ο Αδης λοιπόν ή Πλούτων σώζετε ως Α(ι)δονεύς ακόμα και σήμερα. Είναι πόλη της Σικελίας κοντά στην σημερινή ευρύτερη περιοχή της Εnna. 
Εντός λοιπόν στην Εννα- στο κέντρο της Σικελίας  υπάρχει η πόλη Aidone – Ονομα που προέρχετε από το αρχαίο ελληνικό ΑΙΔΩΝΕΥΣ  όνομα του Αδη-Πλούτωνα.

Παλαιότερες αναφορές- αναλυτικότερες- σε παλαιότερα κείμενα :

Ιερή στους Θεούς

Ζεὺς ἄρσην γένετο, Ζεὺς ἄμβροτος ἔπλετο νύμφη 

Σημήιον της Περιστεράς

Ἀϊδωνεύς· ὁ θεός.

και οι Ορφικοί ύμνοι Δήμητρος και Περσεφόνης


Alcmaeonis, Alcmaeonis (fragmenta)
Fragment 3, line 1

πότνια Γῆ, Ζαγρεῦ τε θεῶν πανυπέρτατε πάντων  
 
Ζαγρεύς, έως, ὁ, son of Zeus and Persephone, slain by the Titans and resuscitated as Dionysus, πότνια γῆ, Ζαγρεῦ τε θεῶν πανυπέρτατε πάντων Alcmaeonis Fr.3 (EGFp.77), cf. E.Fr.472.11 (anap.), Call.Fr. 171, Nonn.D.10.294; identified with Ἅιδης by A.Fr.228. (Glossed by μεγάλως ἀγρεύων Et.Gud.227.37.)

ζάγρα, ἡ, and Dim. ζάγριον, τό, a term of abuse, Timostr.4

Etymologicum Gudianum, Etymologicum Gudianum (ἀάλιον – ζειαί)
Alphabetic entry zeta, page 578, line 8

Ζαγρεύς>· ὁ μεγάλως ἀγρεύων, ὡς “πότνια Γῆ, Ζαγρεῦ τε θεῶν
πανυπέρτατε πάντων” ὁ τὴν Ἀλκμαιονίδα γράψας ἔφη <fr. 3 Kinkel>.
τινὲς δὲ τὸν Ζαγρέα υἱὸν Ἅιδου φασίν, ὡς Αἰσχύλος ἐν Σισύφῳ <fr.
228 Nauck2> “Ζαγρεῖ τε νῦν μοι καὶ πολυξένῳ χαίρειν”· ἐν δὲ Αἰ-
γυπτίοις <fr. 5 Nauck2> οὕτως αὐτὸν τὸν Πλούτωνα καλεῖ “τὸν ἀγραῖον,
τὸν πολυξενώτατον, τὸν Δία τῶν κεκμηκότων”. 
 <Ζάθεος>· μέγα[ς] θαυμαστός· παρὰ τὸ <ζα> ἐπιτατικὸν μόριον καὶ τὸ
θεός <ζάθεος> καὶ ζαθέα καὶ Ἰωνικῇ τροπῇ τοῦ <α> εἰς <η> ζαθέη.  

Μετά τις παραπάνω επισημάνσεις που τις θεωρώ βασικές περνάω στα κείμενα με τις αναφορές περί του Πρώτου Διονύσου Ζαγρέα.

Ο Διόνυσος, ο Βάκχος, ο Ζαγρεύς, ο Πρωτόγονος, ο Διφυής, ο Δικέρατος, ο Δίμορφος, ο Κισσοστολισμένος, ο Ταυρόμορφος, ο Αγνός, ο Ωμοφάγος, ο Τριπλογεννημένος... 

Αμέτρητα τα προσωνύμια του θεού, πρωτόγονη η λατρεία γι αυτόν τον αλλόκοτο θεό,  όμως ποιος ήταν ο Ζαγρέας (Ζαγρεύς);

Θεωρείται ότι ήταν ο υιός του Διός, ο οποίος γεννήθηκε από την Περσεφόνη και τον μεταμορφωμένο σε φίδι-δράκοντα Δία. Η δίκερος κόρη  Περσεφόνη  κληρονομεί  τα κέρατα στον υιό  Ζαγρέα. Ο Ζαγρεύς από μόνος του διόρζεται  βασιλιάς των θεών και ο Δίας  του έδωσε για λίγο το σκήπτρο του, τον  κεραυνό αλλά και τον έλεγχο της βροχής. Και όπως οι Κουρήτες φύλαξαν τον Δία όταν εκείνος ήταν βρέφος, έτσι φύλαξαν και τον Ζαγρέα με την πρόσθετη βοήθεια του Απόλλωνα.


Nonnus Epic., Dionysiaca
Book 6, line 165

παρθένε Περσεφόνεια, σὺ δ' οὐ γάμον εὗρες ἀλύξαι,
ἀλλὰ δρακοντείοισιν ἐνυμφεύθης ὑμεναίοις,  
Ζεὺς ὅτε πουλυέλικτος ἀμειβομένοιο προσώπου
νυμφίος ἱμερόεντι δράκων κυκλούμενος ὁλκῷ
εἰς μυχὸν ὀρφναίοιο διέστιχε παρθενεῶνος,
σείων δαυλὰ γένεια· παρισταμένων δὲ θυρέτρῳ
εὔνασεν ἰσοτύπων πεφοβημένον ὄμμα δρακόντων ....
καὶ γαμίαις γενύεσσι δέμας λιχμάζετο κούρης
μείλιχος. αἰθερίων δὲ δρακοντείων ὑμεναίων
Περσεφόνης γονόεντι τόκῳ κυμαίνετο γαστήρ,
Ζαγρέα γειναμένη, κερόεν βρέφος, ὃς Διὸς ἕδρης
μοῦνος ἐπουρανίης ἐπεβήσατο, χειρὶ δὲ βαιῇ
ἀστεροπὴν ἐλέλιζε· νεηγενέος δὲ φορῆος
νηπιάχοις παλάμῃσιν ἐλαφρίζοντο κεραυνοί.
 οὐδὲ Διὸς θρόνον εἶχεν ἐπὶ χρόνον· ἀλλά ἑ γύψῳ
κερδαλέῃ χρισθέντες ἐπίκλοπα κύκλα προσώπου
δαίμονος ἀστόργοιο χόλῳ βαρυμήνιος Ἥρης
Ταρταρίῃ Τιτῆνες ἐδηλήσαντο μαχαίρῃ
ἀντιτύπῳ νόθον εἶδος ὀπιπεύοντα κατόπτρῳ.
ἔνθα διχαζομένων μελέων Τιτῆνι σιδήρῳ
τέρμα βίου Διόνυσος ἔχων παλινάγρετον ἀρχὴν
ἀλλοφυὴς μορφοῦτο πολυσπερὲς εἶδος ἀμείβων,  
πῇ μὲν ἅτε Κρονίδης δόλιος νέος αἰγίδα σείων,
πῇ δὲ γέρων βαρύγουνος ἅτε Κρόνος ὄμβρον ἰάλλων·
ἄλλοτε ποικιλόμορφον ἔην βρέφος, ἄλλοτε κούρῳ
εἴκελος οἰστρηθέντι, νέον δέ οἱ ἄνθος ἰούλων
ἀκροκελαινιόωντα κατέγραφε κύκλα προσώπου·
πῇ δὲ χόλῳ δασπλῆτι λέων μιμηλὸς ἰάλλων
φρικαλέον βρύχημα σεσηρότι μαίνετο λαιμῷ,
ὀρθώσας πυκινῇσι κατάσκιον αὐχένα χαίταις,
ἀμφελελιζομένῃ λασιότριχος ὑψόθι νώτου
αὐτομάτῃ μάστιγι περιστίζων δέμας οὐρῇ.
ἔνθα λεοντείοιο λιπὼν ἴνδαλμα προσώπου
ὑψιλόφῳ χρεμετισμὸν ὁμοίιον ἔβρεμεν ἵππῳ
ἄζυγι, γαῦρον ὀδόντα μετοχμάζοντι χαλινοῦ,
καὶ πολιῷ λεύκαινε περιτρίβων γένυν ἀφρῷ·
ἄλλοτε ῥοιζήεντα χέων συριγμὸν ὑπήνης
ἀμφιλαφὴς φολίδεσσι δράκων ἐλέλικτο κεράστης,
γλῶσσαν ἔχων προβλῆτα κεχηνότος ἀνθερεῶνος,
καὶ βλοσυρῷ Τιτῆνος ἐπεσκίρτησε καρήνῳ
ὅρμον ἐχιδνήεντα περίπλοκον αὐχένι δήσας·
καὶ δέμας ἑρπηστῆρος ἀειδίνητον ἐάσσας
τίγρις ἔην, στίξας δέμας αἰόλον· ἄλλοτε ταύρῳ
ἰσοφυής, στομάτων δὲ νόθον μυκηθμὸν ἰάλλων
θηγαλέῃ Τιτῆνας ἀνεστυφέλιξε κεραίῃ.  
καὶ ψυχῆς προμάχιζεν, ἕως ζηλήμονι λαιμῷ
τρηχαλέον μύκημα δι' ἠέρος ἔβρεμεν Ἥρη,
μητρυιὴ βαρύμηνις, ἰσοφθόγγῳ δὲ θεαίνῃ
αἰθέριον κελάδημα πύλαι κανάχιζον Ὀλύμπου,
καὶ θρασὺς ὤκλασε ταῦρος· ἀμοιβαίῃ δὲ φονῆες
ταυροφυῆ Διόνυσον ἐμιστύλλοντο μαχαίρῃ….
 


Παρθένα, Περσεφόνη, εσύ δεν μπόρεσες ν' αποφυγείς το γάμο,
 αλλά παντρεύτηκες με δρακόντειο γάμο,
  όταν ο Δίας ο πολυμήχανος αλλάζοντας όψη σα δράκοντας εραστής,
αναδιπλώνοντας με πόθο την ουρά του, μπήκε στο βάθος του σκοτεινού παρθενικού θαλάμου σείοντας τα πυκνά γένια του.
Αφού υπνώτισε τους όμοιους παραστάτες της πύλης,
με σαγόνια όλο πόθο έγλειφε το κορμί  της γλυκιάς κόρης.
Από το γάμο με τον ουράνιο δράκοντα,
 φούσκωσε η κοιλιά της Περσεφόνης
με καρπερή   γέννα  γέννησε το Ζαγρέα,
 βρέφος με κέρατα, που μόνος στου  Δία ανέβηκε τον ουράνιο θρόνο.
 Με το μικρό χέρι του κουνούσε την αστραπή,
αν και νεογέννητο βρέφος,
σήκωνε με τα νηπιακά του χέρια τους κεραυνούς.
Ούτε πολύ χρόνο κάθισε στο θρόνο του Δία.
Οι Τιτάνες  τον κατάσφαξαν μ' ένα μαχαίρι από τα Τάρταρα
Ενώ  κοίταζε το ψεύτικη μορφή του σε αντικρινό κάτοπτρο,
αφού τον έχρισαν με δολερό γυψο
 και μασκάρεψαν  τα πρόσωπά τους,
από την άσπλαχνη οργή της της οργισμένης θεάς Ήρας.
Όταν διχάστηκαν τα μέλη του από το μαχαίρι των Τιτάνων,
μετά το θάνατο του, ξαναγεννήθηκε ως ο Διόνυσος
παίρνοντας άλλη μορφή, ενώ έπαιρνε συχνά  πολλές μορφές.
Πότε σαν νέος πανούργος Δίας, που έσειε την αιγίδα του,
πότε  σα γέρος Κρόνος με βαρύ βάδισμα, που έφερνε τη βροχή.
Αλλοτε ήταν βρέφος με ποικίλες μορφές, άλλοτε όμοιος με ζωηρό κούρο,
του οποίου το πρόσωπο είχε μό­λις μαυρίσει από τα νεοανθισμένα γένια.
 Αλλοτε όμοιος με λιοντάρι που επιτίθονταν
με φοβερή οργή έβγαζε φρι­κτό βρυχηθμό από το λαιμό του,
όρθωνε τον αυχένα του, που το σκίαζε πυκνή χαίτη, ενώ στη δασύτριχη ράχη του αμφιταλαντευόταν η ουρά, χτυπώντας το σώμα σαν αυτό­ματο μαστίγιο.
 Έπειτα, παρατώντας το λιονταρίσιο ομοί­ωμα του προσώπου,
χλιμίντριζε όμοια με άλογο περήφα­νο, ανυπότακτο,
που του υποτάσσουν το γαύρο δόντι στο χαλινάρι και γεμίζει με λευκούς αφρούς το σαγόνι του, καθώς τρίβεται με το λουρί. Αλλοτε χύνοντας δυνατό σφύριγμα από τα σαγόνια, σα δράκοντας με κέρατα κα­λυμμένος με φολίδες, κινούνταν, προβάλλοντας τη γλώσ­σα του από το ανοιχτό του στόμα και πηδούσε πάνω στο βλοσυρό κεφάλι του Τιτάνα τυλίγοντας με το περίπλοκο φιδίσιο σχοινί τον αυχένα. Και αφήνοντας το αεικίνητο κορμί, που έρπει, γινόταν τίγρης,  με κατάστικτο το δέρμα. Αλλοτε όμοιος με ταύρο, βγάζοντας ψεύτικο μούγκρισμα από το στόμα,
τρυπούσε τους Τιτάνες με μυτερά κέρατα. Και με την ψυχή του μπροστά ορμούσε, μέχρι που ακού­στηκε τρομαχτικό μούγκρισ|αα από το φθονερό λαιμό της Ήρας, της οργισμένης μητριάς και έκαναν πάταγο με ου­ράνιο ήχο, ισοδύναμο της θξάς, οι Ολύμπιες πύλες και ο θρασύς ταύρος κούρνιασε. Με διαδοχικές μαχαιριές κομμάτιασαν με το μαχαίρι τον ταυρόμορφο Διονυσο….

συνεχίζετε ....

18 Φεβρουαρίου 2012

Κικλήσκω Διόνυσον ἐρίβρομον, εὐαστῆρα, πρωτόγονον, διφυῆ...


Γινεται στα παρακάτω κείμενα μια μικρή σύνοψη των βασικότερων στοιχείων που ήδη εχουν αναφερθεί στα περί του Διονύσου για να περάσω μετά και σε άλλες αναλύσεις ονομάτων  και μύθων. 

Η σύνδεση της Σεμέλης με τον μηρό όπου ράφτηκε ο Διονύσος κι αυτή δίνεται ξεκάθαρα όπως και η εμφάνιση του ως ΥΛΗ από τον Πνευματικό και Αόρατο κόσμο στον ορατό και υλικό κόσμο μας καθώς και η σύνδεση με τον ΚΑΔΜΟ πατέρα της.

Nonnus Epic., Dionysiaca Book 9, line 4

Ζε
ὺς δὲ πατὴρ Σεμέλης φλογερῶν νωμήτορα κόλπων
ἡμιτελῆ λοχίοιο διαθρῴσκοντα κεραυνοῦ
δεξάμενος Διόνυσον
ἐπέρραφεν ἄρσενι μηρῷ,
μαρμαρυγ
ὴν δ' ἀνέμιμνε τελεσσιγόνοιο Σελήνης·
κα
ὶ παλάμη Κρονίδαο κυβερνήτειρα λοχείης
α
ὐτομάτη πέλε μαῖα πολυρραφέος τοκετοῖο,
παιδοτόκου λύσασα μογοστόκα νήματα μηρο
ῦ.

Άλλωστε στην μυθολογία έχουμε αρκετούς Διονύσους,  κατ’ αλλους φτάνουν μέχρι οκτώ τον αριθμό. Σύμφωνα με τα Ορφικά έχουμε τρείς: έναν τον υιό της Περσεφόνης, έναν της Δήμητρας και έναν της Σεμέλης.

Το λείο σώμα της φύσεως ως έμψυχο διέπεται από την ζωογόνο δύναμη της Δήμητρας.

Ο Ευριπίδης στις "Βάκχαι" στιχ. 270 μας πληροφορεί:

"Δύο δυνάμεις πρωτοήρθαν στους ανθρώπους,
η θεά ΔΗΜΗΤΡΑ ή Γαία ή όπως θέλεις πές την που θρέφει τους ανθρώπους.
Μετά ήρθε της ΣΕΜΕΛΗΣ γόνος ο ΔΙΟΝΥΣΟΣ που με τον οίνο παύει τη λύπη των θνητών.Και σαν χορταίνουν το ποτό απ'του αμπελιού τη ροή, ύπνο δίνει και λήθη στα κακά της ημέρας.
Θεός χύνεται σπονδή στους αθανάτους ώστε για χάρη του οι θνητοί να μην στερούνται πλούτη. Τον περιγελάς που στον ΜΗΡΟ είναι ραμμένος;
Θα σου εξιστορρίσω μία όμορφη ιστορία:
Όταν ο ΖΕΥΣ απ'τη φωτιά του κεραυνού τον πήρε στον Όλυμπο τον έφερε ώς θείον βρέφος.

Διονύσος με όλες τις μορφές και τις εκφράσεις του καθώς θεωρούν ότι ο Ιάκχος, ο Βάκχος, ο Σαββάζιος, ο Ζαγρεύς κλπ, καθώς και μια σειρά από επίθετα και παρωνύμια του αποδίδονται αποτελούν και αντιπροσωπεύουν την ίδια θεότητα ως ΥΙΟ ΘΕΟΥ και γεννημένο από διαφορετικές εκφράσεις της θηλυκής αρχής/θεότητας Μητέρας τον συνδέουν με την Σεμέλη, Περσεφόνη, Δήμητρα, Αφροδίτη κλπ…



Ορφικός ύμνος Διονύσου (θυμίαμα στύρακα)

Κικλ
ήσκω Διόνυσον ἐρίβρομον, εὐαστῆρα, πρωτόγονον, διφυῆ, τρίγονον, Βακχεῖον ἄνακτα, ἄγριον, ἄρρητον, κρύφιον, δικέρωτα, δίμορφον, κισσόβρυον, ταυρωπόν, Ἀρήιον, εὔιον, ἁγνόν, ὠμάδιον, τριετῆ, βοτρυηφόρον, ἐρνεσίπεπλον. Εὐβουλεῦ, πολύβουλε, Διὸς καὶ Περσεφονείης ἀρρήτοις λέκτροισι τεκνωθείς, ἄμβροτε δαῖμον• κλῦθι, μάκαρ, φωνῆς, ἡδὺς δ᾽ ἐπίπνευσον ἀμεμ[φ]ής εὐμενὲς ἦτορ ἔχων, σὺν ἐυζώνοισι τιθήναις.

Τον Διόνυσον προσκαλώ, τον θορυβώδη πού φωνάζει ευά (επιφώνημα ενθουσιώδες), τον πρωτογενή, πού έχει δύο φύσεις, και εγεννήθη τρεις φορές, τον Βακχικόν βασιλέα, τον ζώντα εις τους αγρούς, τον ανέκφραστον. τον απόκρυφον, πού έχει δύο κέρατα και δύο μορφάς τον γεμάτο από κισσό, πού έχει πρόσωπο ταύρου, τον πολεμικόν τον βακχικόν, τον αγνόν, πού τρώγει ωμά κρέατα, τον τριετή, πού τρέφει τα σταφύλια και έχει για πέπλο βλαστάρια. Ω Ευβουλέα, πολυμήχανε, πού εγεννήθης στα απερίγραπτα κρεββάτια του Διός και της Περσεφόνης αθάνατε δαίμονα (θεέ) άκουσε, μακάριε, την φωνήν μου και σπεύσε με γλυκύτητα και με προσήνεια. έχων ευμενή διάθεσιν μαζί με τις καλλίζωνες συντρόφους σου (τις Μαινάδες και τις Βάκχες).


Είναι σαφές λοιπόν ότι μιλάμε για πρώτη μητέρα του Διονύσου είναι η Περσεφόνη, η δε Σεμέλη αναλαμβάνει να κυοφορήσει τον Διόνυσο ( όπως θα λέγαμε με σημερινούς ιατρικούς όρους : Φέρουσα ή Υποκατάστατη Μητέρα ), μέχρις ότου ο Ζευς πάρει τον Διόνυσο και τον επιστρέψει στην Περσεφόνη. Με αυτή την οπτική και λαμβανομένου υπ' όψιν ότι ο Ιακχος είναι ο Διόνυσος μωρό ( βλέπε λήμμα Ιακχος στο λεξικό Σουίδα ), μπορούμε να διακρίνουμε την σχέση Περσεφόνης-Ιάκχου-Διονύσου και την θεολογική πραγματικότητα που κρύβεται πίσω από τον μύθο της ΕΛΕΥΣΙΣ/Ελευσίνας είδαμε και το  ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΝ = ΣΕΜΕΛΗΝ = 288

Ό Ηράκλειτος στο άπ. 52 αποκαλύπτει τά εξης μυστηριακά σχετικώς μέ τόν παίδα Διός/Σεμέλης και τήν βασιλείαν τού παιδός:

"αίών παις έστι παίζων πεσσεύων παιδός ή βασιλείη".

(ό αίών είναι παιδί πού παίζει τοποθετώντας έδώ κι εκεί τούς πεσσούς- ή βασιλεία είναι τού παιδιού).

(Ηράκλειτος, άπ. 52, άπόδ. Χ. Α. Λαμπρίδης, έκδ. ΚΛΕΙΩ).

Ή εικών τού κόσμου είναι ή εικών τού αιώνος, μέ τήν οποίαν παίζει το παιδί Διόνυσος μέ τούς πεσσούς. Oi πεσσοί είναι παιχνίδι τύχης. Όμως είναι πράγματι έτσι ή υπάρχει μία εσωτερική αφανής νομοτέλεια, ή όποια εντός μεγάλων χωροχρονικών κύκλων ορίζει τό αόρατον τού Νόμου, τον όποιον διά της εξουσίας του ό Διόνυσος καλείται από τόν πατέρα του Δία νά εφαρμόσει.
Ό κόσμος της εικόνας τού Ηρακλείτου θά είναι αιωνίως νέος, όπως είναι και το παιδί του Διός και της Σεμέλης, ό μεταξύ της αθανασίας και της θνητότητος, αυτός που εχει αναλαβει τήν φροντίδα τών επί μέρους ψυχών τών έλλόγων και νοημόνων όντων.
Είς τόν Άγρόν τού Διονύσου Ζαγρέως, είς τόν Ζωδιακόν Κύκλον, έρχονται και επανέρχονται οι ψυχαί τών θνητών, άλλοτε πάσχουσαι και άλλοτε ποιώντας, πάντοτε όμως έν κινήσει. Μεταβολή και κίνησις είναι τό βασιλικόν παιχνίδιον τών πεσσών. Παίζει ό Διόνυσος μέ τούς πεσσούς είς τόν χώρον και τόν χρόνον ώς βασιλεύς, ορίζων διά της κινήσεως τά τού χρόνου στόν αίσθητό κόσμο. Πεσσονομών ορίζει τήν νομοθετικήν έξουσίαν τού όλου διά τού καταμερισμού των πεσσών, oι όποιοι διά της έπαναληπτικότητος των επί μέρους κύκλων επαναφέρουν τήν τάξιν εις την αιωνιότητα.
Ώς πρός τό κατωτέρω Όρφικόν Απόσπασμα, ό Διόνυσος, γνωρίζων τούς όρους τού παιχνιδιού, θλίβεται διά τάς ψυχάς, οταν αυτες τόν επικαλούνται, απελπισμένοι, διά νά τους όδηγήση και πάλιν είς τόν φωτεινόν του κόλπον.

"Πόσον αυται κινούνται εις τό άπειρον σύμπαν. Πόσον στροβιλίζονται και άλληλοζητώνται αί αναρίθμητοι ψυχαί, αϊ όποιαι πηγάζουν άπό τήν μεγάλην ψυχήν τού κόσμου. Πίπτουν αύται άπό πλανήτου είς πλανήτην καί θρηνούν είς τήν άβυσσον τήν λησμονημένην πατρίδα.
Είναι τά δάκρυα σου, Διόνυσε.
Ω μέγα Πνεύμα, μεγάλε Έλευθερωτά, ανάλαβε τάς θυγατέρας σου είς τόν εκ φωτός άποτελούμενον κόλπον σου...."



Ο Χρόνος/Κρόνος παρουσιάζεται ως «δράκοντας δε είναι κεφαλάς έχοντα προσπεφυκυίας ταύρου και λέοντος, εν μέσω δε θεού πρόσωπον, έχειν επί των ώμων πτερά, ωνομάσθαι δε Χρόνον Αγήραον ( Θεογονία κατά Ιερώνυμον και Ελλάνικον)

Ο Μήν της Μικρασίας ταυτίζεται με τον Σαβάζιο, και αργότερα με τον Διονυσο, επιγραφή στη Θάσο αναφέρει : Θεώ Μηνι Τυρράννω Διονύσω

Αξιοσημείωτη δε είναι και η παράσταση του Χρόνου με τη παράσταση του Έρωτα (Πρωτόγονου, Φάνη, Ηρικεπαίου)-       
Περισσότερα σε επόμενα κείμενα-


Μέσα στο ιερό του ναού βρίσκονται δύο χρυσά αγάλματα ένα της Ηρας κι ένα του Δία μα που του δίνουν άλλο όνομα.
Η περιγραφή του αγάλματος της ‘Ηρας παρουσιάζει  ένα πολύμορφο σύνολο και εξηγεί ο Λουκιανός : έχει κάτι από την Αθηνά, από την Αφροδίτη, τη Σελήνη, την Ρέα, την Αρτέμιδα, τη Νέμεση και τις Μοίρες.

Κρατεί σκήπτρο στο ένα χέρι, αδράχτι στο άλλο, και στο κεφάλι φέρει πυργωτό στέμμα με ακτίνες και πέπλο. 




Lucianus Soph., De Syria dea
Section 33, line 11

Ἐν μέσῳ δὲ ἀμφοτέρων ἕστηκεν ξόανον ἄλλο
χρύσεον, οὐδαμὰ τοῖσι ἄλλοισι ξοάνοισι εἴκελον.
τὸ δὲ μορφὴν μὲν ἰδίην οὐκ ἔχει, φορέει δὲ τῶν
ἄλλων θεῶν εἴδεα. καλέεται δὲ σημήιον καὶ ὑπ'
αὐτῶν Ἀσσυρίων, οὐδέ τι οὔνομα ἴδιον αὐτῷ
ἔθεντο, ἀλλ' οὐδὲ γενέσιος αὐτοῦ καὶ εἴδεος
λέγουσιν. καί μιν οἱ μὲν ἐς Διόνυσον, ἄλλοι δὲ
ἐς Δευκαλίωνα, οἱ δὲ ἐς Σεμίραμιν ἄγουσιν· καὶ
γὰρ δὴ ὦν ἐπὶ τῇ κορυφῇ αὐτοῦ περιστερὴ
χρυσέη ἐφέστηκεν, τοὔνεκα δὴ μυθέονται Σεμι-
ράμιος ἔμμεναι τόδε σημήιον. ἀποδημέει δὲ δὶς
ἑκάστου ἔτεος ἐς θάλασσαν ἐς κομιδὴν τοῦ εἶπον
ὕδατος.


Στο κέντρο ανάμεσα στα δύο αγάλματα βρίσκετε στημένο άλλο χρυσό ξόανο  που δεν μοιάζει με τα άλλα ξόανα. Δεν έχει μορφή ξεχωριστή και μοιάζει με τους θεούς.  ΟΙ Ασσύριοι το ονομάζουν ΣΗΜΗΙΟΝ - ΣΗΜΑΔΙ, και δεν του έχουν δώσει ξεχωριστό όνομα, μήτε και λένε τίποτα για την προέλευσή του και τι παριστάνει. Άλλοι νομίζουν ότι είναι ο Διόνυσος κι άλλοι η Σεμιραμις, γιατί πραγματικά στο κεφάλι του κάθετε ένα χρυσό περιστέρι που είναι το σημάδι της Σεμιράμιδος αλλα και του Πνεύματος.
Και αυτό το περιστέρι το κατεβάζουν δυο φορές το χρόνο στη θάλασσα σαν φέρουν το νερό, που χύνουν μέσα στο ιερό και στο χάσμα που βρίσκεται κάτω από το ιερό. Εις ανάμνηση της σωτηρίας  του Δευκαλίωνα από τον κατακλυσμό.

Δίκερως όπως και η Περσεφόνη που χαρακτηρίζετε Kερόεσσα - με κέρατα  – καθώς είναι σεληνιακές θεότητες, όπως και το Κερασφόρος, Κερατίας, Κερατοφυής, δεν είναι παρά επίθετο του ΔΙΟΝΥΣΟΥ υιού της Σεμέλης/Σουμέλας κλπ

Ο Πορφύριος στο  «Περι αγαλμάτων»

 Τῶν δὲ ἀκροδρύων καὶ ὄλως τῶν φυτευτικῶν ἡ δύναμις
Διόνυσος ὀνομάζεται.

Και επειδή και στους σπόρους που φυτεύονται στη γή υπάρχει κάποια δύναμη, τη οποία ο ήλιος έλκει κατά τις χειμερινές τροπές όταν ευρίσκεται στο κάτω ημισφαίριο
Κόρη είναι η δύναμη που υπάρχει στους σπόρους, ενώ ο Πλούτων είναι ο κινούμενος κάτω από τη γή ήλιος, ο οποιος περιτρέχει τον αφανή κοσμο κατά την διάρκεια των χειμερινών τροπών, Αυτος λέγετε ότι αρπάζει και κρύβει κάτω από την γή την Κορη, την οποία υπεραγαπά η Δήμητρα.
Διόνυσος ονομάζετε η δύναμις των ακροδρυων (καρποί με σκληρό φλοιό) και γενικώς όλων των φύτρων.

Ὅρα δὲ καὶ τούτων τὰς εἰκόνας. Σύμβολα γὰρ ἡ Κόρη
φέρει τὰς προβολὰς τῶν κατὰ τοὺς καρποὺς ὑπὲρ τὴν γῆν
ἐκφύσεων· ὁ δὲ Διόνυσος κοινὰ μὲν πρὸς τὴν Κόρην ἔχει τὰ
κέρατα, ἔστι δὲ θηλύμορφος, μηνύων τὴν περὶ τὴν γένεσιν
τῶν ἀκροδρύων ἀρρενόθηλυν δύναμιν. Πλούτων δὲ ὁ Κόρης
ἅρπαξ κυνῆν μὲν ἔχει τοῦ ἀφανοῦς πόλου σύμβολον, τὸ δὲ
σκῆπτρον τὸ κολοβὸν σημεῖον τῆς τῶν κάτω βασιλείας

Ως σύμβολα της η Κόρη, φέρει τις προβολές των υπέρ της γής εκβλαστήσεων των καρπών. Ο Διόνυσος σε σχέση με την Κορη έχει κοινά τα κέρατα, ενώ ο ίδιος εχει θηλυκή μορφή και διαμηνύοντας την αρρενοθηλεια δύναμη που σχετίζετε με την γένεση των ακροδρύων.

Ο Πλούτων που πραγματοποιεί την αρπαγή της Κορης φοράει Κυνέα, η οποία είναι σύμβολο του αφανούς πόλου, ενώ το σκήπτρο είναι σημειο της βασιλειας του κάτω κοσμου.

Diodorus Siculus Hist., Bibliotheca historica (lib. 1-20)
Book 3, chapter 62, section 10, line 3

                                             δ
ὶς δ'
α
ὐτοῦ τὴν γένεσιν ἐκ Διὸς παραδεδόσθαι διὰ τὸ
δοκε
ῖν μετὰ τῶν ἄλλων ἐν τῷ κατὰ τὸν Δευκαλίωνα
κατακλυσμ
ῷ φθαρῆναι καὶ τούτους τοὺς καρπούς,
κα
ὶ μετὰ τὴν ἐπομβρίαν πάλιν ἀναφύντων ὡσπερεὶ
δευτέραν
ἐπιφάνειαν ταύτην ὑπάρξαι τοῦ θεοῦ παρ'
ἀνθρώποις, καθ' ἣν ἐκ τοῦ Διὸς μηροῦ γενέσθαι
πάλιν τ
ὸν θεὸν [τοῦτον] μεμυθοποιῆσθαι.

Καταστροφή των καρπών από τον κατακλυσμό όμως και μετά την υπερβολική βροχόπτωση και πάλι αναφύονται και σε δεύτερη εμφάνιση ως και η Επιφάνεια/εμφάνιση/ύπαρξη του Θεού εις τους ανθρώπους, όπως εκ του Μηρού του Διός, ο Θεός εχει δημιουργηθεί/ποιηθεί !!!

Και η παραπομπή πηγαίνει ευθέως στον ΔΙΟΝΥΣΟ και τη έτερη γέννηση εκ του Μηρού του Διός !!!
Κατ΄αλλους συγγραφείς βεβαια η Θέμις είναι η πρώτη που εχει αναλάβει εκ της Μητρός της Γαιας το μαντείο χρησμοδοτεί και μετά παραδίδει τα ηνία στον Διόνυσο με τον οποίο μοιράζετε το μαντείο ο Απόλλωνας.



(Here is the idol to Bacchus that was found in the Temple known as the "Mithraeum". Bacchus was the principal Roman deity worshipped in Britian before Christianity, apparently.)

Scholia In Pindarum, Scholia in Pindarum (scholia vetera)
Ode P hyp, scholion a, line 22

                             
εἶτα ἔρχεται ἐπὶ τὸ μαντεῖον, ἐν ᾧ
πρώτη Νὺξ ἐχρησμῴδησεν, εἶτα Θέμις. Πύθωνος δὲ τότε
κυριεύσαντος το
ῦ προφητικοῦ τρίποδος, ἐν ᾧ πρῶτος Διό-
νυσος
ἐθεμίστευσε.

Ο Ησύχιος στο λεξικό του ταυτίζει όμως τον Βάκχο ή τον βούκερω 'Ιακχο (κατα τον  Στράβων στα Γεωγραφικά του)  με τον Ιχθύ με τον Διονυσο αλλα και με τον ιερέα του Διονύσου.

<βακχᾶν>· ἐστεφανῶσθαι κισσῷ
<Βακχέβακχος>· ὁ Διόνυσος οὕτως ἐκαλεῖτο ἐν ταῖς θυσίαις (Ar.
Eq. 408)
<Βακχεία>· ἑορτὴ Διονύσου [βακχεύτρια]
*<βακχεύει>· μαίνεται P τραγῳδεῖ
*<βακχευθεῖσα>· ἐξηχευομένη, ἐξεστηκυῖα vgAS
*<βακχεύοντες>· μαινόμενοι, vgAS σειόμενοι
<βακχεῖον>· τελεστήριον. νάρθηξ
<Βάκχη>· γένος ἀπίου. ἢ μία τῶν Βακχῶν, ἢ τοῦ Διονύσου<βακχεύτρια>
<Βακχιάδαι>· οὐ μόνον οἱ Μιλήσιοι, ἀλλὰ καὶ Κορίνθιοι, ἀπὸΒάκχιδος
<βακχία>· μανία (S)
<βακχόαν>· βόθρον. Αἰολεῖς
<βάκχος>· ὁ ἱερεὺς τοῦ Διονύσου. καὶ κλάδος ὁ ἐν ταῖς τελεταῖς,οἱ δὲ φανὸν λέγουσιν· οἱ δὲ ἰχθύν q
<Βάκχου Διώνης>· οἱ μὲν βακχευτρίας Σεμέλης· οἱ δὲ Βάκχου τοῦ Διονύσου καὶ Ἀφροδίτης q τῆς Διώνης. παρόσον διωνυμία περὶ τὴν θεάν (trag. ad. fr. 204). Πράξιλλα δὲ ἡ Σικυωνία (fr. 8) Ἀφροδίτης παῖδα τὸν θεὸν ἱστορεῖ
<βάκχυλον>· σποδίτην ἄρτον. Ἠλεῖοι
<βάκχον>· κλαυθμόν. Φοίνικες

Ας θυμηθούμε δε και το ΙΧΘΥΣ» =(Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ) ως σύμβολο του Σωτήρα Ιησού.

Ό ιχθύς ετυμολογείται εκ τού " ίκθ υ ς " (ϊκω =φθάνω + θύω =όρμώ· ό κινούμενος ορμητικά ), αναφέρει η Αννα Τζιροπούλου – Ευσταθίου στο εργο της : «ο Εν τη λέξη λόγος»

Δεν πρέπει όμως να ξεχνούμε και την ερμηνεία της λέξεως Θύω = θυσιάζω

Θύω  (ῥ. ΘΥ-)' φυσῶ δυνατά, συρίζω (ἐπὶ ἀνέμου)' ἐπὶ ποταμῶν καὶ κυμάτων, φουσκώνω' ἐπὶ ἀνθρώπων, μαίνομαι, λυσσῶ, τρελλαίνομαι.

ΙΙ. κα
ίω, καπνίζω, θυμιατίζω, θυσιάζω' μετὰ δοτ. προσ., προσφέρω θυσία.

Ετσι ο ιχθύς μπορεί να πάρει και την έννοια του  κινούμενου προς θυσία.



Orion Gramm., Etymologicum (excerpta e cod. Darmstadino 2773)
Alphabetic letter iota, page 614, line 21

                                      
ἰχθὺς, παρὰ τὸ ἰθύειν πλεονασμῶ τοῦ χ, ἰχθύς
Ι(κω)+θύω = πηγαίνω ευθεία για θυσία, ορμώ κατευθείαν για θυσία, για σφαγή ή για τέλεση (εορτής)



Ομοια σε προηγούμενα κειμενα εχουμε δεί την Ασσύρια Θεά Αταργατις να ρίχνεται στην Λίμνη Ασκαλώνα όπως και η μητέρα της Δερκετώ που πέφτει στην λιμνη Βαμβύκην και αντίστοιχα και ο Παλαίμωνας/Μελικέρτης  μαζι με την μητέρα του Ινώ/Λευκοθέα Μια σειρά αναίμακτες (;) θυσίες ατόμων που θεοποιήθηκαν και πέρασαν στην ιστορία και στον μύθο.

Συνεχίζετε

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...