Η ερμηνεία του
ονόματος του Γλαύκου σημαίνει τον λευκό, ισχυρό ή φοβερό κατά τον Ησύχιο τον Αλεξανδρικό στο έργο του Γλῶσσαι Ελληνικό λεξικό 5ος αιώνας μ.Χ.
<γλαυκή>· ἰσχυρά.
φοβερά. λευκή (Π 34)
<γλαυκία ἢ
γλαύκιον>· βοτάνη τις - Γλαύκιο
<γλαυκίζειν>· ἀμβλυωπεῖν
<γλαυκιόων>·
καταπληκτικός, ἔμπυρον καὶ φοβερὸν βλέπων
*<γλαυκός>· λευκός
vgAS
<γλαυκοφόρβιδας>· ἵππους εὐγενεστάτας
<γλαυκῶπις>· φοβερὰ ἐν τῷ ὁρᾶσθαι. λαμπρόφθαλμος. *εὐόφθαλμος (Α 206
..) gAS
*<γλαῦξ>· νυκτόβαϋς. πετεινὸν νυκτερινόν vgS
<γλαῦξ>· νόμισμα Ἀθήνησιν τετράδραχμον. ἐλέγετο δὲ καὶ ὄρχησίς τις. καὶ ὄρνεον. καὶ φυτόν
<γλαυσόν>· *λαμπρόν. g
θρασύ. ἰταμόν
<γλαύσσει>· λάμπει, (s)
φαίνει, φαύσκει


