Ο αναγνώστης διαβάζει αργά, προσπαθώντας να εναρμονίσει το ρυθμό της ανάγνωσης με τους εσωτερικούς ρυθμούς της αφήγησης... Ο αναγνώστης έχει την ικανότητα να διαβάζει ακόμα και ανάμεσα στις γραμμές, γιατί ξέρει οτι αυτές οι μικρές σιωπές που δημιουργούνται στα κενά των κειμένων είναι αποκλειστικά δικός του χώρος: χώρος για να συλλογιστεί και να δημιουργήσει, για να ονειρευτεί... Για τον συγγραφέα όπως και για τον αναγνώστη, σημασία έχει το ταξίδι, όχι ο προορισμός ...
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αδωνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αδωνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
31 Ιανουαρίου 2014
Φερρεφάττης παρὰ τὸ φέρβειν τὴν φάτταν
23 Φεβρουαρίου 2012
Ζαγρεῦ τε θεῶν πανυπέρτατε πάντων
O Πρώτος Διόνυσος θεωρείται ότι είναι γέννημα του Διός και της Δήμητρας-Κόρης- Φθερσεφόνη- που είναι και μια ακόμη ονομασία της Περσεφόνης- Προκύπτει από το φθείρειν = χαλώ, αφανίζω, καταστρέφω, λιώνω, διακορεύω κλπ και φονεύω = σκοτώνω, θανατώνω, δολοφονώ.
Φθερσέφασσα ή Φερσεφαττα ή Φερσέφασσα είναι μερικές ακόμη ονομασίες της Περσεφόνης και δηλώνει ως Φερέπαφα και τον/την Επαφ-ο/ήν με τον/την Θεό.
Eustathius Philol., Scr. Eccl., Commentarii ad Homeri Iliadem
Volume 2, page 762, line 4
Ὡς γὰρ παρὰ
τὸ φθείρειν καὶ φονεύειν Φθερσεφόνη καὶ εὐφωνώτερον Φερσεφόνη καὶ ἔτι
ἐμμελέστερον Περσεφόνη, οὕτω παρὰ τὸ αὐτὸ φθείρειν καὶ τὸ φάζειν, ὅ ἐστι
φονεύειν, Φθερσέφασσα ἢ κατὰ τὸ κάλλιον Φερσέφασσα καὶ ἔτι λειότερον
Περσέφασσα].
Volume 2, page 762, line 4
Ὡς γὰρ παρὰ
τὸ φθείρειν καὶ φονεύειν Φθερσεφόνη καὶ εὐφωνώτερον Φερσεφόνη καὶ ἔτι
ἐμμελέστερον Περσεφόνη, οὕτω παρὰ τὸ αὐτὸ φθείρειν καὶ τὸ φάζειν, ὅ ἐστι
φονεύειν, Φθερσέφασσα ἢ κατὰ τὸ κάλλιον Φερσέφασσα καὶ ἔτι λειότερον
Περσέφασσα].
Porphyrius Phil., De abstinentia
Book 4, section 16, line 34
Book 4, section 16, line 34
…τὴν μὲν Ἄρτεμιν λύκαιναν, τὸν δὲ Ἥλιον σαῦρον, λέοντα, δράκοντα,
ἱέρακα, τὴν δ' Ἑκάτην ἵππον, ταῦρον, λέαιναν, κύνα.
τῆς δὲ Φερρεφάττης παρὰ τὸ φέρβειν τὴν φάτταν (φέρβω = βόσκω, τρέφω, φυλάσσω, σώζω και διατηρώ την φάσσαν = το μέγαλο αγριοπερίστερο)
φασὶν οἱ πολλοὶ τοὔνομα τῶν θεολόγων· ἱερὸν γὰρ
αὐτῆς ἡ φάττα. διὸ καὶ αἱ τῆς Μαίας ἱέρειαι ταύτην
αὐτῇ ἀνατιθέασι. Μαῖα δὲ ἡ αὐτὴ τῇ Φερσεφόνῃ ὡς
ἂν μαῖα καὶ τροφὸς οὖσα· χθονία γὰρ ἡ θεὸς καὶ
Δημήτηρ ἡ αὐτή.
Περισσότερα σε προηγούμενο κείμενο Περιστερὰ ὄρειος
Εδώ έχω μεταφέρει κάποιες από τις βασικές αναφορές που ήδη εχουν αναφερθεί περί Περσεφόνης/Φερρεφάτης/Φερέπαφα κλπ
Plato Phil., Cratylus
Stephanus page 404, section d, line 8
Φερέπαφα” οὖν διὰ τὴν σοφίαν καὶ τὴν
<ἐπαφὴν> τοῦ <φερομένου> ἡ θεὸς ἂν ὀρθῶς καλοῖτο, ἢ
τοιοῦτόν τι – δι' ὅπερ καὶ σύνεστιν αὐτῇ ὁ Ἅιδης σοφὸς
ὤν, διότι τοιαύτη ἐστίν – νῦν δὲ αὐτῆς ἐκκλίνουσι τὸ ὄνομα
εὐστομίαν περὶ πλείονος ποιούμενοι τῆς ἀληθείας, ὥστε
“Φερρέφατταν” αὐτὴν καλεῖν.
Stephanus page 404, section d, line 8
Φερέπαφα” οὖν διὰ τὴν σοφίαν καὶ τὴν
<ἐπαφὴν> τοῦ <φερομένου> ἡ θεὸς ἂν ὀρθῶς καλοῖτο, ἢ
τοιοῦτόν τι – δι' ὅπερ καὶ σύνεστιν αὐτῇ ὁ Ἅιδης σοφὸς
ὤν, διότι τοιαύτη ἐστίν – νῦν δὲ αὐτῆς ἐκκλίνουσι τὸ ὄνομα
εὐστομίαν περὶ πλείονος ποιούμενοι τῆς ἀληθείας, ὥστε
“Φερρέφατταν” αὐτὴν καλεῖν.
Tatianus Apol., Oratio ad Graecos
Chapter 10, section 1, line 3
…μεταμορφοῦνται δὲ παρ' ὑμῖν καὶ οἱ θεοί. δένδρον ἡ Ῥέα γίνεται,
δράκων δὲ ὁ Ζεὺς διὰ τὴν Φερσέφασσαν.
Σε Δράκοντας μεταμορφώνεται ο Ζεύς για την Περσεφόνη
Περνώντας και σε μερικές ακόμα παρατηρήσεις και αναφορές που ήδη εχουν προηγηθεί σε προηγούμενα κείμενα μου.
Δίκερος η Περσεφόνη που χαρακτηρίζετε Kερόεσσα - με κέρατα – καθώς είναι σεληνιακές θεότητες, όπως και ο Κερασφόρος, Κερατίας, Κερατοφυής, δεν είναι παρά επίθετο του Διονύσου
Όμοια όπως στον Άδωνη δίδετε το επίθετο του Ευ-βουλέα δίδεται και στον Διόνυσο καθώς και στην μητέρα Δήμητρα αλλά και την Κόρη Περσεφόνη
Ο ύμνος όμως μας δίνει μερικά ακόμα αξιοπερίεργα στοιχεία. Κούρο και Κόρη τον ονομάζει τον Άδωνη. Διπλή ιδιότητα Αγοριού και Κοριτσιού (αρσενικής και θηλυκής φύσης, δηλ. δί-φυλλο ή ερμαφρόδιτο (Ερμής + Αφροδίτη) ή ανδρόγυνο.
Ο ύμνος όμως μας δίνει μερικά ακόμα αξιοπερίεργα στοιχεία. Κούρο και Κόρη τον ονομάζει τον Άδωνη. Διπλή ιδιότητα Αγοριού και Κοριτσιού (αρσενικής και θηλυκής φύσης, δηλ. δί-φυλλο ή ερμαφρόδιτο (Ερμής + Αφροδίτη) ή ανδρόγυνο.
Όμως από την Θεογονία του Ησιόδου, όπως και σε κείμενα του Τατιανού ο Α(ι)δωνεύς αρπάζει την Περσεφόνη την Λευκωλενο, από την μητέρα της. !!!
Hesiodus Epic., Theogonia
Line 913
..ἣ τέκε Περσεφόνην λευκώλενον, ἣν Ἀιδωνεὺς
ἥρπασεν ἧς παρὰ μητρός, ἔδωκε δὲ μητίετα Ζεύς.
Line 913
..ἣ τέκε Περσεφόνην λευκώλενον, ἣν Ἀιδωνεὺς
ἥρπασεν ἧς παρὰ μητρός, ἔδωκε δὲ μητίετα Ζεύς.
Tatianus Apol., Oratio ad Graecos
Chapter 8, section 4, line 3
μαρτυρήσει μοι νῦν Ἐλευσὶς καὶ δράκων ὁ μυστικὸς καὶ Ὀρφεὺς
ὁ <θύρας δ' ἐπίθεσθε βεβήλοις> λέγων. Ἀϊδωνεὺς ἁρπάζει τὴν
Κόρην, καὶ αἱ πράξεις αὐτοῦ γεγόνασι μυστήρια· κλαίει Δη-
μήτηρ τὴν θυγατέρα, καί τινες ἀπατῶνται διὰ τοὺς Ἀθηναίους.
Chapter 8, section 4, line 3
μαρτυρήσει μοι νῦν Ἐλευσὶς καὶ δράκων ὁ μυστικὸς καὶ Ὀρφεὺς
ὁ <θύρας δ' ἐπίθεσθε βεβήλοις> λέγων. Ἀϊδωνεὺς ἁρπάζει τὴν
Κόρην, καὶ αἱ πράξεις αὐτοῦ γεγόνασι μυστήρια· κλαίει Δη-
μήτηρ τὴν θυγατέρα, καί τινες ἀπατῶνται διὰ τοὺς Ἀθηναίους.
Η Νύσσα ήταν πόλη της Αιγύπτου αλλά επίσης τοποθετείται και σε άλλα μέρη όπως στην Σικελία.
Κατά τον ομηρικό ύμνο, στη Νύσσα ήταν που ο Πλουτωνας άρπαξε την Περσεφόνη.
Ο Άδωνης είναι μια άλλη μορφή του ονόματος του ΑΔΗ – ΑϊΔΗ- Α(ι)δωνεύς – Αηδονέα ή Αιδωνέα.
Aelius Herodianus et Pseudo-Herodianus Gramm., Rhet., Partitiones (= Ἐπιμερισμοί) [Sp.?] (e codd. Paris. 2543 + 2570)
Page 184, line 16
Τὰ δὲ μὴ παρὰ τὸ ἀεὶ, διὰ τοῦ ἰῶτα γράφονται· οἷον·
ἀΐδιος· ἀΐδηλος, ὁ ἀφανής· Ἀϊδωνεὺς, ὁ Ἅιδης· Ἀΐδης
Page 184, line 16
Τὰ δὲ μὴ παρὰ τὸ ἀεὶ, διὰ τοῦ ἰῶτα γράφονται· οἷον·
ἀΐδιος· ἀΐδηλος, ὁ ἀφανής· Ἀϊδωνεὺς, ὁ Ἅιδης· Ἀΐδης
Philoxenus Gramm., Fragmenta
Fragment 418*, line 4
<Ἀϊδνός>· εἴδω, τὸ βλέπω ἢ φαίνω, ῥηματικὸν
ὄνομα ἰδνὸς καὶ μετὰ τοῦ στερητικοῦ α ἀϊδνός, ὡς στίλβω στιλπνός·
ἐξ οὗ καὶ Ἀϊδωνεύς, ὁ Ἅιδης, εἰς ὃν οὐκ ἔστιν ἰδεῖν.
Fragment 418*, line 4
<Ἀϊδνός>· εἴδω, τὸ βλέπω ἢ φαίνω, ῥηματικὸν
ὄνομα ἰδνὸς καὶ μετὰ τοῦ στερητικοῦ α ἀϊδνός, ὡς στίλβω στιλπνός·
ἐξ οὗ καὶ Ἀϊδωνεύς, ὁ Ἅιδης, εἰς ὃν οὐκ ἔστιν ἰδεῖν.
Όμοια με το παραπάνω είμενο ο Άδης/Αιδης/Αιδωνεύς είναι κάποιος που δεν μπορείς να δεις, αθέατος, άφαντος, εξαφανισμένος, α-όρατος, κρυφός.
Ιδιότητες που αποδίδονται και στον Άδωνη που εξαφανίζεται και χάνεται
Ιδιότητες που αποδίδονται και στον Άδωνη που εξαφανίζεται και χάνεται
Eustathius Philol., Scr. Eccl., Commentarii ad Homeri Iliadem
Volume 1, page 27, line 4
διὸ
καὶ Ἀΐδης λέγεται ὁ αὐτὸς καὶ Ἀϊδωνεύς· ὡς δέ τινές φασι καὶ ᾍδης κατὰ
συναίρεσιν τοῦ Ἀΐδης.
Volume 1, page 27, line 4
διὸ
καὶ Ἀΐδης λέγεται ὁ αὐτὸς καὶ Ἀϊδωνεύς· ὡς δέ τινές φασι καὶ ᾍδης κατὰ
συναίρεσιν τοῦ Ἀΐδης.
Όπως προκύπτει από συναίρεσιν από το Αϊδης το Άδης όμοια από το Αϊδωνεύς μπορούμε να φτάσουμε στο Αδωνεύς – Αδων
Hesychius Lexicogr., Lexicon (Α – Ο)
Alphabetic letter alpha, entry 1802, line 1
*<Ἀϊδωνέος>· τοῦ ᾅδου A(b)
<Ἀϊδωνεύς>· ὁ θεός.
Alphabetic letter alpha, entry 1802, line 1
*<Ἀϊδωνέος>· τοῦ ᾅδου A(b)
<Ἀϊδωνεύς>· ὁ θεός.
*<Ἀϊδωνέος>· τοῦ ᾅδου A(b)
<Ἀϊδωνεύς>· ὁ θεός. καὶ ὁ τόπος (Υ 61)
*<Ἀϊδωνῆϊ>· τῷ ᾅδῃ (Ε 190) Ab
*<Ἀϊδώνια>· θανάσιμα gA
Hesychius Lexicogr., Lexicon (Α – Ο)
Alphabetic letter kappa, entry 531, line 1
<Καλύδναι>· νῆσοι πλησίον Ῥόδου (Β 677)
†<καλυδναῖον>· ἀρχαῖον, παλαιόν
†<καλυδναῖος>· Ἀϊδωνεύς.
Scholia In Hesiodum, Scholia in theogoniam (scholia vetera)
Verse 913b, line 1
X⟧
<ἣν Ἀϊδωνεύς:> τοῦτο περὶ τῆς σήψεως τῶν σπερ-
μάτων λέγει ὅτι ἐὰν μὴ κάτω ἀποθάνῃ, ἄνω οὐ ζωογονεῖται.
Verse 913b, line 1
X⟧
<ἣν Ἀϊδωνεύς:> τοῦτο περὶ τῆς σήψεως τῶν σπερ-
μάτων λέγει ὅτι ἐὰν μὴ κάτω ἀποθάνῃ, ἄνω οὐ ζωογονεῖται.
Όμως στον Πρόκλο, Σχόλια στον Κρατύλο, 163, 2
ὁ δὲ τρίτος τριαδικῶς
Ζεύς τε καταχθόνιος κα ὶ Πλούτων καὶ Ἅιδης.
Ο Αδης λοιπόν ή Πλούτων σώζετε ως Α(ι)δονεύς ακόμα και σήμερα. Είναι πόλη της Σικελίας κοντά στην σημερινή ευρύτερη περιοχή της Εnna.
Εντός λοιπόν στην Εννα- στο κέντρο της Σικελίας υπάρχει η πόλη Aidone – Ονομα που προέρχετε από το αρχαίο ελληνικό ΑΙΔΩΝΕΥΣ όνομα του Αδη-Πλούτωνα.
Παλαιότερες αναφορές- αναλυτικότερες- σε παλαιότερα κείμενα :
Ιερή στους Θεούς
Ζεὺς ἄρσην γένετο, Ζεὺς ἄμβροτος ἔπλετο νύμφη
Σημήιον της Περιστεράς
Ἀϊδωνεύς· ὁ θεός.
και οι Ορφικοί ύμνοι Δήμητρος και Περσεφόνης
Alcmaeonis, Alcmaeonis (fragmenta)
Fragment 3, line 1
πότνια Γῆ, Ζαγρεῦ τε θεῶν πανυπέρτατε πάντων
Fragment 3, line 1
πότνια Γῆ, Ζαγρεῦ τε θεῶν πανυπέρτατε πάντων
Ζαγρεύς, έως, ὁ, son of Zeus and Persephone, slain by the Titans and resuscitated as Dionysus, πότνια γῆ, Ζαγρεῦ τε θεῶν πανυπέρτατε πάντων Alcmaeonis Fr.3 (EGFp.77), cf. E.Fr.472.11 (anap.), Call.Fr. 171, Nonn.D.10.294; identified with Ἅιδης by A.Fr.228. (Glossed by μεγάλως ἀγρεύων Et.Gud.227.37.)
ζάγρα, ἡ, and Dim. ζάγριον, τό, a term of abuse, Timostr.4
Etymologicum Gudianum, Etymologicum Gudianum (ἀάλιον – ζειαί)
Alphabetic entry zeta, page 578, line 8
Alphabetic entry zeta, page 578, line 8
Ζαγρεύς>· ὁ μεγάλως ἀγρεύων, ὡς “πότνια Γῆ, Ζαγρεῦ τε θεῶν
πανυπέρτατε πάντων” ὁ τὴν Ἀλκμαιονίδα γράψας ἔφη <fr. 3 Kinkel>.
τινὲς δὲ τὸν Ζαγρέα υἱὸν Ἅιδου φασίν, ὡς Αἰσχύλος ἐν Σισύφῳ <fr.
228 Nauck2> “Ζαγρεῖ τε νῦν μοι καὶ πολυξένῳ χαίρειν”· ἐν δὲ Αἰ-
γυπτίοις <fr. 5 Nauck2> οὕτως αὐτὸν τὸν Πλούτωνα καλεῖ “τὸν ἀγραῖον,
τὸν πολυξενώτατον, τὸν Δία τῶν κεκμηκότων”.
<Ζάθεος>· μέγα[ς] θαυμαστός· παρὰ τὸ <ζα> ἐπιτατικὸν μόριον καὶ τὸ
Μετά τις παραπάνω επισημάνσεις που τις θεωρώ βασικές περνάω στα κείμενα με τις αναφορές περί του Πρώτου Διονύσου Ζαγρέα.
Ο Διόνυσος, ο Βάκχος, ο Ζαγρεύς, ο Πρωτόγονος, ο Διφυής, ο Δικέρατος, ο Δίμορφος, ο Κισσοστολισμένος, ο Ταυρόμορφος, ο Αγνός, ο Ωμοφάγος, ο Τριπλογεννημένος...
Αμέτρητα τα προσωνύμια του θεού, πρωτόγονη η λατρεία γι αυτόν τον αλλόκοτο θεό, όμως ποιος ήταν ο Ζαγρέας (Ζαγρεύς);
Θεωρείται ότι ήταν ο υιός του Διός, ο οποίος γεννήθηκε από την Περσεφόνη και τον μεταμορφωμένο σε φίδι-δράκοντα Δία. Η δίκερος κόρη Περσεφόνη κληρονομεί τα κέρατα στον υιό Ζαγρέα. Ο Ζαγρεύς από μόνος του διόρζεται βασιλιάς των θεών και ο Δίας του έδωσε για λίγο το σκήπτρο του, τον κεραυνό αλλά και τον έλεγχο της βροχής. Και όπως οι Κουρήτες φύλαξαν τον Δία όταν εκείνος ήταν βρέφος, έτσι φύλαξαν και τον Ζαγρέα με την πρόσθετη βοήθεια του Απόλλωνα.
Nonnus Epic., Dionysiaca
Book 6, line 165
παρθένε Περσεφόνεια, σὺ δ' οὐ γάμον εὗρες ἀλύξαι,
ἀλλὰ δρακοντείοισιν ἐνυμφεύθης ὑμεναίοις,
Ζεὺς ὅτε πουλυέλικτος ἀμειβομένοιο προσώπου
νυμφίος ἱμερόεντι δράκων κυκλούμενος ὁλκῷ
εἰς μυχὸν ὀρφναίοιο διέστιχε παρθενεῶνος,
σείων δαυλὰ γένεια· παρισταμένων δὲ θυρέτρῳ
εὔνασεν ἰσοτύπων πεφοβημένον ὄμμα δρακόντων ....
καὶ γαμίαις γενύεσσι δέμας λιχμάζετο κούρης
μείλιχος. αἰθερίων δὲ δρακοντείων ὑμεναίων
Περσεφόνης γονόεντι τόκῳ κυμαίνετο γαστήρ,
Ζαγρέα γειναμένη, κερόεν βρέφος, ὃς Διὸς ἕδρης
μοῦνος ἐπουρανίης ἐπεβήσατο, χειρὶ δὲ βαιῇ
ἀστεροπὴν ἐλέλιζε· νεηγενέος δὲ φορῆος
νηπιάχοις παλάμῃσιν ἐλαφρίζοντο κεραυνοί.
οὐδὲ Διὸς θρόνον εἶχεν ἐπὶ χρόνον· ἀλλά ἑ γύψῳ
κερδαλέῃ χρισθέντες ἐπίκλοπα κύκλα προσώπου
δαίμονος ἀστόργοιο χόλῳ βαρυμήνιος Ἥρης
Ταρταρίῃ Τιτῆνες ἐδηλήσαντο μαχαίρῃ
ἀντιτύπῳ νόθον εἶδος ὀπιπεύοντα κατόπτρῳ.
ἔνθα διχαζομένων μελέων Τιτῆνι σιδήρῳ
τέρμα βίου Διόνυσος ἔχων παλινάγρετον ἀρχὴν
ἀλλοφυὴς μορφοῦτο πολυσπερὲς εἶδος ἀμείβων,
πῇ μὲν ἅτε Κρονίδης δόλιος νέος αἰγίδα σείων,
πῇ δὲ γέρων βαρύγουνος ἅτε Κρόνος ὄμβρον ἰάλλων·
ἄλλοτε ποικιλόμορφον ἔην βρέφος, ἄλλοτε κούρῳ
εἴκελος οἰστρηθέντι, νέον δέ οἱ ἄνθος ἰούλων
ἀκροκελαινιόωντα κατέγραφε κύκλα προσώπου·
πῇ δὲ χόλῳ δασπλῆτι λέων μιμηλὸς ἰάλλων
φρικαλέον βρύχημα σεσηρότι μαίνετο λαιμῷ,
ὀρθώσας πυκινῇσι κατάσκιον αὐχένα χαίταις,
ἀμφελελιζομένῃ λασιότριχος ὑψόθι νώτου
αὐτομάτῃ μάστιγι περιστίζων δέμας οὐρῇ.
ἔνθα λεοντείοιο λιπὼν ἴνδαλμα προσώπου
ὑψιλόφῳ χρεμετισμὸν ὁμοίιον ἔβρεμεν ἵππῳ
ἄζυγι, γαῦρον ὀδόντα μετοχμάζοντι χαλινοῦ,
καὶ πολιῷ λεύκαινε περιτρίβων γένυν ἀφρῷ·
ἄλλοτε ῥοιζήεντα χέων συριγμὸν ὑπήνης
ἀμφιλαφὴς φολίδεσσι δράκων ἐλέλικτο κεράστης,
γλῶσσαν ἔχων προβλῆτα κεχηνότος ἀνθερεῶνος,
καὶ βλοσυρῷ Τιτῆνος ἐπεσκίρτησε καρήνῳ
ὅρμον ἐχιδνήεντα περίπλοκον αὐχένι δήσας·
καὶ δέμας ἑρπηστῆρος ἀειδίνητον ἐάσσας
τίγρις ἔην, στίξας δέμας αἰόλον· ἄλλοτε ταύρῳ
ἰσοφυής, στομάτων δὲ νόθον μυκηθμὸν ἰάλλων
θηγαλέῃ Τιτῆνας ἀνεστυφέλιξε κεραίῃ.
καὶ ψυχῆς προμάχιζεν, ἕως ζηλήμονι λαιμῷ
τρηχαλέον μύκημα δι' ἠέρος ἔβρεμεν Ἥρη,
μητρυιὴ βαρύμηνις, ἰσοφθόγγῳ δὲ θεαίνῃ
αἰθέριον κελάδημα πύλαι κανάχιζον Ὀλύμπου,
καὶ θρασὺς ὤκλασε ταῦρος· ἀμοιβαίῃ δὲ φονῆες
ταυροφυῆ Διόνυσον ἐμιστύλλοντο μαχαίρῃ….
Παρθένα, Περσεφόνη, εσύ δεν μπόρεσες ν' αποφυγείς το γάμο,
αλλά παντρεύτηκες με δρακόντειο γάμο,
όταν ο Δίας ο πολυμήχανος αλλάζοντας όψη σα δράκοντας εραστής,
αναδιπλώνοντας με πόθο την ουρά του, μπήκε στο βάθος του σκοτεινού παρθενικού θαλάμου σείοντας τα πυκνά γένια του.
Αφού υπνώτισε τους όμοιους παραστάτες της πύλης,
με σαγόνια όλο πόθο έγλειφε το κορμί της γλυκιάς κόρης.
Από το γάμο με τον ουράνιο δράκοντα,
φούσκωσε η κοιλιά της Περσεφόνης
με καρπερή γέννα γέννησε το Ζαγρέα,
βρέφος με κέρατα, που μόνος στου Δία ανέβηκε τον ουράνιο θρόνο.
Με το μικρό χέρι του κουνούσε την αστραπή,
αν και νεογέννητο βρέφος,
σήκωνε με τα νηπιακά του χέρια τους κεραυνούς.
Ούτε πολύ χρόνο κάθισε στο θρόνο του Δία.
Οι Τιτάνες τον κατάσφαξαν μ' ένα μαχαίρι από τα Τάρταρα
Ενώ κοίταζε το ψεύτικη μορφή του σε αντικρινό κάτοπτρο,
αφού τον έχρισαν με δολερό γυψο
και μασκάρεψαν τα πρόσωπά τους,
από την άσπλαχνη οργή της της οργισμένης θεάς Ήρας.
Όταν διχάστηκαν τα μέλη του από το μαχαίρι των Τιτάνων,
μετά το θάνατο του, ξαναγεννήθηκε ως ο Διόνυσος
παίρνοντας άλλη μορφή, ενώ έπαιρνε συχνά πολλές μορφές.
Πότε σαν νέος πανούργος Δίας, που έσειε την αιγίδα του,
πότε σα γέρος Κρόνος με βαρύ βάδισμα, που έφερνε τη βροχή.
Αλλοτε ήταν βρέφος με ποικίλες μορφές, άλλοτε όμοιος με ζωηρό κούρο,
του οποίου το πρόσωπο είχε μόλις μαυρίσει από τα νεοανθισμένα γένια.
Αλλοτε όμοιος με λιοντάρι που επιτίθονταν
με φοβερή οργή έβγαζε φρικτό βρυχηθμό από το λαιμό του,
όρθωνε τον αυχένα του, που το σκίαζε πυκνή χαίτη, ενώ στη δασύτριχη ράχη του αμφιταλαντευόταν η ουρά, χτυπώντας το σώμα σαν αυτόματο μαστίγιο.
Έπειτα, παρατώντας το λιονταρίσιο ομοίωμα του προσώπου,
χλιμίντριζε όμοια με άλογο περήφανο, ανυπότακτο,
που του υποτάσσουν το γαύρο δόντι στο χαλινάρι και γεμίζει με λευκούς αφρούς το σαγόνι του, καθώς τρίβεται με το λουρί. Αλλοτε χύνοντας δυνατό σφύριγμα από τα σαγόνια, σα δράκοντας με κέρατα καλυμμένος με φολίδες, κινούνταν, προβάλλοντας τη γλώσσα του από το ανοιχτό του στόμα και πηδούσε πάνω στο βλοσυρό κεφάλι του Τιτάνα τυλίγοντας με το περίπλοκο φιδίσιο σχοινί τον αυχένα. Και αφήνοντας το αεικίνητο κορμί, που έρπει, γινόταν τίγρης, με κατάστικτο το δέρμα. Αλλοτε όμοιος με ταύρο, βγάζοντας ψεύτικο μούγκρισμα από το στόμα,
τρυπούσε τους Τιτάνες με μυτερά κέρατα. Και με την ψυχή του μπροστά ορμούσε, μέχρι που ακούστηκε τρομαχτικό μούγκρισ|αα από το φθονερό λαιμό της Ήρας, της οργισμένης μητριάς και έκαναν πάταγο με ουράνιο ήχο, ισοδύναμο της θξάς, οι Ολύμπιες πύλες και ο θρασύς ταύρος κούρνιασε. Με διαδοχικές μαχαιριές κομμάτιασαν με το μαχαίρι τον ταυρόμορφο Διονυσο….
συνεχίζετε ....
4 Φεβρουαρίου 2011
Ἀϊδωνεύς· ὁ θεός.
Ψάχνοντας και ετυμολογικά την λέξη ΑΔΩΝΗΣ, ΑΔΩ κλπ
Οι παρακάτω αναφορές είναι κατατοπιστικότατες. ΑΔΩ = ψάλλω, μέλπω, μελωδώ, τραγουδώ, κελαηδώ, κράζω, βουίζω, εξυμνώ, ανυμνώ, γλυκοτραγουδώ, εγκωμιάζω, ευλογώ, υμνώ, ψαλμωδώ, ψέλνω
Ο Άδωνης είναι κάποιος συνεπώς που τον τραγουδούν, εξυμνούν, εγκωμιάζουν ή τραγουδά, εξυμνεί, εγκωμιάζει και ο ίδιος
ΑΔΩΝ είναι το αηδόνι αλλά και ο αοιδός ο ενωδώς ή ο ω-δός
ΑΔΩΝΙΑΖΩ τελώ τις γιορτές προς τιμή του Άδωνη
ΑΔΩΝΙΣΜΟΣ ὁ ἐπὶ τῷ Ἀδώνιδι θρῆνος
ΑΔΩΝΙΗΣ όμως και το χελιδόνι αλλά και η θριδακίνη ( το μαρούλι )
ΑΔΩΝΙΟΝ τὸ παρὰ τοῖς Λάκωσιν αὐληθὲν ἐμβατήριον, ὅπερ
ὕστερον παρὰ Λεσβίοις ὠνομάσθηΑΔΩΝΙΣ όμως και ἰχθὺς θαλάσσιος p οὗ μνημονεύει Κλέαρχος (fr. 73 M).
ἢ δεσπότας, ὑπὸ Φοινίκων. καὶ βόλου ὄνομα. ἔστι δὲ καὶ κύριον
όπου βόλος = ριξιά διχτιού, ψαριά, αλίευμα, δίχτυ, παγίδα, δισκοβολία, βόλι.
<Ἀδωνίτης>· ἔριφος δηλαδή το κατσίκι ή το κατσικάκι
<Ἀδώνιδος κῆποι>· ἐν τοῖς Ἀδωνίοις εἴδωλα ἐξάγουσιν καὶ
κήπους ἐπ' ὀστράκων καὶ παντοδαπὴν ὀπώραν, οἷον ἐκ
μαράθρων καὶ θριδάκων παρασκευάζουσιν αὐτῷ τοὺς κήπους·
καὶ γὰρ ἐν θριδακίναις αὐτὸν κατακλινθῆναι ὑπὸ Ἀφροδίτης
φασίν (Plat. Phaedr. 276 b?)
Μέρος της τελετής του Άδωνη όπου οι γυναίκες που τον πενθούσαν φύτευαν μέσα σε πήλινα όστρακα ή πιάτα με μαραθα ή μαρούλια – βλέπε κάτι ανάλογο με τις φακές ή τα φασόλια που ετοιμάζαμε για εργασίες στο δημοτικό μέσα σε μικρά κεσεδάκια για να παρατηρήσουμε την ανάπτυξη των. Εορτασμός της πρώιμης άνοιξης και του πρασινίσματος της φύσης.
ἀδῶ>· ἀρέσκω
<Ἄδωνα>· τὸν Ἄδωνιν
<Ἀδωναῖος>· Ποσειδῶν. καὶ βόλος. [*ἢ ὑπὸ τὸν ᾅδην]
Ἀδδώ:> ὄνομα κύριον. <ᾌδω> δὲ ῥῆμα, δοτικῇ.
<Ἀδωναΐ:> Ἑβραϊστί Κύριος
<Ἀδωναῖος:> ὑπὸ τὸν ᾅδην.
<Ἀδώνειοι καρποί:> λέγονται οἱ μετέωροι κῆποι. (βλέπε και κρεμαστοί κήποι πχ. Βαβυλώνας-Σεμιράμιδος κλπ)
<Ἀδωνία:> συνεσταλμένως. Ἀδωνίαν ἄγομεν καὶ τὸν Ἄδωνιν
κλάομεν. Φερεκράτης. καλοῦσι δὲ καὶ τὸ εἴδωλον τοῦ Ἀδώνιδος
οὕτως Ἀδώνιον. καὶ <Ἀδωνίδειος καρπὸς,> τοῦ Ἀδώνιδος.
<Ἄδωνις, Ἀδώνιδος:> ὄνομα κύριον. καὶ πένθος ἦν ἱερόν,
οἷον ἐν Λιβάνῳ τὸ ἐπ' Ἀδώνιδι καὶ Βύβλῳ.
<Ἀδώνιδος κῆποι:> ἐκ θριδάκων καὶ μαράθρων, ἅπερ κατέσπει-
ρον ἐν ὀστράκοις. χρῶνται δ' ἐπὶ τῶν ἐπιπολαίων καὶ κούφων τῇ
παροιμίᾳ.
<Ἀδώνιδος κῆποι:> ἐπὶ τῶν ἀώρων καὶ ὀλιγοχρονίων
καὶ μὴ ἐρριζωμένων. (οι κήποι οι άκαιροι οι πρόωροι, άγουροι, αγίνωτοι, αμέστωτοι που δεν ριζώνουν και διαρκούν για λίγο)
<Ἄδων τὴν σπιθαμὴν τοῦ βίου πρὸς ἄνηθον:> ἐπὶ τῶν
γλίσχρων καὶ μικροψύχων.(προς την μιζέρια και την μικροψυχία)Στον Ορφικό ύμνο του Άδωνη μερικά από τα επίθετα που τον χαρακτηρίζουν είναι το Ερνος Ερωτος = βλαστάρι, βλαστός, παιδί, γέννημα, γόνος έρωτα
Δίκερος όπως και η Περσεφόνη που χαρακτηρίζετε Kερόεσσα - με κέρατα – καθώς είναι σεληνιακές θεότητες, όπως και το Κερασφόρος, Κερατίας, Κερατοφυής, δεν είναι παρά επίθετο του ΔΙΟΝΥΣΟΥ υιού της Σεμέλης/Σουμέλας κλπ
Όμοια όπως και στον Άδωνη δίδετε το επίθετο του ΕΥΒΟΥΛΕΑ δίδεται και στον Διόνυσο όπως και στην Περσεφόνη και την Δήμητρα.
Όπως η Αφροδίτη τον μοιράζετε με την Περσεφόνη-κατά μια παράδοση, είναι σαν να λαμβάνει τη θέση της Περσεφόνης στον μύθο της Δήμητρας και της Κόρης, όπου εκεί η μητέρα μοιράζετε την Κόρη με τον Αδη- Πλούτο-Πλουτωνα.
Ο ύμνος όμως μας δίνει μερικά ακόμα αξιοπερίεργα στοιχεία. Κούρο και Κόρη τον ονομάζει τον Άδωνη. Διπλή ιδιότητα Αγοριού και Κοριτσιού (αρσενικής και θηλυκής φύσης, δηλ. δί-φυλλο ή ερμαφρόδιτο (Ερμής + Αφροδίτη) ή ανδρόγυνο.
Όμως από την Θεογονία του Ησιόδου, όπως και σε κείμενα του Τατιανού ο Α(ι)δωνεύς αρπάζει την Περσεφόνη την Λευκωλενο, από την μητέρα της. !!!
Hesiodus Epic., Theogonia
Line 913
..ἣ τέκε Περσεφόνην λευκώλενον, ἣν Ἀιδωνεὺς
ἥρπασεν ἧς παρὰ μητρός, ἔδωκε δὲ μητίετα Ζεύς.
Line 913
..ἣ τέκε Περσεφόνην λευκώλενον, ἣν Ἀιδωνεὺς
ἥρπασεν ἧς παρὰ μητρός, ἔδωκε δὲ μητίετα Ζεύς.
Tatianus Apol., Oratio ad Graecos
Chapter 8, section 4, line 3
μαρτυρήσει μοι νῦν Ἐλευσὶς καὶ δράκων ὁ μυστικὸς καὶ Ὀρφεὺς
ὁ <θύρας δ' ἐπίθεσθε βεβήλοις> λέγων. Ἀϊδωνεὺς ἁρπάζει τὴν
Κόρην, καὶ αἱ πράξεις αὐτοῦ γεγόνασι μυστήρια· κλαίει Δη-
μήτηρ τὴν θυγατέρα, καί τινες ἀπατῶνται διὰ τοὺς Ἀθηναίους.
Chapter 8, section 4, line 3
μαρτυρήσει μοι νῦν Ἐλευσὶς καὶ δράκων ὁ μυστικὸς καὶ Ὀρφεὺς
ὁ <θύρας δ' ἐπίθεσθε βεβήλοις> λέγων. Ἀϊδωνεὺς ἁρπάζει τὴν
Κόρην, καὶ αἱ πράξεις αὐτοῦ γεγόνασι μυστήρια· κλαίει Δη-
μήτηρ τὴν θυγατέρα, καί τινες ἀπατῶνται διὰ τοὺς Ἀθηναίους.
Στους μύθους του Άδωνη έχει αντιστραφεί η ιστορία και η Περσεφόνη είναι αυτή που αρπάζει τον Άδωνη από την Αφροδίτη.
Όμως ας μην ξεχνάμε ότι έχουν προταθεί πολλές εκδοχές για την ετυμολογία του ονόματος του Διονύσου. Μια απ΄ αυτές μιλά και τον "Δία της Νύσσας".
Η Νύσσα ήταν πόλη της Αιγύπτου αλλά επίσης τοποθετείται και σε άλλα μέρη όπως στην Σικελία (θα υπάρξει σχετικό σχόλιο)
Κατά τον ομηρικό ύμνο, στη Νύσσα ήταν που ο Πλουτωνας άρπαξε την Περσεφόνη
Ο Άδωνης μπορεί κάλλιστα να είναι μια άλλη μορφή του ονόματος του ΑΔΗ – ΑϊΔΗ- Α(ι)δωνεύς – Αηδονέα ή Αιδωνέα.
Aelius Herodianus et Pseudo-Herodianus Gramm., Rhet., Partitiones (= Ἐπιμερισμοί) [Sp.?] (e codd. Paris. 2543 + 2570)
Page 184, line 16
Τὰ δὲ μὴ παρὰ τὸ ἀεὶ, διὰ τοῦ ἰῶτα γράφονται· οἷον·
ἀΐδιος· ἀΐδηλος, ὁ ἀφανής· Ἀϊδωνεὺς, ὁ Ἅιδης· Ἀΐδης
Page 184, line 16
Τὰ δὲ μὴ παρὰ τὸ ἀεὶ, διὰ τοῦ ἰῶτα γράφονται· οἷον·
ἀΐδιος· ἀΐδηλος, ὁ ἀφανής· Ἀϊδωνεὺς, ὁ Ἅιδης· Ἀΐδης
Philoxenus Gramm., Fragmenta
Fragment 418*, line 4
<Ἀϊδνός>· εἴδω, τὸ βλέπω ἢ φαίνω, ῥηματικὸν
ὄνομα ἰδνὸς καὶ μετὰ τοῦ στερητικοῦ α ἀϊδνός, ὡς στίλβω στιλπνός·
ἐξ οὗ καὶ Ἀϊδωνεύς, ὁ Ἅιδης, εἰς ὃν οὐκ ἔστιν ἰδεῖν.
Fragment 418*, line 4
<Ἀϊδνός>· εἴδω, τὸ βλέπω ἢ φαίνω, ῥηματικὸν
ὄνομα ἰδνὸς καὶ μετὰ τοῦ στερητικοῦ α ἀϊδνός, ὡς στίλβω στιλπνός·
ἐξ οὗ καὶ Ἀϊδωνεύς, ὁ Ἅιδης, εἰς ὃν οὐκ ἔστιν ἰδεῖν.
Ιδιότητες που αποδίδονται και στον Άδωνη που εξαφανίζεται και χάνεται
Eustathius Philol., Scr. Eccl., Commentarii ad Homeri Iliadem
Volume 1, page 27, line 4
διὸ
καὶ Ἀΐδης λέγεται ὁ αὐτὸς καὶ Ἀϊδωνεύς· ὡς δέ τινές φασι καὶ ᾍδης κατὰ
συναίρεσιν τοῦ Ἀΐδης.
Volume 1, page 27, line 4
διὸ
καὶ Ἀΐδης λέγεται ὁ αὐτὸς καὶ Ἀϊδωνεύς· ὡς δέ τινές φασι καὶ ᾍδης κατὰ
συναίρεσιν τοῦ Ἀΐδης.
Όπως προκύπτει από συναίρεσιν από το Αϊδης το Άδης όμοια από το Αϊδωνεύς μπορούμε να φτάσουμε στο Αδωνεύς – Αδων
Hesychius Lexicogr., Lexicon (Α – Ο)
Alphabetic letter alpha, entry 1802, line 1
*<Ἀϊδωνέος>· τοῦ ᾅδου A(b)
<Ἀϊδωνεύς>· ὁ θεός.
Alphabetic letter alpha, entry 1802, line 1
*<Ἀϊδωνέος>· τοῦ ᾅδου A(b)
<Ἀϊδωνεύς>· ὁ θεός.
*<Ἀϊδωνέος>· τοῦ ᾅδου A(b)
<Ἀϊδωνεύς>· ὁ θεός. καὶ ὁ τόπος (Υ 61)
*<Ἀϊδωνῆϊ>· τῷ ᾅδῃ (Ε 190) Ab
*<Ἀϊδώνια>· θανάσιμα gA
Hesychius Lexicogr., Lexicon (Α – Ο)
Alphabetic letter kappa, entry 531, line 1
<Καλύδναι>· νῆσοι πλησίον Ῥόδου (Β 677)
†<καλυδναῖον>· ἀρχαῖον, παλαιόν
†<καλυδναῖος>· Ἀϊδωνεύς.
Scholia In Hesiodum, Scholia in theogoniam (scholia vetera)
Verse 913b, line 1
X⟧
<ἣν Ἀϊδωνεύς:> τοῦτο περὶ τῆς σήψεως τῶν σπερ-
μάτων λέγει ὅτι ἐὰν μὴ κάτω ἀποθάνῃ, ἄνω οὐ ζωογο-
νεῖται.
Verse 913b, line 1
X⟧
<ἣν Ἀϊδωνεύς:> τοῦτο περὶ τῆς σήψεως τῶν σπερ-
μάτων λέγει ὅτι ἐὰν μὴ κάτω ἀποθάνῃ, ἄνω οὐ ζωογο-
νεῖται.
Όμως στον Πρόκλο, Σχόλια στον Κρατύλο, 163, 2
ὁ δὲ τρίτος τριαδικῶς
Ζεύς τε καταχθόνιος καὶ Πλούτων καὶ Ἅιδης.
Όμως όλα τα παραπάνω δεν τελειώνουν έτσι απλά … οι χθόνιες λατρείες είναι διαδεδομένες και δεν γίνονται παρά προσπάθειες να ερμηνευθούν, να βρούμε το «Κλειδί» που θα μας δώσει την πρόσβαση στο ποιον θεό λάτρευαν οι πρόγονοι μας καθώς οι ιδιότητες και τα επίθετα είναι κοινά, οι ιστορίες έχουν απίστευτες ομοιότητες και απίστευτες «ανταλλαγές» ρόλων μεταξύ θηλυκών και αρσενικών θεοτήτων.
Συνεχίζετε
27 Ιανουαρίου 2011
Ἀδώνιδος, θυμίαμα ἀρώματα
O Αδωνης δεν μπορούσε καθώς υπάρχουν τουλάχιστον 4 εκδοχές για την ιστορία του να μην περάσει και στην λογοτεχνία ή στους ύμνους.
Ακολουθούν οι ορφικοί ύμνοι Αφροδίτης και Αδώνιδος
Ακολουθούν οι ορφικοί ύμνοι Αφροδίτης και Αδώνιδος
Εἰς Ἀφροδίτην
Οὐρανία, πολύυμνε, φιλομμειδὴς Ἀφροδίτη,
ποντογενής, γενέτειρα θεά, φιλοπάννυχε, σεμνή,
νυκτερία ζεύκτειρα, δολοπλόκε μῆτερ Ἀνάγκης
πάντα γὰρ ἐκ σέθεν ἐστίν, ὑπεζεύξω δέ <τε> κόσμον
καὶ κρατέεις τρισσῶν μοιρῶν, γεννᾶις δὲ τὰ πάντα,
ὅσσα τ' ἐν οὐρανῷ ἐστι καὶ ἐν γαίῃ πολυκάρπῳ
ἐν πόντου τε βυθῷ τε, σεμνὴ Βάκχοιο πάρεδρε,
τερπομένη θαλίαισι, γαμοστόλε μῆτερ Ἐρώτων,
Πειθοῖ λεκτροχαρής, κρυφία, χαριδῶτι,
φαινομένη, τ' ἀφανής, ἐρατοπλόκαμ', εὐπατέρεια,
νυμφιδία σύνδαιτι θεῶν, σκηπτοῦχε, λύκαινα,
γεννοδότειρα, φίλανδρε, ποθεινοτάτη, βιοδῶτι,
ἡ ζεύξασα βροτοὺς ἀχαλινώτοισιν ἀνάγκαις
καὶ θηρῶν πολὺ φῦλον ἐρωτομανῶν ὑπὸ φίλτρων·
ἔρχεο, Κυπρογενὲς θεῖον γένος, εἴτ' ἐν' Ὀλύμπῳ
ἐσσί, θεὰ βασίλεια, καλῶι γήθουσα προσώπῳ,
εἴτε καὶ εὐλιβάνου Συρίης ἕδος ἀμφιπολεύεις,
εἴτε σύ γ' ἐν πεδίοισι σὺν ἅρμασι χρυσεοτεύκτοις
Αἰγύπτου κατέχεις ἱερῆς γονιμώδεα λουτρά,
ἢ καὶ κυκνείοισιν ὄχοις ἐπὶ πόντιον οἶδμα
ἐρχομένη χαίρεις κητῶν κυκλίαισι χορείαις,
ἢ νύμφαις τέρπῃ κυανώπισιν ἐν χθονὶ Δίῃ
θῖνας ἐπ' αἰγιαλοῖς ψαμμώδεσιν ἅλματι κούφῳ·
εἴτ' ἐν Κύπρωι, ἄνασσα, τροφῶι σέο, ἔνθα καλαί τε
παρθένοι ἄδμηται νύμφαι τ' ἀνὰ πάντ' ἐνιαυτὸν
ὑμνοῦσιν, σέ, μάκαιρα, καὶ ἄμβροτον ἁγνὸν Ἄδωνιν.
ἐλθέ, μάκαιρα θεά μάλ' ἐπήρατον εἶδος ἔχουσα·
ψυχῇ γάρ σε καλῶ σεμνῇ ἁγνοῖσι λόγοισιν.
Οὐρανία, πολύυμνε, φιλομμειδὴς Ἀφροδίτη,
ποντογενής, γενέτειρα θεά, φιλοπάννυχε, σεμνή,
νυκτερία ζεύκτειρα, δολοπλόκε μῆτερ Ἀνάγκης
πάντα γὰρ ἐκ σέθεν ἐστίν, ὑπεζεύξω δέ <τε> κόσμον
καὶ κρατέεις τρισσῶν μοιρῶν, γεννᾶις δὲ τὰ πάντα,
ὅσσα τ' ἐν οὐρανῷ ἐστι καὶ ἐν γαίῃ πολυκάρπῳ
ἐν πόντου τε βυθῷ τε, σεμνὴ Βάκχοιο πάρεδρε,
τερπομένη θαλίαισι, γαμοστόλε μῆτερ Ἐρώτων,
Πειθοῖ λεκτροχαρής, κρυφία, χαριδῶτι,
φαινομένη, τ' ἀφανής, ἐρατοπλόκαμ', εὐπατέρεια,
νυμφιδία σύνδαιτι θεῶν, σκηπτοῦχε, λύκαινα,
γεννοδότειρα, φίλανδρε, ποθεινοτάτη, βιοδῶτι,
ἡ ζεύξασα βροτοὺς ἀχαλινώτοισιν ἀνάγκαις
καὶ θηρῶν πολὺ φῦλον ἐρωτομανῶν ὑπὸ φίλτρων·
ἔρχεο, Κυπρογενὲς θεῖον γένος, εἴτ' ἐν' Ὀλύμπῳ
ἐσσί, θεὰ βασίλεια, καλῶι γήθουσα προσώπῳ,
εἴτε καὶ εὐλιβάνου Συρίης ἕδος ἀμφιπολεύεις,
εἴτε σύ γ' ἐν πεδίοισι σὺν ἅρμασι χρυσεοτεύκτοις
Αἰγύπτου κατέχεις ἱερῆς γονιμώδεα λουτρά,
ἢ καὶ κυκνείοισιν ὄχοις ἐπὶ πόντιον οἶδμα
ἐρχομένη χαίρεις κητῶν κυκλίαισι χορείαις,
ἢ νύμφαις τέρπῃ κυανώπισιν ἐν χθονὶ Δίῃ
θῖνας ἐπ' αἰγιαλοῖς ψαμμώδεσιν ἅλματι κούφῳ·
εἴτ' ἐν Κύπρωι, ἄνασσα, τροφῶι σέο, ἔνθα καλαί τε
παρθένοι ἄδμηται νύμφαι τ' ἀνὰ πάντ' ἐνιαυτὸν
ὑμνοῦσιν, σέ, μάκαιρα, καὶ ἄμβροτον ἁγνὸν Ἄδωνιν.
ἐλθέ, μάκαιρα θεά μάλ' ἐπήρατον εἶδος ἔχουσα·
ψυχῇ γάρ σε καλῶ σεμνῇ ἁγνοῖσι λόγοισιν.
(55) LV. Εις ΑΦΡΟΔΙΤΗΝ ύμνος
Τη επουράνια Αφροδίτη, περίφημη,
πού σκορπίζεις μειδιάματα,
γεννημένη στή θάλασσα, θεά μητέρα,
πού αγαπάς τις ολονύκτιες διασκεδάσεις, σεβαστή,
νυκτερινή, πού συζευγνύεις (ενώνεις) τούς ανθρώπους εις γάμον,
πού πλέκεις δόλους (δόλια σχέδια), ώ μητέρα τής ανάγκης·
διότι τά πάντα προέρχονται από σένα,
και ζεύχθηκες τόν κόσμον και κυριαρχείς σέ τρία μερίδια·
και γεννάς τά πάντα, όσα ευρίσκονται εις τον ουρανόν
και όσα στην εύφορη γή και όσα στόν βυθό τής θαλάσσης,
σεβαστή συμπαρακαθήμενη τοϋ Βάκχου,
πού τέρπεσαι στά συμπόσια και παρασκευάζεις τούς γάμους,
ώ μητέρα τών ερώτων.
πού χαίρεσαι στά κρεββάτια μέ την πειθώ και ενεργείς στα κρυφά,
βασίλισσα πού δίδεις χαρά,
πού φαίνεσαι, αλλά και δεν φαίνεσαι,
πού έχεις μέ αξιέραστες πλεξούδες τυλιγμένα τα μαλλιά σου
και κατάγεσαι άπό καλόν πατέρα, προστάτισσα τών νυμφών,
σύνδειπνε, σκηπτροφόρε τών θεών, λύκαινα-
συ πού δίδεις απογόνους, φίλη των ανδρών, περιπόθητη,
πού παρέχεις τήν ζωήν
σύ πού έζευξες τους ανθρώπους και τό μεγάλο πλήθος τών ζώων
μέ αχαλίνωτες ανάγκες άπό ερωτομανή φίλτρα έλα,
ώ θεϊκέ γόνε πού έγεννήθης στην Κύπρο, ώ θεά βασίλισσα,
έλα χαρούμενη μέ ωραίον πρόσωπον,
είτε ευρίσκεσαι στόν "Ολυμπον είτε υπηρετείς εις τόν ναόν τής Συρίας,
πού παράγει πολύ λιβάνι,
είτε σύ εις τάς πεδιάδας μέ άρματα κατασκευασμένα από χρυσό
κατέχεις τά γόνιμα λουτρά τής ιεράς Αιγύπτου,
ή και επάνω σέ κυανά οχήματα διερχόμενη τό θαλάσσιον κύμα
χαίρεσαι μέ τούς κυκλικούς χορούς των υδροβίων ζώων
ή τέρπεσαι μέ τις μαυρομμάτες νύμφες εις τήν Δίαν,
πηδώσα μανιακά μέ ελαφρά πηδήματα στις αμμώδεις ακρογιαλιές·
Είτε, ώ βασίλισσα, ευρίσκεσαι εις τήν Κύπρον, τήν τροφόν σου·
όπου ωραίες παρθένες άγαμες και νύμφες σέ υμνούν καθ' όλον τόν χρόνον,
υμνούν έσέ, ώ μακαρία, κα'ι τόν άθάνατον άγνόν "Αδωνιν.
έλα, μακαρία θεά, και να έχης πολύ άξιέραστο πρόσωπον
διότι εσένα προσκαλώ με άγια λόγια σεμνής ψυχής.
(Είναι φανερό ότι οι τελευταίοι στίχοι πού ομιλούν εις τον "Υμνον τής Αφροδίτης περί Συρίας και Αιγύπτου έχουν παρεμβληθή (προστεθή) εις μεταγενεστέραν έποχήν, όταν ή λατρεία τής Αφροδίτης, είχεν μεταδοθή άπό τόν Χώρον τού Αιγαίου και εις τάς χώρας αύτάς, αί όποίαι, όταν εγράφησαν οί "Υμνοι — πρό τού 2.000 π.Χ. — είχαν κυριολεκτικώς μεσάνυχτα από τάς μυστηριακός τελετάς πού αναφέρονται εις τούς "Υμνους).
Ἀδώνιδος, θυμίαμα ἀρώματα
Κλῦθί μου εὐχομένου, πολυώνυμε, δαῖμον ἄριστε,
ἁβροκόμη, φιλέρημε, βρύων ὠιδαῖσι ποθειναῖς,
Εὐβουλεῦ, πολύμορφε, τροφεῦ πάντων ἀρίδηλε,
κούρη καὶ κόρε, σὺ πᾶσιν θάλος αἰέν, Ἄδωνι,
σβεννύμενε λάμπων τε καλαῖς ἐν κυκλάσιν ὥραις,
αὐξιθαλής, δίκερως, πολυήρατε, δακρυότιμε,
ἀγλαόμορφε, κυναγεσίοις χαίρων, βαθυχαῖτα,
ἱμερόνους, Κύπριδος γλυκερὸν θάλος, ἔρνος Ἔρωτος,
Φερσεφόνης ἐρασιπλοκάμου λέκτροισι λοχευθεῖς,
ὃς ποτὲ μὲν ναίεις ὑπὸ Τάρταρον ἠερόεντα,
ἠδὲ πάλιν πρὸς Ὄλυμπον ἄγεις δέμας ὡριόκαρπον·
ἐλθέ, μάκαρ, μύσταισι φέρων καρποὺς ἀπὸ γαίης
Κλῦθί μου εὐχομένου, πολυώνυμε, δαῖμον ἄριστε,
ἁβροκόμη, φιλέρημε, βρύων ὠιδαῖσι ποθειναῖς,
Εὐβουλεῦ, πολύμορφε, τροφεῦ πάντων ἀρίδηλε,
κούρη καὶ κόρε, σὺ πᾶσιν θάλος αἰέν, Ἄδωνι,
σβεννύμενε λάμπων τε καλαῖς ἐν κυκλάσιν ὥραις,
αὐξιθαλής, δίκερως, πολυήρατε, δακρυότιμε,
ἀγλαόμορφε, κυναγεσίοις χαίρων, βαθυχαῖτα,
ἱμερόνους, Κύπριδος γλυκερὸν θάλος, ἔρνος Ἔρωτος,
Φερσεφόνης ἐρασιπλοκάμου λέκτροισι λοχευθεῖς,
ὃς ποτὲ μὲν ναίεις ὑπὸ Τάρταρον ἠερόεντα,
ἠδὲ πάλιν πρὸς Ὄλυμπον ἄγεις δέμας ὡριόκαρπον·
ἐλθέ, μάκαρ, μύσταισι φέρων καρποὺς ἀπὸ γαίης
(56) LVI. ΑΔΩΝΙΔΟΣ θυμίαμα, αρώματα
"Άκουσε την προσευχή μου,
ώ ένδοξε, άριστε θεέ, μέ την κομψήν κόμην,
φίλε τής ερημιάς (τής μοναξιάς),
πού είσαι γεμάτος από περιπόθητους καρπούς,
ώ Εύβουλέα μέ τις πολλές μορφές,
φανερέ ανατροφέα τών πάντων,
πού είσαι κόρη και παιδί (θηλυκός και αρσενικός)·
ώ "Άδωνη,
εις όλα είσαι πάντοτε τό ωραίον βλαστάρι,
σβήνεις και λάμπεις σέ ωραίες κυκλικές εποχές
- βοηθείς εις την αύξησιν τών καρπών,
έχεις δύο κέρατα, είσαι πολυέραστος (πολ, αγαπητός),
σε τιμούν με δάκρυα, έχεις μορφήν πού λάμπει
χαίρεσαι στό κυνήγι, έχεις πυκνά και μακρά μαλλιά (κόμην)·
έχεις αξιέραστη ψυχή, είσαι τό γλυκύ τέκνον τής Κύπριδος βλαστάρι τού έρωτος-
και γεννήθηκες στα κρεβάτια τής Περσεφόνης μέ τά έπέραστο πλοκάμια-
συ άλλοτε μεν κατοικείς κάτω από τόν σκοτεινόν Τάρταρον
και άλλοτε αντιθέτως οδηγείς (φέρεις) τό σώμα σου,
όταν ωριμάσει στόν καιρό του, προς τόν "Ολυμπον.
έλα, ώ μακάριε, και φέρε εις τούς μύστας καρπούς από τήν γήν.
ακολουθούν ένα απόσπασμα απο τα ειδύλλια του ΘΕΟΚΡΙΤΟΥ που αναφέρετε στα Αηδώνια μυστήρια.
XV. ΣΥΡΑΚΟΥΣΙΑΙ Ἢ ΑΔΩΝΙΑΖΟΥΣΑΙ
ΓΟΡΓΩ
|
ΓΟΡΓΩ
|
Σίγα, Πραξινόα· μέλλει τὸν Ἄδωνιν ἀείδειν
ἁ τᾶς Ἀργείας θυγάτηρ, πολύϊδρις ἀοιδός, ἅτις καὶ πέρυσιν, τὸν ἰάλεμον, ἀρίστευσε. Φθεγξεῖται τι, σάφ᾽ οἶδα, καλόν· διαθρύπτεται ἤδη. |
Σώπαινε πια· τον Άδωνι θα τραγουδήση τώρα
η τραγουδίστρα η ξακουστή, η κόρη της Αργείας, εκείνη που την βράβεψαν πέρσι στο μυρολόγι. Κάτι καλό θε να μας 'πη· νά, τη φωνή ακονίζει. |
ΓΥΝΗ ΑΟΙΔΟΣ
|
ΓΥΝΗ ΑΟΙΔΟΣ
|
“Δέσποιν᾽, ἃ Γολγώς τε καὶ Ἰδάλιον ἐφίλασας,
αἰπεινόν τ᾽ Ἔρυκα, χρυσῷ παίζοισ᾽ Ἀφροδίτα, οἷόν τοι τὸν Ἄδωνιν ἀπ᾽ ἀενάω Ἀχέροντος μηνὶ δυωδεκάτῳ μαλακαίποδες ἄγαγον Ὧραι. Βάρδισται Μακάρων, Ὧραι φίλαι, ἀλλὰ ποθειναὶ |
Κυρά, που στους Γολγούς ποθείς και στο Ιδάλιον όρος
και στον ψηλό τον Έρυκα να παίζης, Αφροδίτη· πάντοτ' αλαφροπάτητες, σου φέρνουν κάθε χρόνο, μέσ' από τον Αχέροντα, τον Άδωνι σου οι Ώρες· αυτές οι πιο αργοκίνητες από τους αθανάτους, |
ἔρχονται πάντεσσι βροτοῖς αἰεί τι φέροισαι.
|
που φέρνουν σ' όλους τους θνητούς κάτι καλό όταν έρθουν.
|
Κύπρι Διωναία, τὺ μὲν ἀθανάταν ἀπὸ θνατᾶς,
ἀνθρώπων ὡς μῦθος, ἐποίησας Βερενίκαν, ἀμβροσίαν ἐς στῆθος ἀποστάξασα γυναικός· τὶν δὲ χαριζομένα, πολυώνυμε καὶ πολύναε, |
Της Διώνης θυγατέρα εσύ, πεντάμορφη Αφροδίτη,
τη Βερενίκη από θνητήν αθάνατη έχεις κάνει, σταλάζοντας στα στήθη της τη θεϊκή αμβροσία· κ' η Αρσινόη η κόρη της, ωραία σαν την Ελένη, |
ἁ Βερενικεία θυγάτηρ, Ἑλένᾳ εἰκυῖα
Ἀρσινόα πάντεσσι καλοῖς ἀτιτάλλει Ἄδωνιν. |
για χάρη σου, ω ξακουστή και πολυλατρευμένη,
πλούσια, μεγαλόπρεπα τον Άδωνι γιορτάζει. |
Πὰρ μέν οἱ ὥρια κεῖται, ὅσα δρυὸς ἄκρα φέρονται,
πὰρ δ᾽ ἁπαλοὶ κᾶποι πεφυλαγμένοι ἐν ταλαρίσκοις ἀργυρέοις, Συρίω δὲ μύρω χρύσει᾽ ἀλάβαστρα. |
Ολόγυρα του απλώνονται όλ' οι καρποί των δένδρων
κι άνθη πανώρηα, δροσερά μέσ' σ' αργυρά καλάθια και σε λαγήνια ολόχρυσα μύρ' από τη Συρία. |
Εἴδατά θ᾽ ὅσσα γυναῖκες ἐπὶ πλαθάνῳ πονέονται,
ἄνθεα μίσγοισαι λευκῷ παντοῖ᾽ ἁμ᾽ ἀλεύρῳ, ὅσσα τ᾽ ἀπὸ γλυκερῶ μέλιτος τά τ᾽ ἐν ὑγρῷ ἐλαίῳ, πάντ᾽ αὐτῷ πετεηνὰ καὶ ἑρπετὰ τεῖδε πάρεστιν. |
Ολόγυρα του λιχουδιές που πλάθουν οι γυναίκες
με τέχνη ανακατεύοντας λουλούδια κι άσπρο αλεύρι κι άλλα από μέλι γλυκερό κι από καθάρειο λάδι· κάθε λογής πετούμενα και σερπετά κοντά του. |
Χλωραὶ δὲ σκιάδες, μαλακῷ βρίθοντες ἀνήθῳ,
|
Το δροσερό γλυκάνισο κιόσκια ανθηρά έχει πλέξει·
|
δέδμανθ᾽· οἱ δέ τε κῶροι ὑπερπωτῶνται Ἔρωτες,
οἷοι ἀηδονιδῆες ἀεξομένων ἐπὶ δένδρων πωτῶνται, πτερύγων πειρώμενοι, ὄζον ἀπ᾽ ὄζω. |
νιογέννητοι έρωτες δειλά τριγύρω φτερουγίζουν,
σαν τ' αηδονάκια τα μικρά, που αρχίζουν να πετάνε και δοκιμάζουν τα φτερά κλωνάρι σε κλωνάρι. |
Ὤ ἔβενος, ὢ χρυσός, ὤ ἐκ λευκῶ ἐλέφαντος
αἰετώ, οἰνοχὄον Κρονίδᾳ Διὶ παῖδα φέροντες. |
Για ιδές χρυσάφια κ' έβενους κι αϊτούς ελεφαντένιους
που φέρνουν στις φτερούγες των τον κεραστή του Δία· |
Πορφύρεοι δὲ τάπητες ἄνω (“μαλακώτεροι ὕπνω”,
ἁ Μίλατος ἐρεῖ, χὠ τὰν Σαμίαν καταβόσκων), ἔστρωται κλίνα τῷ Ἀδώνιδι τῷ καλῷ ἄλλα”· τὰν μὲν Κύπρις ἔχει, τὰν δ᾽ ὁ ῥοδόπαχυς Ἄδωνις, ὀκτωκαιδεκέτης ἢ έννεακαίδεχ᾽ ὁ γαμβρός. |
για ιδές κι απάνω τι χαλιά πιο μαλακά απ' τον ύπνο.
Τώρα θα πη κ' η Μίλητος, τώρα θα 'πη η Σάμος: «Για το χατήρι του Άδωνι στρώθηκαν δυό κρεββάτια.» Στώνα πλαγιάζει ο Άδωνις και στάλλο η Αφροδίτη. |
Οὐ κεντεῖ τὸ φίλαμ᾽· ἔτι οἱ πέρι χείλεα πυρρά.
|
Μα δεν κεντούν το φίλημα τ' αχνούδωτά του χείλια.
|
Νῦν μὰν Κύπρις ἔχοισα τὸν αὑτᾶς χαιρέτω ἄνδρα·
ἀῶθεν δ᾽ ἄμμες νιν ἅμα δρόσῳ ἀθρόαι ἔξω οἰσεῦμες ποτὶ κύματ᾽ ἐπ᾽ ἀιόνι πτύοντα, λύσασαι δὲ κόμαν καὶ ἐπὶ σφυρὰ κόλπον ἀνεῖσαι, |
Ας χαίρεται τον άντρα της η Αφροδίτη τώρα·
κ' εμείς ας τόνε φέρομε, πριν καλοξημερώση, με τη δροσιά της χαραυγής, στο περιγιάλι κάτω, κ' εκεί, με τα μαλλιά λυτά και με γυμνά τα στήθια, |
στήθεσι φαινομένοις, λιγυρᾶς ἀρξώμεθ᾽ ἀοιδᾶς.
|
όλες μαζί ας αρχίσωμε το λιγερό τραγούδι.
|
“Ἔρπεις, ὦ φίλ᾽ Ἄδωνι, καὶ ἐνθάδε, κεἰς Ἀχέροντα,
ἡμιθέων, ὡς φαντί, μονώτατος. Οὔτ᾽ Ἀγαμέμνων τοῦτ᾽ ἔπαθ᾽, οὔτ᾽ Αἴας ὁ μέγας, βαρυμάνιος ἥρως, οὔθ᾽ Ἔκτωρ, Ἑκάβας ὁ γεραίτατος εἴκατι παίδων, |
« Εσ' είσαι ο μόνος, Άδωνι, από τους ημιθέους
» που και στον Άδη κατοικείς κ' έρχεσαι και στον κόσμο. » Άλλος κανείς τη χάρη σου, μηδέ κι ο Αγαμέμνων, » μηδέ κι ο Αίας ο ήρωας, μηδέ κι αυτός ο Έκτωρ » ο πρώτος άπ' τα είκοσι παιδιά πούχε η Εκάβη, |
οὐ Πατροκλῆς, οὐ Πύρρος ἀπὸ Τροίας ἐπανελθών,
οὔθ᾽ οἱ ἔτι πρότεροι, Λαπίθαι καὶ Δευκαλίωνες, οὐ Πελοπηϊαδᾶν τε καὶ Ἄργεος ἄκρα Πελασγοὶ. Ἵλαθι νῦν, φίλ᾽ Ἄδωνι, καὶ ἐς νέωτ᾽ εὐθυμήσαις. Καὶ νῦν ἦνθες, Ἄδωνι, καί, ὅκκ᾽ ἀφίκῃ, φίλος ἡξεῖς.” |
» μηδέ κι αυτός ο Πάτροκλος, μηδέ κι αυτός ο Πύρρος
» που νικητής εγύρισε πέρ' από την Τρωάδα, » μηδ' οι παλαιικώτεροι Λαπίθαι, μηδ' εκείνοι » του Δευκαλίωνος οι γυιοί, μηδέ κ' οι Πελοπίδαι » και μηδ' ακόμα οι Πελασγοί που κατοικούσαν στο Άργος, » μηδέ κανένας απ' αυτούς δεν είχε τέτοια χάρη. » Συμπάθησέ μας, Άδωνι, κ' έλα του χρόνου πάλι » και δείξου μας χαρούμενος και καλοκαρδισμένος. » Πάντα καλοδεχούμενος θε νάνε ο ερχομός σου.» |
ΓΟΡΓΩ
|
ΓΟΡΓΩ
|
Πραξινόα, τὸ χρῆμα σοφώτερον. Ἁ θήλεια
ὀλβία ὅσσα ἴσατι, πανολβία ὡς γλυκὺ φωνεῖ. Ὥρα ὅμως κεἰς οἶκον. Ἀνάριστος Διοκλείδας χὠνὴρ ὄξος ἅπαν· πεινᾶντι δὲ μηδέποτ᾽ ἔνθῃς. Χαῖρε, Ἄδων ἀγαπατέ, καὶ ἐς χαίροντας ἀφίκευ. |
Άκουσες, Πραξινόη μου, πόσο σοφή είνε η κόρη;
Καλότυχη είνε αληθινά για όσα τραγούδια ξέρει κι ακόμα πιο καλότυχη για τη γλυκειά φωνή της. Μάνε καιρός, μου φαίνεται, να πάμε και στο σπίτι. Ο άντρας μου είνε νηστικός κ' εύκολος στο θυμό του κι όταν πεινάη, αλλοίμονο σ' όποιον μπροστά του λάχη. Αγαπημένε μ' Άδωνι, χαίρε! κι όταν ξανάρθης χαρούμενους κι ολόχαρους όλους μας να μας εύρης. |
και τέλος ένα ποίημα του Ναπολέωντος Λαπαθιώτη
Αδώνια
«...Και ανατέλλει ο ήλιος και δύνει ο ήλιος, και εις τον τόπον αυτού έλκει·
αυτός ανατέλλων εκεί πορεύεται προς νότον και κυκλοί προς βορράν·
κυκλοί κυκλών, πορεύεται το πνεύμα, και επί κύκλοις αυτού επιστρέφει το πνεύμα».
Εκκλησιαστής
Είμαι τ’ Αρχαίο το Πνεύμα
Σαρκωμένο – κι είμαι
Ο Στοχασμός ο ανορμήνευτος κι ωραίος.
Φέρνω το χρώμα το παλιό
Το νοσταλγικό. – Βασιλέματα
Σε θαμπά παραθύρια.
Το τραγούδι ματαλέω
Τ’ Αλησμονημένο. «Στα παλάτια αποκοιμήθη πλια των παραμυθιώνε
Η χλωμή Βασιλοπούλα...».
Η Απόλαψη
Της Ζωής με τα χίλια στόματα· η Απόλαψη
Με τα χίλια στόματα και με τα χίλια μαστάρια.
Με δένει ένα Τι,
Μιαν ασύγκριτη Μελαγχολία προς τα Περασμένα.
– Οι Διθύραμβοι. Τα Λήναια και τ’ Αδώνια.
Μιαν αδερφικιά Ενατένιση
Προς τα Μακρυνά. Τ’ ό,τι δεν ειπώθη. Ο αιώνιος
Ερχομός κι ο μισεμός – και του μισεμού ο καημός.
Τα ρόδα και τ’ άστρα.
Ο εναρμόνιος κύκλος οπού φέρνει πάντα
Πίσω από μιαν Άνοιξη κι ένα Χινόπωρο – και πάλε απ' την αρχή.
Νυχτοβάτης.
Με πλανέσαν οι σκιές και τα σεληνόφωτα
Κι οι βαθιές Λαχτάρες να βρούμε τ’ ανεύρετο
και να ιδούμε τ’ ανίδωτο
Νυχτοβάτης κι Ανέλπιδος…
«...Και ανατέλλει ο ήλιος και δύνει ο ήλιος, και εις τον τόπον αυτού έλκει·
αυτός ανατέλλων εκεί πορεύεται προς νότον και κυκλοί προς βορράν·
κυκλοί κυκλών, πορεύεται το πνεύμα, και επί κύκλοις αυτού επιστρέφει το πνεύμα».
Εκκλησιαστής
Είμαι τ’ Αρχαίο το Πνεύμα
Σαρκωμένο – κι είμαι
Ο Στοχασμός ο ανορμήνευτος κι ωραίος.
Φέρνω το χρώμα το παλιό
Το νοσταλγικό. – Βασιλέματα
Σε θαμπά παραθύρια.
Το τραγούδι ματαλέω
Τ’ Αλησμονημένο. «Στα παλάτια αποκοιμήθη πλια των παραμυθιώνε
Η χλωμή Βασιλοπούλα...».
Η Απόλαψη
Της Ζωής με τα χίλια στόματα· η Απόλαψη
Με τα χίλια στόματα και με τα χίλια μαστάρια.
Με δένει ένα Τι,
Μιαν ασύγκριτη Μελαγχολία προς τα Περασμένα.
– Οι Διθύραμβοι. Τα Λήναια και τ’ Αδώνια.
Μιαν αδερφικιά Ενατένιση
Προς τα Μακρυνά. Τ’ ό,τι δεν ειπώθη. Ο αιώνιος
Ερχομός κι ο μισεμός – και του μισεμού ο καημός.
Τα ρόδα και τ’ άστρα.
Ο εναρμόνιος κύκλος οπού φέρνει πάντα
Πίσω από μιαν Άνοιξη κι ένα Χινόπωρο – και πάλε απ' την αρχή.
Νυχτοβάτης.
Με πλανέσαν οι σκιές και τα σεληνόφωτα
Κι οι βαθιές Λαχτάρες να βρούμε τ’ ανεύρετο
και να ιδούμε τ’ ανίδωτο
Νυχτοβάτης κι Ανέλπιδος…
Συνεχίζετε
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



