Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αδωνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αδωνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

31 Ιανουαρίου 2014

Φερρεφάττης παρὰ τὸ φέρβειν τὴν φάτταν



Μέχρι σήμερα είδαμε τις συνδέσεις Διονύσου με τον Νιννο-Νίνο/Νεβρώδ και τώρα τελευταία με την άλλη μορφή του πρώτου συζύγου της Σεμιράμιδος  του Οννη ή ‘Οννι, ‘Ονη ή Ονι, Ωνη –Ο(ά)ννη ή Ω(ά)ννες καθώς και  τν μυσαρν άννην, τν ννήδωτον, κ τς ρυθρς, αλλά και τον ‘Ωην, τον γεννηθέντα εκ του πρωτογόνου Ωού.

23 Φεβρουαρίου 2012

Ζαγρεῦ τε θεῶν πανυπέρτατε πάντων


O Πρώτος Διόνυσος θεωρείται ότι είναι γέννημα του Διός και της Δήμητρας-Κόρης- Φθερσεφόνη-  που είναι και μια ακόμη ονομασία της Περσεφόνης-  Προκύπτει από το φθείρειν = χαλώ, αφανίζω, καταστρέφω, λιώνω, διακορεύω κλπ και φονεύω = σκοτώνω, θανατώνω, δολοφονώ.
Φθερσέφασσα ή Φερσεφαττα ή  Φερσέφασσα  είναι  μερικές  ακόμη ονομασίες της Περσεφόνης και δηλώνει  ως Φερέπαφα και τον/την Επαφ-ο/ήν με τον/την Θεό.

Eustathius Philol., Scr. Eccl., Commentarii ad Homeri Iliadem
Volume 2, page 762, line 4

                                                                     ς γρ παρ
τ φθείρειν κα φονεύειν Φθερσεφόνη κα εφωνώτερον Φερσεφόνη κα τι
μμελέστερον Περσεφόνη, οτω παρ τ ατ φθείρειν κα τ φάζειν, στι
φονεύειν, Φθερσέφασσα κατ τ κάλλιον Φερσέφασσα κα τι λειότερον
Περσέφασσα].


Porphyrius Phil., De abstinentia
Book 4, section 16, line 34
τν μν ρτεμιν λύκαιναν, τν δ λιον σαρον, λέοντα, δράκοντα,
έρακα, τν δ' κάτην ππον, ταρον, λέαιναν, κύνα.
τς δ Φερρεφάττης παρ τ φέρβειν τν φάτταν  (φέρβω = βόσκω, τρέφω, φυλάσσω, σώζω και διατηρώ την φάσσαν = το μέγαλο αγριοπερίστερο)
φασν ο πολλο τονομα τν θεολόγων· ερν γρ
ατς φάττα. δι κα α τς Μαίας έρειαι ταύτην
ατ νατιθέασι. Μαα δ ατ τ Φερσεφόν ς  
ν μαα κα τροφς οσα· χθονία γρ θες κα
Δημήτηρ ατή.

Περισσότερα σε προηγούμενο κείμενο Περιστερ ρειος 

Εδώ έχω μεταφέρει κάποιες από τις βασικές αναφορές που ήδη εχουν αναφερθεί περί Περσεφόνης/Φερρεφάτης/Φερέπαφα κλπ

Plato Phil., Cratylus
Stephanus page 404, section d, line 8

                    Φερέπαφα” ον δι τν σοφίαν κα τν
<
παφν> το <φερομένου> θες ν ρθς καλοτο,
τοιοτόν τι – δι' περ κα σύνεστιν ατ ιδης σοφς
ν, διότι τοιαύτη στίν – νν δ ατς κκλίνουσι τ νομα
εστομίαν περ πλείονος ποιούμενοι τς ληθείας, στε
Φερρέφατταν” ατν καλεν.



Tatianus Apol., Oratio ad Graecos
Chapter 10, section 1, line 3
μεταμορφονται δ παρ' μν κα ο θεοί. δένδρον έα γίνεται,  
δράκων δ Ζες δι τν Φερσέφασσαν.

Σε Δράκοντας μεταμορφώνεται ο Ζεύς για την Περσεφόνη

Περνώντας και σε μερικές ακόμα παρατηρήσεις και αναφορές που ήδη εχουν προηγηθεί σε προηγούμενα κείμενα μου.

Δίκερος η Περσεφόνη που χαρακτηρίζετε Kερόεσσα - με κέρατα  – καθώς είναι σεληνιακές θεότητες, όπως και ο Κερασφόρος, Κερατίας, Κερατοφυής, δεν είναι παρά επίθετο του Διονύσου
Όμοια όπως  στον Άδωνη δίδετε το επίθετο του Ευ-βουλέα δίδεται και στον Διόνυσο καθώς και στην μητέρα Δήμητρα αλλά και την Κόρη Περσεφόνη

Ο ύμνος όμως μας δίνει μερικά ακόμα αξιοπερίεργα στοιχεία. Κούρο και Κόρη τον ονομάζει τον Άδωνη. Διπλή ιδιότητα Αγοριού και Κοριτσιού (αρσενικής και θηλυκής φύσης, δηλ. δί-φυλλο ή  ερμαφρόδιτο (Ερμής + Αφροδίτη)  ή ανδρόγυνο.
Όμως από την Θεογονία του Ησιόδου, όπως και σε κείμενα του Τατιανού ο Α(ι)δωνεύς αρπάζει την Περσεφόνη την Λευκωλενο, από την μητέρα της. !!!

Hesiodus Epic., Theogonia
Line 913

.. τέκε Περσεφόνην λευκώλενον, ν ιδωνες
ρπασεν ς παρ μητρός, δωκε δ μητίετα Ζεύς.

Tatianus Apol., Oratio ad Graecos
Chapter 8, section 4, line 3

μαρτυρήσει μοι νν λευσς κα δράκων μυστικς κα ρφες
<θύρας δ' πίθεσθε βεβήλοις> λέγων. ϊδωνες ρπάζει τν
Κόρην, κα
α πράξεις ατο γεγόνασι μυστήρια· κλαίει Δη-
μήτηρ τν θυγατέρα, καί τινες πατνται δι τος θηναίους.


Η Νύσσα ήταν πόλη της Αιγύπτου αλλά επίσης τοποθετείται και σε άλλα μέρη όπως στην Σικελία.

 Κατά τον ομηρικό ύμνο, στη Νύσσα ήταν που ο Πλουτωνας άρπαξε την Περσεφόνη.

Ο Άδωνης είναι μια άλλη μορφή του ονόματος του ΑΔΗ – ΑϊΔΗ- Α(ι)δωνεύς – Αηδονέα ή Αιδωνέα.

Aelius Herodianus et Pseudo-Herodianus Gramm., Rhet., Partitiones (= πιμερισμοί) [Sp.?] (e codd. Paris. 2543 + 2570)
Page 184, line 16

Τ δ μ παρ τ ε, δι το ἰῶτα γράφονται· οον·
ΐδιος· ΐδηλος, φανής· ϊδωνες, ιδης· ΐδης

Philoxenus Gramm., Fragmenta
Fragment 418*, line 4

<
Ἀϊδνός>· εδω, τ βλέπω φαίνω, ηματικν  
νομα δνς κα μετ το στερητικο α ϊδνός, ς στίλβω στιλπνός·
ξ ο κα ϊδωνεύς, ιδης, ες ν οκ στιν δεν

 Όμοια με το παραπάνω είμενο ο Άδης/Αιδης/Αιδωνεύς είναι κάποιος που δεν μπορείς να δεις, αθέατος, άφαντος, εξαφανισμένος, α-όρατος, κρυφός.
 Ιδιότητες που αποδίδονται και στον Άδωνη που εξαφανίζεται και χάνεται
Eustathius Philol., Scr. Eccl., Commentarii ad Homeri Iliadem
Volume 1, page 27, line 4
                                                                                   δι
κα ΐδης λέγεται ατς κα ϊδωνεύς· ς δέ τινές φασι κα δης κατ
συναίρεσιν το ΐδης.

Όπως προκύπτει από συναίρεσιν  από το Αϊδης το Άδης όμοια από το Αϊδωνεύς μπορούμε να φτάσουμε στο Αδωνεύς – Αδων  

Hesychius Lexicogr., Lexicon (Α – Ο)
Alphabetic letter alpha, entry 1802, line 1

*<ϊδωνέος>· το δου A(b)
<ϊδωνεύς θεός.
*<ϊδωνέος>· το δου A(b)
<ϊδωνεύς>· θεός. κα τόπος (Υ 61)
*<ϊδωνϊ>· τ δ (Ε 190) Ab
*<ϊδώνια>· θανάσιμα gA

Hesychius Lexicogr., Lexicon (Α – Ο)
Alphabetic letter kappa, entry 531, line 1

<Καλύδναι>· νσοι πλησίον όδου (Β 677)
†<καλυδναον>· ρχαον, παλαιόν
†<καλυδναος>· ϊδωνεύς.

Scholia In Hesiodum, Scholia in theogoniam (scholia vetera)
Verse 913b, line 1

                                                  X⟧
<ν ϊδωνεύς:> τοτο περ τς σήψεως τν σπερ-
μάτων λέγει τι ἐὰν μ κάτω ποθάν, νω ο ζωογονεται.

Όμως στον Πρόκλο, Σχόλια στον Κρατύλο, 163, 2

δ τρίτος τριαδικς
Ζεύς τε καταχθόνιος κα
  Πλούτων κα ιδης.

Ο Αδης λοιπόν ή Πλούτων σώζετε ως Α(ι)δονεύς ακόμα και σήμερα. Είναι πόλη της Σικελίας κοντά στην σημερινή ευρύτερη περιοχή της Εnna
Εντός λοιπόν στην Εννα- στο κέντρο της Σικελίας  υπάρχει η πόλη Aidone – Ονομα που προέρχετε από το αρχαίο ελληνικό ΑΙΔΩΝΕΥΣ  όνομα του Αδη-Πλούτωνα.

Παλαιότερες αναφορές- αναλυτικότερες- σε παλαιότερα κείμενα :

Ιερή στους Θεούς

Ζεὺς ἄρσην γένετο, Ζεὺς ἄμβροτος ἔπλετο νύμφη 

Σημήιον της Περιστεράς

ϊδωνεύς· θεός.

και οι Ορφικοί ύμνοι Δήμητρος και Περσεφόνης


Alcmaeonis, Alcmaeonis (fragmenta)
Fragment 3, line 1

πότνια Γ, Ζαγρε τε θεν πανυπέρτατε πάντων  
 
Ζαγρες, ως, , son of Zeus and Persephone, slain by the Titans and resuscitated as Dionysus, πτνια γ, Ζαγρε τε θεν πανυπρτατε πντων Alcmaeonis Fr.3 (EGFp.77), cf. E.Fr.472.11 (anap.), Call.Fr. 171, Nonn.D.10.294; identified with ιδης by A.Fr.228. (Glossed by μεγλως γρεων Et.Gud.227.37.)

ζγρα, , and Dim. ζγριον, τ, a term of abuse, Timostr.4

Etymologicum Gudianum, Etymologicum Gudianum (άλιονζειαί)
Alphabetic entry zeta, page 578, line 8

Ζαγρεύς>· μεγάλως γρεύων, ς “πότνια Γ, Ζαγρε τε θεν
πανυπέρτατε πάντων” τν λκμαιονίδα γράψας φη <fr. 3 Kinkel>.
τινς δ τν Ζαγρέα υἱὸν ιδου φασίν, ς Ασχύλος ν Σισύφ <fr.
228 Nauck2> “Ζαγρε τε νν μοι κα πολυξέν χαίρειν”· ν δ Α-
γυπτίοις <fr. 5 Nauck2> οτως ατν τν Πλούτωνα καλε “τν γραον,
τν πολυξενώτατον, τν Δία τν κεκμηκότων”. 
 <Ζάθεος>· μέγα[ς] θαυμαστός· παρ τ <ζα> πιτατικν μόριον κα τ
θεός <ζάθεος> κα ζαθέα κα ωνικ τροπ το <α> ες <η> ζαθέη.  

Μετά τις παραπάνω επισημάνσεις που τις θεωρώ βασικές περνάω στα κείμενα με τις αναφορές περί του Πρώτου Διονύσου Ζαγρέα.

Ο Διόνυσος, ο Βάκχος, ο Ζαγρεύς, ο Πρωτόγονος, ο Διφυής, ο Δικέρατος, ο Δίμορφος, ο Κισσοστολισμένος, ο Ταυρόμορφος, ο Αγνός, ο Ωμοφάγος, ο Τριπλογεννημένος... 

Αμέτρητα τα προσωνύμια του θεού, πρωτόγονη η λατρεία γι αυτόν τον αλλόκοτο θεό,  όμως ποιος ήταν ο Ζαγρέας (Ζαγρεύς);

Θεωρείται ότι ήταν ο υιός του Διός, ο οποίος γεννήθηκε από την Περσεφόνη και τον μεταμορφωμένο σε φίδι-δράκοντα Δία. Η δίκερος κόρη  Περσεφόνη  κληρονομεί  τα κέρατα στον υιό  Ζαγρέα. Ο Ζαγρεύς από μόνος του διόρζεται  βασιλιάς των θεών και ο Δίας  του έδωσε για λίγο το σκήπτρο του, τον  κεραυνό αλλά και τον έλεγχο της βροχής. Και όπως οι Κουρήτες φύλαξαν τον Δία όταν εκείνος ήταν βρέφος, έτσι φύλαξαν και τον Ζαγρέα με την πρόσθετη βοήθεια του Απόλλωνα.


Nonnus Epic., Dionysiaca
Book 6, line 165

παρθένε Περσεφόνεια, σ δ' ο γάμον ερες λύξαι,
λλ δρακοντείοισιν νυμφεύθης μεναίοις,  
Ζες τε πουλυέλικτος μειβομένοιο προσώπου
νυμφίος μερόεντι δράκων κυκλούμενος λκ
ες μυχν ρφναίοιο διέστιχε παρθενενος,
σείων δαυλ γένεια· παρισταμένων δ θυρέτρ
ενασεν σοτύπων πεφοβημένον μμα δρακόντων ....
κα γαμίαις γενύεσσι δέμας λιχμάζετο κούρης
μείλιχος. αθερίων δ δρακοντείων μεναίων
Περσεφόνης γονόεντι τόκ κυμαίνετο γαστήρ,
Ζαγρέα γειναμένη, κερόεν βρέφος, ς Δις δρης
μονος πουρανίης πεβήσατο, χειρ δ βαι
στεροπν λέλιζε· νεηγενέος δ φορος
νηπιάχοις παλάμσιν λαφρίζοντο κεραυνοί.
 οδ Δις θρόνον εχεν π χρόνον· λλά γύψ
κερδαλέ χρισθέντες πίκλοπα κύκλα προσώπου
δαίμονος στόργοιο χόλ βαρυμήνιος ρης
Ταρταρί Τιτνες δηλήσαντο μαχαίρ
ντιτύπ νόθον εδος πιπεύοντα κατόπτρ.
νθα διχαζομένων μελέων Τιτνι σιδήρ
τέρμα βίου Διόνυσος χων παλινάγρετον ρχν
λλοφυς μορφοτο πολυσπερς εδος μείβων,  
π μν τε Κρονίδης δόλιος νέος αγίδα σείων,
π δ γέρων βαρύγουνος τε Κρόνος μβρον άλλων·
λλοτε ποικιλόμορφον ην βρέφος, λλοτε κούρ
εκελος οστρηθέντι, νέον δέ ο νθος ούλων
κροκελαινιόωντα κατέγραφε κύκλα προσώπου·
π δ χόλ δασπλτι λέων μιμηλς άλλων
φρικαλέον βρύχημα σεσηρότι μαίνετο λαιμ,
ρθώσας πυκινσι κατάσκιον αχένα χαίταις,
μφελελιζομέν λασιότριχος ψόθι νώτου
ατομάτ μάστιγι περιστίζων δέμας ορ.
νθα λεοντείοιο λιπν νδαλμα προσώπου
ψιλόφ χρεμετισμν μοίιον βρεμεν ππ
ζυγι, γαρον δόντα μετοχμάζοντι χαλινο,
κα πολι λεύκαινε περιτρίβων γένυν φρ·
λλοτε οιζήεντα χέων συριγμν πήνης
μφιλαφς φολίδεσσι δράκων λέλικτο κεράστης,
γλσσαν χων προβλτα κεχηνότος νθερενος,
κα βλοσυρ Τιτνος πεσκίρτησε καρήν
ρμον χιδνήεντα περίπλοκον αχένι δήσας·
κα δέμας ρπηστρος ειδίνητον άσσας
τίγρις ην, στίξας δέμας αόλον· λλοτε ταύρ
σοφυής, στομάτων δ νόθον μυκηθμν άλλων
θηγαλέ Τιτνας νεστυφέλιξε κεραί.  
κα ψυχς προμάχιζεν, ως ζηλήμονι λαιμ
τρηχαλέον μύκημα δι' έρος βρεμεν ρη,
μητρυι βαρύμηνις, σοφθόγγ δ θεαίν
αθέριον κελάδημα πύλαι κανάχιζον λύμπου,
κα θρασς κλασε ταρος· μοιβαί δ φονες
ταυροφυ Διόνυσον μιστύλλοντο μαχαίρῃ….
 


Παρθένα, Περσεφόνη, εσύ δεν μπόρεσες ν' αποφυγείς το γάμο,
 αλλά παντρεύτηκες με δρακόντειο γάμο,
  όταν ο Δίας ο πολυμήχανος αλλάζοντας όψη σα δράκοντας εραστής,
αναδιπλώνοντας με πόθο την ουρά του, μπήκε στο βάθος του σκοτεινού παρθενικού θαλάμου σείοντας τα πυκνά γένια του.
Αφού υπνώτισε τους όμοιους παραστάτες της πύλης,
με σαγόνια όλο πόθο έγλειφε το κορμί  της γλυκιάς κόρης.
Από το γάμο με τον ουράνιο δράκοντα,
 φούσκωσε η κοιλιά της Περσεφόνης
με καρπερή   γέννα  γέννησε το Ζαγρέα,
 βρέφος με κέρατα, που μόνος στου  Δία ανέβηκε τον ουράνιο θρόνο.
 Με το μικρό χέρι του κουνούσε την αστραπή,
αν και νεογέννητο βρέφος,
σήκωνε με τα νηπιακά του χέρια τους κεραυνούς.
Ούτε πολύ χρόνο κάθισε στο θρόνο του Δία.
Οι Τιτάνες  τον κατάσφαξαν μ' ένα μαχαίρι από τα Τάρταρα
Ενώ  κοίταζε το ψεύτικη μορφή του σε αντικρινό κάτοπτρο,
αφού τον έχρισαν με δολερό γυψο
 και μασκάρεψαν  τα πρόσωπά τους,
από την άσπλαχνη οργή της της οργισμένης θεάς Ήρας.
Όταν διχάστηκαν τα μέλη του από το μαχαίρι των Τιτάνων,
μετά το θάνατο του, ξαναγεννήθηκε ως ο Διόνυσος
παίρνοντας άλλη μορφή, ενώ έπαιρνε συχνά  πολλές μορφές.
Πότε σαν νέος πανούργος Δίας, που έσειε την αιγίδα του,
πότε  σα γέρος Κρόνος με βαρύ βάδισμα, που έφερνε τη βροχή.
Αλλοτε ήταν βρέφος με ποικίλες μορφές, άλλοτε όμοιος με ζωηρό κούρο,
του οποίου το πρόσωπο είχε μό­λις μαυρίσει από τα νεοανθισμένα γένια.
 Αλλοτε όμοιος με λιοντάρι που επιτίθονταν
με φοβερή οργή έβγαζε φρι­κτό βρυχηθμό από το λαιμό του,
όρθωνε τον αυχένα του, που το σκίαζε πυκνή χαίτη, ενώ στη δασύτριχη ράχη του αμφιταλαντευόταν η ουρά, χτυπώντας το σώμα σαν αυτό­ματο μαστίγιο.
 Έπειτα, παρατώντας το λιονταρίσιο ομοί­ωμα του προσώπου,
χλιμίντριζε όμοια με άλογο περήφα­νο, ανυπότακτο,
που του υποτάσσουν το γαύρο δόντι στο χαλινάρι και γεμίζει με λευκούς αφρούς το σαγόνι του, καθώς τρίβεται με το λουρί. Αλλοτε χύνοντας δυνατό σφύριγμα από τα σαγόνια, σα δράκοντας με κέρατα κα­λυμμένος με φολίδες, κινούνταν, προβάλλοντας τη γλώσ­σα του από το ανοιχτό του στόμα και πηδούσε πάνω στο βλοσυρό κεφάλι του Τιτάνα τυλίγοντας με το περίπλοκο φιδίσιο σχοινί τον αυχένα. Και αφήνοντας το αεικίνητο κορμί, που έρπει, γινόταν τίγρης,  με κατάστικτο το δέρμα. Αλλοτε όμοιος με ταύρο, βγάζοντας ψεύτικο μούγκρισμα από το στόμα,
τρυπούσε τους Τιτάνες με μυτερά κέρατα. Και με την ψυχή του μπροστά ορμούσε, μέχρι που ακού­στηκε τρομαχτικό μούγκρισ|αα από το φθονερό λαιμό της Ήρας, της οργισμένης μητριάς και έκαναν πάταγο με ου­ράνιο ήχο, ισοδύναμο της θξάς, οι Ολύμπιες πύλες και ο θρασύς ταύρος κούρνιασε. Με διαδοχικές μαχαιριές κομμάτιασαν με το μαχαίρι τον ταυρόμορφο Διονυσο….

συνεχίζετε ....

4 Φεβρουαρίου 2011

Ἀϊδωνεύς· ὁ θεός.


Ψάχνοντας και ετυμολογικά την λέξη ΑΔΩΝΗΣ, ΑΔΩ κλπ
Οι παρακάτω αναφορές είναι κατατοπιστικότατες. ΑΔΩ = ψάλλω, μέλπω, μελωδώ, τραγουδώ, κελαηδώ, κράζω, βουίζω, εξυμνώ, ανυμνώ, γλυκοτραγουδώ, εγκωμιάζω, ευλογώ, υμνώ, ψαλμωδώ, ψέλνω
Ο Άδωνης είναι κάποιος συνεπώς που τον τραγουδούν, εξυμνούν, εγκωμιάζουν  ή τραγουδά, εξυμνεί, εγκωμιάζει και ο ίδιος

ΑΔΩΝ είναι το αηδόνι αλλά και ο αοιδός ο ενωδώς ή ο ω-δός
ΑΔΩΝΙΑΖΩ τελώ τις γιορτές προς τιμή του Άδωνη
ΑΔΩΝΙΣΜΟΣ π τ δώνιδι θρνος
ΑΔΩΝΙΗΣ  όμως και  το χελιδόνι αλλά και η θριδακίνη ( το μαρούλι )
ΑΔΩΝΙΟΝ τ παρ τος Λάκωσιν αληθν μβατήριον, περ
 στερον παρ Λεσβίοις νομάσθη
ΑΔΩΝΙΣ  όμως και  χθς θαλάσσιος p ο μνημονεύει Κλέαρχος (fr. 73 M).
  δεσπότας, π Φοινίκων. κα βόλου νομα. στι δ κα κύριον
 όπου βόλος = ριξιά διχτιού, ψαριά, αλίευμα, δίχτυ, παγίδα, δισκοβολία, βόλι.
 
<δωνίτης>· ριφος  δηλαδή το κατσίκι ή το κατσικάκι


<δώνιδος κποι>· ν τος δωνίοις εδωλα ξάγουσιν κα
 κήπους π' στράκων κα παντοδαπν πώραν, οον κ
 μαράθρων κα θριδάκων παρασκευάζουσιν ατ τος κήπους·
 κα γρ ν θριδακίναις ατν κατακλινθναι π φροδίτης
 φασίν (Plat. Phaedr. 276 b?)


Μέρος της τελετής του Άδωνη όπου οι γυναίκες που τον πενθούσαν φύτευαν μέσα σε πήλινα όστρακα ή πιάτα με μαραθα ή μαρούλια – βλέπε κάτι ανάλογο με τις φακές ή τα φασόλια που ετοιμάζαμε για εργασίες στο δημοτικό μέσα σε μικρά κεσεδάκια για να παρατηρήσουμε την ανάπτυξη των. Εορτασμός της πρώιμης άνοιξης και του πρασινίσματος της φύσης.

δρέσκω

<δωνα>· τν δωνιν

<δωναος>· Ποσειδν. κα βόλος. [* π τν δην] 

<δωπερ

δδώ:> νομα κύριον. <δω> δ ῥῆμα, δοτικ.

<δωναΐ:> βραϊστί Κύριος

<δωναος:> π τν δην.

<δώνειοι καρποί:> λέγονται ο μετέωροι κποι. (βλέπε και κρεμαστοί κήποι πχ. Βαβυλώνας-Σεμιράμιδος κλπ)

<δωνία:> συνεσταλμένως. δωνίαν γομεν κα τν δωνιν
κλάομεν. Φερεκράτης. καλοσι δ κα τ εδωλον το δώνιδος
οτως δώνιον. κα <δωνίδειος καρπς,> το δώνιδος.

<δωνις, δώνιδος:> νομα κύριον. κα πένθος ν ερόν,
οον ν Λιβάν τ π' δώνιδι κα Βύβλ.

<δώνιδος κποι:> κ θριδάκων κα μαράθρων, περ κατέσπει-
ρον ν στράκοις. χρνται δ' π τν πιπολαίων κα κούφων τ
παροιμί.
 <δώνιδος κποι:> π τν ώρων κα λιγοχρονίων
κα μ ρριζωμένων. (οι κήποι οι άκαιροι οι πρόωροι, άγουροι, αγίνωτοι, αμέστωτοι που δεν ριζώνουν και διαρκούν για λίγο)

<δων τν σπιθαμν το βίου πρς νηθον:> π τν
γλίσχρων κα μικροψύχων.(προς την μιζέρια και την μικροψυχία)


Στον Ορφικό ύμνο του Άδωνη μερικά από τα επίθετα που τον χαρακτηρίζουν είναι το Ερνος Ερωτος = βλαστάρι, βλαστός, παιδί, γέννημα, γόνος έρωτα

Δίκερος όπως και η Περσεφόνη που χαρακτηρίζετε Kερόεσσα - με κέρατα  – καθώς είναι σεληνιακές θεότητες, όπως και το Κερασφόρος, Κερατίας, Κερατοφυής, δεν είναι παρά επίθετο του ΔΙΟΝΥΣΟΥ υιού της Σεμέλης/Σουμέλας κλπ

Όμοια όπως και στον Άδωνη δίδετε το επίθετο του ΕΥΒΟΥΛΕΑ δίδεται και στον Διόνυσο  όπως και στην Περσεφόνη και την Δήμητρα.

Όπως η Αφροδίτη τον μοιράζετε με την Περσεφόνη-κατά μια παράδοση, είναι σαν να λαμβάνει τη θέση της Περσεφόνης στον μύθο της Δήμητρας και της Κόρης, όπου εκεί η μητέρα μοιράζετε την Κόρη με τον Αδη- Πλούτο-Πλουτωνα.  

Ο ύμνος όμως μας δίνει μερικά ακόμα αξιοπερίεργα στοιχεία. Κούρο και Κόρη τον ονομάζει τον Άδωνη. Διπλή ιδιότητα Αγοριού και Κοριτσιού (αρσενικής και θηλυκής φύσης, δηλ. δί-φυλλο ή  ερμαφρόδιτο (Ερμής + Αφροδίτη)  ή ανδρόγυνο.

Όμως από την Θεογονία του Ησιόδου, όπως και σε κείμενα του Τατιανού ο Α(ι)δωνεύς αρπάζει την Περσεφόνη την Λευκωλενο, από την μητέρα της. !!!

Hesiodus Epic., Theogonia
Line 913

.. τέκε Περσεφόνην λευκώλενον, ν ιδωνες
ρπασεν ς παρ μητρός, δωκε δ μητίετα Ζεύς.

Tatianus Apol., Oratio ad Graecos
Chapter 8, section 4, line 3

μαρτυρήσει μοι νν λευσς κα δράκων μυστικς κα ρφες
<θύρας δ' πίθεσθε βεβήλοις> λέγων. ϊδωνες ρπάζει τν
Κόρην, κα α πράξεις ατο γεγόνασι μυστήρια· κλαίει Δη-
μήτηρ τν θυγατέρα, καί τινες πατνται δι τος θηναίους.


Στους μύθους του Άδωνη έχει αντιστραφεί η ιστορία και η Περσεφόνη είναι αυτή που αρπάζει τον Άδωνη από την Αφροδίτη.


Όμως ας μην ξεχνάμε ότι έχουν  προταθεί πολλές εκδοχές για την ετυμολογία του ονόματος του Διονύσου. Μια απ΄ αυτές μιλά και τον  "Δία της Νύσσας".

Η Νύσσα ήταν πόλη της Αιγύπτου αλλά επίσης τοποθετείται και σε άλλα μέρη όπως στην Σικελία (θα υπάρξει σχετικό σχόλιο) 

 Κατά τον ομηρικό ύμνο, στη Νύσσα ήταν που ο Πλουτωνας άρπαξε την Περσεφόνη

Ο Άδωνης μπορεί κάλλιστα να είναι μια άλλη μορφή του ονόματος του ΑΔΗ – ΑϊΔΗ- Α(ι)δωνεύς – Αηδονέα ή Αιδωνέα.

Aelius Herodianus et Pseudo-Herodianus Gramm., Rhet., Partitiones (= πιμερισμοί) [Sp.?] (e codd. Paris. 2543 + 2570)
Page 184, line 16

Τ δ μ παρ τ ε, δι το ἰῶτα γράφονται· οον·
ΐδιος· ΐδηλος, φανής· ϊδωνες, ιδης· ΐδης

Philoxenus Gramm., Fragmenta
Fragment 418*, line 4

<
Ἀϊδνός>· εδω, τ βλέπω φαίνω, ηματικν  
νομα δνς κα μετ το στερητικο α ϊδνός, ς στίλβω στιλπνός·
ξ ο κα ϊδωνεύς, ιδης, ες ν οκ στιν δεν


Όμοια με το παραπάνω είμενο ο Άδης/Αιδης/Αιδωνεύς είναι κάποιος που δεν μπορείς να δεις, αθέατος, άφαντος, εξαφανισμένος, α-όρατος, κρυφός.
 Ιδιότητες που αποδίδονται και στον Άδωνη που εξαφανίζεται και χάνεται

Eustathius Philol., Scr. Eccl., Commentarii ad Homeri Iliadem
Volume 1, page 27, line 4

                                                                                   δι
κα ΐδης λέγεται ατς κα ϊδωνεύς· ς δέ τινές φασι κα δης κατ
συναίρεσιν το ΐδης.

Όπως προκύπτει από συναίρεσιν  από το Αϊδης το Άδης όμοια από το Αϊδωνεύς μπορούμε να φτάσουμε στο Αδωνεύς – Αδων  

Hesychius Lexicogr., Lexicon (Α – Ο)
Alphabetic letter alpha, entry 1802, line 1


*<ϊδωνέος>· το δου A(b)
<ϊδωνεύς θεός.

*<ϊδωνέος>· το δου A(b)
<ϊδωνεύς>· θεός. κα τόπος (Υ 61)
*<ϊδωνϊ>· τ δ (Ε 190) Ab
*<ϊδώνια>· θανάσιμα gA


Hesychius Lexicogr., Lexicon (Α – Ο)
Alphabetic letter kappa, entry 531, line 1

<Καλύδναι>· νσοι πλησίον όδου (Β 677)
†<καλυδναον>· ρχαον, παλαιόν
†<καλυδναος>· ϊδωνεύς.

Scholia In Hesiodum, Scholia in theogoniam (scholia vetera)
Verse 913b, line 1

                                                  X⟧
<ν ϊδωνεύς:> τοτο περ τς σήψεως τν σπερ-
μάτων λέγει τι ἐὰν μ κάτω ποθάν, νω ο ζωογο-
νεται.

Όμως στον Πρόκλο, Σχόλια στον Κρατύλο, 163, 2

δ τρίτος τριαδικς
Ζεύς τε καταχθόνιος κα
Πλούτων κα ιδης.



Όμως όλα τα παραπάνω δεν τελειώνουν έτσι απλά …  οι χθόνιες λατρείες είναι διαδεδομένες και δεν γίνονται παρά προσπάθειες να ερμηνευθούν,  να βρούμε το «Κλειδί» που θα μας δώσει την πρόσβαση στο ποιον θεό λάτρευαν οι πρόγονοι μας καθώς οι ιδιότητες και τα επίθετα είναι κοινά, οι ιστορίες έχουν απίστευτες ομοιότητες και απίστευτες «ανταλλαγές» ρόλων μεταξύ θηλυκών και αρσενικών θεοτήτων.

Συνεχίζετε

27 Ιανουαρίου 2011

Ἀδώνιδος, θυμίαμα ἀρώματα

O Αδωνης δεν μπορούσε καθώς υπάρχουν τουλάχιστον 4 εκδοχές για την ιστορία του να μην περάσει και στην λογοτεχνία ή στους ύμνους. 


Ακολουθούν οι ορφικοί ύμνοι Αφροδίτης και Αδώνιδος 





Ες φροδτην

Ορανα, πολυμνε, φιλομμειδς φροδτη,
ποντογενς, γεντειρα θε, φιλοπννυχε, σεμν,
νυκτερα ζεκτειρα, δολοπλκε μτερ νγκης
πντα γρ κ σθεν στν, πεζεξω δ <τε> κσμον
κα κρατεις τρισσν μοιρν, γεννις δ τ πντα,
σσα τ' ν οραν στι κα ν γαίῃ πολυκρπ
ν πντου τε βυθ τε, σεμν Βκχοιο πρεδρε,
τερπομνη θαλαισι, γαμοστλε μτερ ρτων,
Πειθο λεκτροχαρς, κρυφα, χαριδτι,
φαινομνη, τ' φανς, ρατοπλκαμ', επατρεια,
νυμφιδα σνδαιτι θεν, σκηπτοχε, λκαινα,
γεννοδτειρα, φλανδρε, ποθεινοττη, βιοδτι,
ζεξασα βροτος χαλιντοισιν νγκαις
κα θηρν πολ φλον ρωτομανν π φλτρων·
ρχεο, Κυπρογενς θεον γνος, ετ' ν' λμπ
σσ, θε βασλεια, καλι γθουσα προσπ,
ετε κα ελιβνου Συρης δος μφιπολεεις,
ετε σ γ' ν πεδοισι σν ρμασι χρυσεοτεκτοις
Αγπτου κατχεις ερς γονιμδεα λουτρ,
κα κυκνεοισιν χοις π πντιον οδμα
ρχομνη χαρεις κητν κυκλαισι χορεαις,
νμφαις τρπ κυανπισιν ν χθον Δίῃ
θνας π' αγιαλος ψαμμδεσιν λματι κοφ·
ετ' ν Κπρωι, νασσα, τροφι σο, νθα καλα τε
παρθνοι δμηται νμφαι τ' ν πντ' νιαυτν
μνοσιν, σ, μκαιρα, κα μβροτον γνν δωνιν.
λθ, μκαιρα θε μλ' πρατον εδος χουσα·
ψυχ γρ σε καλ σεμν γνοσι λγοισιν.


(55)    LV. Εις ΑΦΡΟΔΙΤΗΝ ύμνος
Τη επουράνια Αφροδίτη, περίφημη,
 πού σκορπίζεις μειδιάμα­τα,
 γεννημένη στή θάλασσα, θεά μητέρα,
 πού αγαπάς τις ολονύ­κτιες διασκεδάσεις, σεβαστή,
νυκτερινή, πού συζευγνύεις (ενώνεις) τούς ανθρώπους εις γάμον,
πού πλέκεις δόλους (δόλια σχέδια), ώ μητέρα τής ανάγκης·
 διότι τά πάντα προέρχονται από σένα,
 και ζεύχθηκες τόν κόσμον και κυριαρχείς σέ τρία μερίδια·
και γεννάς τά πάντα, όσα ευρί­σκονται εις τον ουρανόν
και όσα στην εύφορη γή και όσα στόν βυθό τής θαλάσσης,
σεβαστή συμπαρακαθήμενη τοϋ Βάκχου,
 πού τέρπεσαι στά συμπόσια και παρασκευάζεις τούς γάμους,
ώ μητέρα τών ερώτων.
πού χαίρεσαι στά κρεββάτια μέ την πειθώ και ενεργείς στα κρυφά,
 βασίλισσα πού δίδεις χαρά,
πού φαίνεσαι, αλλά και δεν φαίνεσαι,
πού έχεις μέ αξιέραστες πλεξούδες τυλιγμένα τα μαλλιά σου
και κατάγεσαι άπό καλόν πατέρα, προστάτισσα τών νυμφών,
σύνδειπνε, σκηπτροφόρε τών θεών, λύκαινα-
συ πού δίδεις απογόνους, φίλη των ανδρών, περιπόθητη,
πού παρέχεις τήν ζωήν
σύ πού έζευξες τους ανθρώπους και τό μεγάλο πλήθος τών ζώων
 μέ αχαλίνωτες ανάγκες άπό ερωτομανή φίλτρα έλα,
ώ θεϊκέ γόνε πού έγεννήθης στην Κύπρο, ώ θεά βασίλισσα,
έλα χαρούμενη μέ ωραίον πρόσωπον,
είτε ευρίσκεσαι στόν "Ολυμπον είτε υπηρετείς εις τόν ναόν τής Συρίας,
πού παράγει πολύ λιβάνι,
είτε σύ εις τάς πεδιάδας μέ άρματα κατασκευασμένα από χρυσό
κατέχεις τά γόνιμα λουτρά τής ιεράς Αιγύπτου,
ή και επάνω σέ κυανά οχήματα διερχόμενη τό θαλάσσιον κύμα
 χαίρεσαι μέ τούς κυκλικούς χορούς των υδροβίων ζώων
ή τέρπεσαι μέ τις μαυρομμάτες νύμφες εις τήν Δίαν,
πηδώσα μανιακά μέ ελαφρά πηδήματα στις αμμώδεις ακρογιαλιές·
Είτε, ώ βασίλισσα, ευρίσκεσαι εις τήν Κύπρον, τήν τροφόν σου·
όπου ωραίες παρθένες άγαμες και νύμφες σέ υμνούν καθ' όλον τόν χρόνον,
υμνούν έσέ, ώ μακαρία, κα'ι τόν άθάνατον άγνόν "Αδωνιν.
 έλα, μακαρία θεά, και να έχης πολύ άξιέραστο πρόσωπον
διότι εσένα προσκαλώ με άγια λόγια σεμνής ψυχής.

(Είναι φανερό ότι οι τελευταίοι στίχοι πού ομιλούν εις τον "Υμνον τής Αφροδίτης περί Συρίας και Αιγύπτου έχουν παρεμβληθή (προστεθή) εις μεταγενεστέραν έποχήν, όταν ή λατρεία τής Αφροδίτης, είχεν μεταδοθή άπό τόν Χώρον τού Αιγαίου και εις τάς χώρας αύτάς, αί όποίαι, όταν εγράφησαν οί "Υμνοι πρό τού 2.000 π.Χ. είχαν κυριολεκτικώς μεσάνυχτα από τάς μυστη­ριακός τελετάς πού αναφέρονται εις τούς "Υμνους).




δνιδος, θυμαμα ρματα

Κλθ μου εχομνου, πολυνυμε, δαμον ριστε,
βροκμη, φιλρημε, βρων ιδασι ποθεινας,
Εβουλε, πολμορφε, τροφε πντων ρδηλε,
κορη κα κρε, σ πσιν θλος αἰέν, δωνι,
σβεννμενε λμπων τε καλας ν κυκλσιν ραις,
αξιθαλς, δκερως, πολυρατε, δακρυτιμε,
γλαμορφε, κυναγεσοις χαρων, βαθυχατα,
μερνους, Κπριδος γλυκερν θλος, ρνος ρωτος,
Φερσεφνης ρασιπλοκμου λκτροισι λοχευθες,
ς ποτ μν ναεις π Τρταρον ερεντα,
δ πλιν πρς λυμπον γεις δμας ρικαρπον·
λθ, μκαρ, μσταισι φρων καρπος π γαης

(56) LVI. ΑΔΩΝΙΔΟΣ θυμίαμα, αρώματα
"Άκουσε την προσευχή μου,
ώ ένδοξε, άριστε θεέ, μέ την κομψήν κόμην,
φίλε τής ερημιάς (τής μοναξιάς),
πού είσαι γεμάτος από περιπόθητους καρπούς,
ώ Εύβουλέα μέ τις πολλές μορφές,
 φανερέ ανατροφέα τών πάντων,
 πού είσαι κόρη και παιδί (θηλυκός και αρσενικός)·
 ώ "Άδωνη,
εις όλα είσαι πάντοτε τό ωραίον βλαστάρι,
 σβήνεις και λάμπεις σέ ωραίες κυκλικές εποχές
- βοηθείς εις την αύξησιν τών καρπών,
έχεις δύο κέρατα, είσαι πολυέραστος (πολ, αγαπητός),
 σε τιμούν με δάκρυα, έχεις μορφήν πού λάμπει
χαίρεσαι στό κυνήγι, έχεις πυκνά και μακρά μαλλιά (κόμην)·
 έχεις αξιέραστη ψυχή, είσαι τό γλυκύ τέκνον τής Κύπριδος βλαστάρι τού έρωτος-
και γεννήθηκες στα κρεβάτια τής Περσεφόνης μέ τά έπέραστο πλοκάμια-
συ άλλοτε μεν κατοικείς κάτω από τόν σκοτεινόν Τάρταρον
και άλλοτε αντιθέτως οδηγείς (φέρεις) τό σώμα σου,
όταν ωριμάσει  στόν καιρό του, προς τόν "Ολυμπον.
έλα, ώ μακάριε, και φέρε εις τούς μύστας καρπούς από τήν γήν.



ακολουθούν   ένα απόσπασμα απο τα  ειδύλλια του ΘΕΟΚΡΙΤΟΥ που αναφέρετε στα Αηδώνια μυστήρια.

XV. ΣΥΡΑΚΟΥΣΙΑΙ ΑΔΩΝΙΑΖΟΥΣΑΙ 


ΓΟΡΓΩ
ΓΟΡΓΩ
Σγα, Πραξινα· μλλει τν δωνιν εδειν
τς ργεας θυγτηρ, πολϊδρις οιδς,
τις κα πρυσιν, τν ἰάλεμον, ρστευσε.
Φθεγξεται τι, σφ οδα, καλν· διαθρπτεται δη.
Σώπαινε πια· τον Άδωνι θα τραγουδήση τώρα
η τραγουδίστρα η ξακουστή, η κόρη της Αργείας,
εκείνη που την βράβεψαν πέρσι στο μυρολόγι.
Κάτι καλό θε να μας 'πη· νά, τη φωνή ακονίζει.
ΓΥΝΗ ΑΟΙΔΟΣ
ΓΥΝΗ ΑΟΙΔΟΣ
“Δσποιν, Γολγς τε κα δλιον φλασας,
απεινν τ ρυκα, χρυσ παζοισ φροδτα,
οἷόν τοι τν δωνιν π ενω χροντος
μην δυωδεκτ μαλακαποδες γαγον ραι.
Βρδισται Μακρων, ραι φλαι, λλ ποθεινα
Κυρά, που στους Γολγούς ποθείς και στο Ιδάλιον όρος
και στον ψηλό τον Έρυκα να παίζης, Αφροδίτη·
πάντοτ' αλαφροπάτητες, σου φέρνουν κάθε χρόνο,
μέσ' από τον Αχέροντα, τον Άδωνι σου οι Ώρες·
αυτές οι πιο αργοκίνητες από τους αθανάτους,
ρχονται πντεσσι βροτος αε τι φροισαι.
που φέρνουν σ' όλους τους θνητούς κάτι καλό όταν έρθουν.
Κπρι Διωναα, τ μν θανταν π θνατς,
νθρπων ς μθος, ποησας Βερενκαν,
μβροσαν ς στθος ποστξασα γυναικς·
τν δ χαριζομνα, πολυνυμε κα πολναε,
Της Διώνης θυγατέρα εσύ, πεντάμορφη Αφροδίτη,
τη Βερενίκη από θνητήν αθάνατη έχεις κάνει,
σταλάζοντας στα στήθη της τη θεϊκή αμβροσία·
κ' η Αρσινόη η κόρη της, ωραία σαν την Ελένη,
Βερενικεα θυγτηρ, λν εκυα
ρσινα πντεσσι καλος τιτλλει δωνιν.
για χάρη σου, ω ξακουστή και πολυλατρευμένη,
πλούσια, μεγαλόπρεπα τον Άδωνι γιορτάζει.
Πρ μν ο ρια κεται, σα δρυς κρα φρονται,
πρ δ παλο κποι πεφυλαγμνοι ν ταλαρσκοις
ργυροις, Συρω δ μρω χρσει λβαστρα.
Ολόγυρα του απλώνονται όλ' οι καρποί των δένδρων
κι άνθη πανώρηα, δροσερά μέσ' σ' αργυρά καλάθια
και σε λαγήνια ολόχρυσα μύρ' από τη Συρία.
Εδατ θ σσα γυνακες π πλαθν πονονται,
νθεα μσγοισαι λευκ παντοῖ᾽ μ λερ,
σσα τ π γλυκερ μλιτος τ τ ν γρ λαίῳ,
πντ ατ πετεην κα ρπετ τεδε πρεστιν.
Ολόγυρα του λιχουδιές που πλάθουν οι γυναίκες
με τέχνη ανακατεύοντας λουλούδια κι άσπρο αλεύρι
κι άλλα από μέλι γλυκερό κι από καθάρειο λάδι·
κάθε λογής πετούμενα και σερπετά κοντά του.
Χλωρα δ σκιδες, μαλακ βρθοντες νθ,
Το δροσερό γλυκάνισο κιόσκια ανθηρά έχει πλέξει·
δδμανθ· ο δ τε κροι περπωτνται ρωτες,
οοι ηδονιδες εξομνων π δνδρων
πωτνται, πτεργων πειρμενοι, ζον π ζω.
νιογέννητοι έρωτες δειλά τριγύρω φτερουγίζουν,
σαν τ' αηδονάκια τα μικρά, που αρχίζουν να πετάνε
και δοκιμάζουν τα φτερά κλωνάρι σε κλωνάρι.
βενος, χρυσς, κ λευκ λφαντος
αετ, ονοχον Κρονδ Δι παδα φροντες.
Για ιδές χρυσάφια κ' έβενους κι αϊτούς ελεφαντένιους
που φέρνουν στις φτερούγες των τον κεραστή του Δία·
Πορφρεοι δ τπητες νω (“μαλακτεροι πνω”,
Μλατος ρε, χ τν Σαμαν καταβσκων),
στρωται κλνα τ δνιδι τ καλ λλα”·
τν μν Κπρις χει, τν δ οδπαχυς δωνις,
κτωκαιδεκτης ννεακαδεχ γαμβρς.
για ιδές κι απάνω τι χαλιά πιο μαλακά απ' τον ύπνο.
Τώρα θα πη κ' η Μίλητος, τώρα θα 'πη η Σάμος:
«Για το χατήρι του Άδωνι στρώθηκαν δυό κρεββάτια.»
Στώνα πλαγιάζει ο Άδωνις και στάλλο η Αφροδίτη.
Ο κεντε τ φλαμ· τι ο πρι χελεα πυρρ.
Μα δεν κεντούν το φίλημα τ' αχνούδωτά του χείλια.
Νν μν Κπρις χοισα τν ατς χαιρτω νδρα·
ἀῶθεν δ μμες νιν μα δρσ θραι ξω
οσεμες ποτ κματ π ινι πτοντα,
λσασαι δ κμαν κα π σφυρ κλπον νεσαι,
Ας χαίρεται τον άντρα της η Αφροδίτη τώρα·
κ' εμείς ας τόνε φέρομε, πριν καλοξημερώση,
με τη δροσιά της χαραυγής, στο περιγιάλι κάτω,
κ' εκεί, με τα μαλλιά λυτά και με γυμνά τα στήθια,
στθεσι φαινομνοις, λιγυρς ρξμεθ οιδς.
όλες μαζί ας αρχίσωμε το λιγερό τραγούδι.
    “ρπεις, φλ δωνι, κα νθδε, κες χροντα,
μιθων, ς φαντ, μοντατος. Οτ γαμμνων
τοτ παθ, οτ Αας μγας, βαρυμνιος ρως,
οθ κτωρ, κβας γερατατος εκατι παδων,
« Εσ' είσαι ο μόνος, Άδωνι, από τους ημιθέους
» που και στον Άδη κατοικείς κ' έρχεσαι και στον κόσμο.
» Άλλος κανείς τη χάρη σου, μηδέ κι ο Αγαμέμνων,
» μηδέ κι ο Αίας ο ήρωας, μηδέ κι αυτός ο Έκτωρ
» ο πρώτος άπ' τα είκοσι παιδιά πούχε η Εκάβη,
ο Πατροκλς, ο Πρρος π Τροας πανελθν,
οθ ο τι πρτεροι, Λαπθαι κα Δευκαλωνες,
ο Πελοπηϊαδν τε κα ργεος κρα Πελασγο.
λαθι νν, φλ δωνι, κα ς νωτ εθυμσαις.
Κα νν νθες, δωνι, κα, κκ φκ, φλος ξες.”
» μηδέ κι αυτός ο Πάτροκλος, μηδέ κι αυτός ο Πύρρος
» που νικητής εγύρισε πέρ' από την Τρωάδα,
» μηδ' οι παλαιικώτεροι Λαπίθαι, μηδ' εκείνοι
» του Δευκαλίωνος οι γυιοί, μηδέ κ' οι Πελοπίδαι
» και μηδ' ακόμα οι Πελασγοί που κατοικούσαν στο Άργος,
» μηδέ κανένας απ' αυτούς δεν είχε τέτοια χάρη.
» Συμπάθησέ μας, Άδωνι, κ' έλα του χρόνου πάλι
» και δείξου μας χαρούμενος και καλοκαρδισμένος.
» Πάντα καλοδεχούμενος θε νάνε ο ερχομός σου.»
ΓΟΡΓΩ
ΓΟΡΓΩ
Πραξινα, τ χρμα σοφτερον. θλεια
λβα σσα σατι, πανολβα ς γλυκ φωνε.
ρα μως κες οκον. νριστος Διοκλεδας
χνρ ξος παν· πεινντι δ μηδποτ νθς.
Χαρε, δων γαπατ, κα ς χαροντας φκευ.
Άκουσες, Πραξινόη μου, πόσο σοφή είνε η κόρη;
Καλότυχη είνε αληθινά για όσα τραγούδια ξέρει
κι ακόμα πιο καλότυχη για τη γλυκειά φωνή της.
Μάνε καιρός, μου φαίνεται, να πάμε και στο σπίτι.
Ο άντρας μου είνε νηστικός κ' εύκολος στο θυμό του
κι όταν πεινάη, αλλοίμονο σ' όποιον μπροστά του λάχη.
Αγαπημένε μ' Άδωνι, χαίρε! κι όταν ξανάρθης
χαρούμενους κι ολόχαρους όλους μας να μας εύρης.


και τέλος ένα ποίημα του Ναπολέωντος Λαπαθιώτη


Αδώνια

«...Και ανατέλλει ο ήλιος και δύνει ο ήλιος, και εις τον τόπον αυτού έλκει·
αυτός ανατέλλων εκεί πορεύεται προς νότον και κυκλοί προς βορράν·
κυκλοί κυκλών, πορεύεται το πνεύμα, και επί κύκλοις αυτού επιστρέφει το πνεύμα».
Εκκλησιαστής


Είμαι τ’ Αρχαίο το Πνεύμα
Σαρκωμένο – κι είμαι
Ο Στοχασμός ο ανορμήνευτος κι ωραίος.

Φέρνω το χρώμα το παλιό
Το νοσταλγικό. – Βασιλέματα               
Σε θαμπά παραθύρια.

Το τραγούδι ματαλέω
Τ’ Αλησμονημένο. «Στα παλάτια αποκοιμήθη πλια των παραμυθιώνε
Η χλωμή Βασιλοπούλα...».

Η Απόλαψη
Της Ζωής με τα χίλια στόματα· η Απόλαψη
Με τα χίλια στόματα και με τα χίλια μαστά­ρια.

Με δένει ένα Τι,
Μιαν ασύγκριτη Μελαγχολία προς τα Περα­σμένα.
– Οι Διθύραμβοι. Τα Λήναια και τ’ Αδώνια.
Μιαν αδερφικιά Ενατένιση
Προς τα Μακρυνά. Τ’ ό,τι δεν ειπώθη. Ο αιώνιος
Ερχομός κι ο μισεμός – και του μισεμού ο καημός.

Τα ρόδα και τ’ άστρα.
Ο εναρμόνιος κύκλος οπού φέρνει πάντα
Πίσω από μιαν Άνοιξη κι ένα Χινόπωρο – και πάλε απ' την αρχή.

Νυχτοβάτης.
Με πλανέσαν οι σκιές και τα σεληνόφωτα
Κι οι βαθιές Λαχτάρες να βρούμε τ’ ανεύρετο
και να ιδούμε τ’ ανίδωτο

Νυχτοβάτης κι Ανέλπιδος…


Συνεχίζετε
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...