Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κρόνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κρόνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

13 Μαΐου 2017

και ο κρίνων κρίνεται



Εκτός από την περίπτωση του ‘Οσιρη-νέου Χ-Ωρου υπάρχουν και άλλες αναφορές αυτή τη φορά περί της κρίσης και του πετσοκόμματος, αν θέλετε, αιδοίων στην Ελληνική μυθολογία…και μάλιστα με άρπη - κοινώς δρεπάνη (η)

Etymologicum Genuinum, Etymologicum genuinum (ἀνάβλησις – βώτορες)
Alphabetic letter alpha, entry 1226, line 5

 <Ἅρπη> (Hes. th. 179)· ἡ δρεπάνη· παρὰ τὸ ἁρπῶ ἅρπη
γίνεται· παρὰ τὸ οἱονεὶ ἁρπάζειν ἃ διακόπτει· 

Η πιο γνωστή περίπτωση αυτή του Ουρανού, που ο γιός του Κρόνου, του αποκόπτει με διαμαντένιο δρεπάνι (αδαμάντινη άρπη) ή κατ’ άλλο συγγραφέα  δρεπάνι  με τραχιά όψη ή με δρεπάνι που φέρει τραχείς οδόντας  ((καρχαρόδοντη άρπη)  - έκοψε τα αιδοία του πατρός του, έχοντας την συμπαράσταση της μητέρας του Γαίας, γιατί   ο Ουρανό αρνήθηκε την δημιουργία και γκρέμιζε τα παιδιά του στα Τάρταρα…
Από την αποκοπή του ανδρικού  μορίου του – και την ρίψη τους στην θάλασσα θα γεννηθεί η Αφροδίτη, ενώ από το αίμα τους που τρέχει από την αποκοπή θα γεννηθούν οι Ερινύες… 
Nonnus Epic., Dionysiaca
Book 6, line 126
 “τίς προτέρην μετὰ Κύπριν ἀμερσιγάμῳ Κρόνος ἅρπῃ
μήδεα πατρὸς ἔτεμνεν, ἕως πάλιν ἀφρὸς ἐχέφρων
εἰς τόκον αὐτοτέλεστον ἄγων μορφούμενον ὕδωρ
ὁπλοτέρην ὤδινε θαλασσαίην Ἀφροδίτην;
μὴ ποταμὸς μετὰ πόντον ὁμοζήλοισι λοχείαις
κύματος αὐτογόνοιο λεχώιον ὁλκὸν ἑλίσσων
ἄλλην Κύπριν ἔτικτε, καὶ οὐχ ὑπόειξε θαλάσσῃ; 

10 Μαρτίου 2017

Βάπτισμα : τριττή κατάδυση



Σύμφωνα μάλιστα με το υπόμνημα της Μεγάλης Παρασκευής το βάπτισμα όπως και η Θεία Ευχαριστία εξέρευσαν εκ της τρωθείσης πλευράς του Ιησού Χριστού. Κατά τον Απόστολο Παύλο δόθηκε από τον Κύριο για να λυτρωθεί ο άνθρωπος από το προπατορικό αμάρτημα και από τις προσωπικές αμαρτίες.

Η τριττή  (τριπλή) κατάδυση στην ορθόδοξη θεολογία συμβολίζει την τριήμερο ταφή και ανάσταση του Χριστού. Έτσι πέρα από μια τελετουργική υποδοχή των πιστών στο σώμα της εκκλησίας, πέρα από τη λήψη της δωρεάς του Αγίου Πνεύματος, αποτελεί συμμετοχή στο θάνατο και την Ανάσταση του Ιησού Χριστού. Ο κάθε νεοφώτιστος με την βάπτιση αποθέτει τον Παλαιόν άνθρωπον και εξέρχεται από το μυστήριο αναγεννημένος ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ σύμφωνα με τα λεγόμενα του Ευαγγελιστή Ιωάννη.
Σύμφωνα με την ορθόδοξη παράδοση ο νεοφώτιστος πρέπει να καταδύεται πλήρως στο ύδωρ (τριττή κατάδυση), ενώ η δι' επιχύσεως ή ραντίσματος βάπτιση αποτελεί κακοδοξία. Το μυστήριο αυτό τελείται στις 8 ή τις 40 ημέρες από την γέννηση, ενώ υπάρχουν και ομολογίες οι οποίες δέχονται την βάπτιση μόνο μετά την ενηλικίωση. Η βάπτιση εικονίζει την έκχυση του Αγίου Πνεύματος στο βαπτιζόμενο άτομο.

Βάπτισμα  ως ένα από τα επτά τελετουργικά μυστήρια των Xριστιανικών εκκλησιών με χρήση νερού ως συμβόλου εξαγνισμού, που σηματοδοτεί την εισαγωγή του πιστού στο σώμα της εκκλησίας

1 Ιουνίου 2013

γίγαντες οἱ ἀπ' αἰῶνος, οἱ ἄνθρωποι οἱ [ὀνο]μαστοί



Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum
Kallierges page 391, line 15

 <Εὔϊος> καὶ <εὔσιος>: Ὁ Διόνυσος· καὶ τὸ εἰς
αὐτὸν ἐπίφθεγμα, Εὖσοι καὶ Εὖοἱ, κατὰ Λάκωνας·
Δωρικῇ γὰρ διαλέκτῳ μεταγενεστέρᾳ κατ' ἔνδειαν
τοῦ σ φασὶ γεγενῆσθαι εὔϊος· καὶ Εὖοἱ καὶ Εὐάν.

Commentaria In Dionysii Thracis Artem Grammaticam, Scholia Marciana (partim excerpta ex Heliodoro, Tryphone, Diomede, Stephano, Georgio Choerobosco, Gregorio Corint Page 433, line 34

Καὶ πάλιν θειασμοῦ λέγεται ἐπιρρήματα, ἃ θειάζοντές τινες καὶ κά-
τοχοι τῷ Διονύσῳ γινόμενοι, τουτέστιν ἐμφορούμενοι ὑπὸ <σφοδροῦ>
τινος πνεύματος, ἐπιφθέγγονται καὶ λέγουσιν εὔἁν εὐοἵ· ταῦτα οὖν 
ἐστι τοῦ Διονύσου, ἐπειδὴ καὶ αὐτὸς μανίας ἐστὶ ποιητής, καὶ ταῦτα
<τὰ> ἐπιφθέγματα ὑπὸ τῶν μυστῶν πρὸς αὐτὸν λέγεται.

Ως Εὔϊος αλλα  καὶ <Εὔσιος επίθετο του Διονύσου αλλά και επίφθεγμα  Ευσοί και Ευοί, κατά τους Λάκωνες,  στην Σπάρτη ονομάζετε ο θεός.

14 Μαΐου 2012

Διόνυσος Σαώτης


ΔΙΟΝΥΣΙΑΚΩΝ ΕΒΔΟΜΟΝ

 Ἤδη δ' ἀενάοιο βίου παλιναυξέι καρπῷ
ἄρσενα θηλυτέρῃ γόνιμον σπόρον αὔλακι μίξας
ἄσπορον ἤροσε κόσμον Ἔρως, φιλότητος ἀροτρεύς·
καὶ φύσις ἐρρίζωτο, τιθηνήτειρα γενέθλης,
καὶ χθονὶ πῦρ κεράσασα καὶ ἠέρι σύμπλοκον ὕδωρ
ἀνδρομέην μόρφωσε γονὴν τετράζυγι δεσμῷ.
 ἀλλὰ βίον μερόπων ἑτερότροπος εἶχεν ἀνίη
ἀρχόμενον καμάτοιο καὶ οὐ λήγοντα μερίμνης.
καὶ Διὶ παμμεδέοντι δυηπαθέων γένος ἀνδρῶν
ἄμμορον εὐφροσύνης ἐπεδείκνυε σύντροφος Αἰών·
οὔ πω γὰρ τοκετοῖο λεχώια νήματα λύσας 

Βάκχον ἀνηκόντιζε πατὴρ ἐγκύμονι μηρῷ,
ἀνδρομέης ἄμπαυμα μεληδόνος· οὐ τότε λοιβὴ
ἠερίους ἐμέθυσσε πόρους εὐώδεϊ καπνῷ
οἰνοβαφής, στεφάνους δὲ θεῶν λειμωνίδι ποίῃ
θυγατέρες λυκάβαντος ἀτερπέες ἔπλεκον Ὧραι·
οἴνου γὰρ χρέος ἦεν· ἀβακχεύτου δὲ χορείης
ἡμιτελὴς ἀνόνητος ἔην χάρις· ἀγρομένων γὰρ
ὄμματα μοῦνον ἔθελγεν, ὅτε στροφάδεσσιν ἐρωαῖς
ὀρχηστὴρ πολύκυκλος ἑλίσσετο λαίλαπι ταρσῶν,
νεύματα μῦθον ἔχων, παλάμην στόμα, δάκτυλα φωνήν.  
 ἀλλὰ Διὸς πετάσας ἐπὶ γούνασι λευκάδα χαίτην
Αἰὼν ποικιλόμορφος, ἔχων κληῖδα γενέθλης,
ἱκεσίης ὀρέγων κεχαλασμένον ὁλκὸν ὑπήνης,
εἶχε λιτάς· δαπέδῳ δὲ καθελκομένοιο καρήνου
ἐκταδίην ἔθλιψε ῥάχιν κυρτούμενος αὐχήν·
καὶ ποδὸς ὀκλάζοντος ἀτέρμονα χεῖρα τιταίνων
ἀενάου βιότοιο γέρων ἐφθέγξατο ποιμήν·
 “Ζεῦ ἄνα, καὶ σὺ δόκευε κατηφέος ἄλγεα κόσμου·
οὐχ ὁράᾳς, ὅτι γαῖαν ὅλην οἴστρησεν Ἐνυὼ
ὥριον ἀμώουσα ταχυφθιμένης στάχυν ἥβης;
οὔ πω λείψανα κεῖνα παρήλυθεν, ἐξότε φωτῶν
ἔκλυσας ἔθνεα πάντα, καὶ ἠερίου ῥόος ὄμβρου
αἰθέρα κυμαίνων ἐπεπάφλασε γείτονι Μήνῃ.
χαιρέτω ὠκυμόρων μερόπων βίος, ὧν ἐπὶ πότμῳ
οὐρανίους οἴηκας ἀναίνομαι· οὐκέτι κόσμου
πεῖσμα κυβερνήσω· μακάρων δέ τις ἄλλος ἀρείων
πηδάλιον βιότοιο παλιννόστοιο δεχέσθω·
ἄλλος ἐμῶν ἐτέων ἐχέτω δρόμον· αἰνοπαθὲς γὰρ
οἰκτείρων ἐμόγησα πολυτλήτων γένος ἀνδρῶν.
ἄρκιον οὐ πέλε γῆρας, ὅ περ νεότητα μαραίνει  
καὶ βραδὺν ἄνδρα τίθησι κάτω νεύοντι καρήνῳ,
κυφὸς ὅτε τρομερῇσι περισσοπόδεσσι πορείαις
γηροκόμῳ βαρύγουνος ἐρείδεται ἠθάδι βάκτρῳ·
ἄρκιος οὐ πέλε πότμος, ὃς ἔκρυφε πολλάκι Λήθῃ
νυμφίον ἀρτιχόρευτον ὁμόστολον ἥλικι νύμφῃ,
συζυγίης ἀλύτοιο φερέσβια πείσματα λύσας.
οἶδα μέν, ὡς ἐρόεις πέλεται γάμος, ἧχι λιγαίνει
Πανιάδος σύριγγος ὁμόθροος αὐλὸς Ἀθήνης· 


ἔμπης, ποῖον ὄνειαρ, ὅτε ζυγίῳ παρὰ παστῷ
ἑπτατόνου φόρμιγγος ἀράσσεται ὄρθιος ἠχώ;
πηκτίδες οὐ λύουσι μεληδόνας· ἀλλὰ καὶ αὐτὸς
νυμφιδίην ἀχόρευτος Ἔρως ἀπεσείσατο πεύκην
τερπωλῆς χατέοντας ὀπιπεύων ὑμεναίους.
ἀλλὰ πολυκμήτων μερόπων ἐπίληθον ἀνίης
φάρμακον ἐρρίζωτο βιοσσόον· οὐράνιον γὰρ
οὐκ ὄφελέν ποτε κεῖνο πίθου κρήδεμνον ἀνοῖξαι
ἀνδράσι Πανδώρη γλυκερὸν κακόν. ἀλλὰ καὶ αὐτὸς
ἀνδρομέης κακότητος ἐπαίτιός ἐστι Προμηθεύς,
ὃς μογερῶν μερόπων ἐπικήδεται· ἀρχεκάκου γὰρ
ἀντὶ πυρὸς γλυκὺ νέκταρ, ὅ περ μακάρων φρένα τέρπει,
κλέψαι μᾶλλον ὄφελλε καὶ ἀνδράσι δῶρον ὀπάσσαι,
ὄφρα τεῷ σκεδάσειε ποτῷ μελεδήματα κόσμου.   

ἀλλὰ λιπὼν βιότοιο πολυφλοίσβοιο μερίμνας
σὰς τελετὰς σκοπίαζε κατηφέας· ἦ ῥά σε θέλγει
ἀσπόνδων θυέων ἀνεμώλιος ἀτμὸς ἀλήτης;”
 ὣς φαμένοιο γέροντος ἐπὶ χρόνον ἔμφρονι σιγῇ
μῆτιν ἑὴν ἐλέλιζεν ἀτέρμονα μητίετα Ζεύς·
καὶ φρενὸς ἡνία λῦσεν ἐπασσυτέρῃσι δὲ βουλαῖς
ἐγκεφάλου γονόεντος ἐδινεύοντο μενοιναί.
καὶ Κρονίδης Αἰῶνι θεηγόρον ἴαχε φωνὴν
ἄξονος ὀμφήεντος ὑπέρτερα θέσφατα φαίνων·
 “ὦ πάτερ, ἀενάων ἐτέων αὐτόσπορε ποιμήν,
μὴ νεμέσα· βροτέη γὰρ ἀώριος οὔ ποτε λήγει
πληθομένη μινύθουσα φύσις, μίμημα σελήνης.
νέκταρ ἔα μακάρεσσι, καὶ ἀνδράσιν ἄλκαρ ἀνίης
αὐτοχύτῳ γλυκὺν οἶνον ἐοικότα νέκταρι δώσω,
ἄλλο ποτὸν μερόπεσσιν ἐφάρμενον· ἀρχέγονος δὲ
ἄχνυται εἰσέτι κόσμος, ἕως ἕνα παῖδα λοχεύσω.
τίκτω ἐγὼ γενέτης, καὶ τλήσομαι ἄρσενι μηρῷ
θηλυτέρας ὠδῖνας, ὅπως ὠδῖνα σαώσω.
χθιζὰ μὲν εὐρυάλωος ἐμῆς ὑπὸ νεύματι Δηοῦς
γαῖα χαρασσομένη σταχύων μνηστῆρι σιδήρῳ
ξηρὸν ἀμαλλοτόκοιο λοχεύσατο καρπὸν ἀρούρης·
ἤδη δ' ἀγλαόδωρος ἐμὸς πάις ἐν χθονὶ πήξει
ὑγρὸν ἀκεσσιπόνοιο θυώδεα καρπὸν ὀπώρης,
νηπενθὴς Διόνυσος, ἀπενθέα βότρυν ἀέξων,  
ἀντίπαλος Δήμητρι· καὶ αἰνήσεις με δοκεύων
ἄμπελον οἰνοτόκοισιν ἐρευθιόωσαν ἐέρσαις
εὐφροσύνης κήρυκα, καὶ ἀγρονόμους παρὰ ληνῷ
ποσσὶ βαρυνομένοισιν ἐπιθλίβοντας ὀπώρην,
Βασσαρίδων δὲ φάλαγγα φιλεύιον ὑψόθεν ὤμων
ἄπλοκον αἰθύσσουσαν ἐς ἠέρα λυσσάδα χαίτην·
καὶ φρένα βακχεύσαντες ἀμοιβαίοισι κυπέλλοις
πάντες ἀνευάξουσιν ἐπ' εὐκελάδοιο τραπέζης
ἀνδρομέης Διόνυσον ἀλεξητῆρα γενέθλης.
τοῦτον ἀεθλεύσαντα μετὰ χθόνα σύνδρομον ἄστρων...


 
Διονυσιακών έβδομον

Η έβδομη ραψωδία τραγουδά την ικεσία του Λευκομαλλου Αιώνα, τη Σεμέλη, τον έρωτα του Δία και το παράνομο κρεβάτι.

Ηδη ο Ερωτας έσπειρε τον άσπαρτο κόσμο αναμιγνύοντας τον αρσενικό γόνιμο σπόρο στο θηλυκό αυλάκι, με  τον καρπό της αιώνιας ζωής, που αναγεννιέται, της αγάπης ο γεωργός. Και η φύση ρίζωσε, η τροφός της νέας γενιάς, αναμειγνυοντας τη φωτιά με τη γή και συμπλέκοντας το νερό με τον αέρα διαμόρφωσε μ΄αυτήν την τεταρπλή ένωση το γένος των ανθρώπων.
Αλλά ή θλίψη βασάνιζε με πολλούς τρόπους τη ζωή των ανθρώπων που ξεκινούσε με πόνο και χωρίς να τελειώνουν οι έγνοιες.
Στον κυρίαρχο όλων, το Δια το γένος των πανάθλιων ανθρώπων, που δεν έβρισκε χαρά παρουσίασε ο σύντροφός του ο Αιών.
Γιατί ο πατέρας μην έχοντας λύσει τα νήματα της εγκυμοσύνης με τοκετό δεν εξακόντιζε ακόμα το Βάκχο, που εγκυμονούσε στο μηρό του, την παρηγοριά του ανθρώπινου καημού. Τότε τα περάσματα του αέρα δεν μέθυσε το κρασοκόκκινο θυμίαμα με ευωδιαστό καπνό, ενώ στεφάνια για τους θεούς με τα χορτάρια των λιβαδιών έπλεκαν οι κόρες του έτους, οι Ώρες, χωρίς χαρά.
Γιατί υπήρχε ανάγκη για κρασί. Του χορού χωρίς κρασί η χαρά ήταν μισή και μάταιη…

Γιατί τα μάτια των συμποσιαστών τρέπονται  μόνο, όταν με ορμητικές στροφές στριφογύριζε  με πολλούς κύκλους κάποιος χορευτής μέσα σε λαίλαπα , χοροπηδητού, μιλώντας  με νεύματα, το χέρι για στόμα και τα δάχτυλα για  φωνή. Αλλά αφού πέταξε στα γόνατα του  Δία  τη λευκή  χαίτη του, ο ποικιλόμορφος Αιών, κρατώντας τα κλειδιά της ανθρώπινης γενιάς, απλώνοντας την ικετευτική του γενειάδα παρακαλούσε. Στο δάπεδο σέρνοντας την  κεφαλή του μακριά, έκανε τη ράχη του να πονά κάμπτοντας τον αυχένα του και με λυγισμένα γόνατα, απλώνοντας τα  μακριά του χέρια είπε ο  βοσκός γέροντας της αιώνιας ζωής :  
Δία, βασιλιά, κοίτα και συ τα πάθη του σκοτεινιασμένου κόσμου. Δε βλέπεις,  ότι η Ἐνυὼ ( γαρ ο δαίμων τὶς προστάτης τοῦ πολέμου, σύντροφος του Αρη ). χτύπησε όλη τη γή κόβοντας τον ανθό της νιότης, που καταστρέφεται γρήγορα Δε χάθηκαν ακόμα τα απομεινάρια εκείνα, από τότε που όλα τα έθνη των ανθρώπων κατέκλυσες και το ρεύμα της ουράνιας βροχής , σηκώνοντας κύματα στον αέρα, πάφλασε στη γειτονική Σελήνη. Η ζωή χαιρέτησε τους ανθρώπους, που πεθαίνουν γρήγορα, γι' αυτή τη μοίρα που τους χτύπησε αρνούμαι το τιμόνι του ουρανού, δε θα κυβερνήσω πια το παλαμάρι του κόσμου. Κάποιος άλλος από τους  μακάριους  θεούς, πιο δυνατός, ας δεχθεί το πηδάλιο της ζωής, που αναγεννιέται.  Άλλος ας πάρει το δρόμο μου των τόσων χρόνων.  Κουράστηκα να θρηνώ το κακότυχο γένος  των πολυβασανισμένων ανθρώπων.


Δεν είναι αρκετά γι' αυτούς τα γηρατειά, που μαραίνουν τη νεότητα και κάνουν τον άντρα αργό και με σκυμμένο κε­φάλι,  καμπούρης πια, με βαριά πόδια στηρίζεται στο γνωστό μπαστούνι που τον γηροκομεί και έχει τρία πόδια στη δύσκολη πορεία του. Δεν του είναι αρκετός  ο  θάνατος, ο οποίος κρύβει  στη Λήθη πολλές φορές γαμπρό νιόπαντρο, σύντροφο με  συνομήλικη κόρη, που λύνει τα ζωοφόρα δεσμά του  άλυτου συζυγικού βίου. Γνωρίζω καλά, πόσο γλυκός είναι " , ο γάμος όταν  παίζει ο αυλός της Αθηνάς στον ίδιο τόνο με τη  φλογέρα του Πάνα. Ωστόσο, ποιο το όφελος, όταν η όρθια  ηχώ  της  εφτάτονης κιθάρας ακούγεται κοντά στη συζυγική  κλίνη;  Τα  όργανα δε σταματούν τα βάσανα.  Αλλά και ο Έρωτας χωρίς  χορό πετά μακριά τη γαμήλια λαμπάδα,  γιατί κατανοεί ότι οι γάμοι ζητούν την τέρψη. Αλλά για τους πολυβασανισμένους ανθρώπους, της στενοχώριας   λησμονιά, ένα φάρμακο σωτήριο ρίζωσε.



 Μακάρι η Πανδώρα , το γλυκό κακό για τους ανθρώπους, ποτέ να μην είχε ανοίξει εκείνο το ουράνιο σκέπασμα του πιθαριού. Αλλά και ο ίδιος ο Προμηθέας, που φροντίζει για τους βασανισμένους ανθρώπους, είναι υπαίτιος της ανθρώπινης δυστυχίας.  Περισσότερο θα χρησίμευε αντί για  τη  φωτιά - που στάθηκε η αρχή του κακού - το γλυκό νέκταρ  να κλέψει το οποίο ευφραίνει την ψυχή των θεών και να το  χαρίσει στους ανθρώπους  για να διασκεδάσει με το με το ποτό σου τα βάσανα του κόσμου. Αλλά εγκαταλείποντας  τις έγνοιες της πολυκύμαντης ζωής εξέτασε τις κακόκεφες τελετές σου. Στ' αλήθεια σε ευχαριστεί να ανεβαίνει ο αγύρτης αέρας άδειος από άσπονδες θυσίες;
Έτσι  αφού μίλησε ο γέροντας μέσα σε μακρόχρονη βαθιά σιωπή που κινούσε την αιώνια σκέψη του ο πάνσοφος Δίας.
Έλυσε τα ηνία του μυαλού του. Οι έγνοιες κινούνταν σε δίνη ενώ το μυαλό γεννούσε τη μια σκέψη μετά την άλλη. Ο Κρονίδης έβγαλε τη θεική φωνή του στον Αιώνα, φανερώνοντας  τις απόκρυφες μαντείες του προφητικού άξονα: «Πατέρα, ποιμένα αυτοδημιούργητε των ασταμάτητων χρόνων  μην αγανακτείς. Γιατί η ανθρώπινη φύση δε σταμάτα ποτέ  αυξανόμενη και σβήνεται σαν τη Σελήνη. Άφησε το νέκταρ  στους θεούς και θα δώσω άλλη προστασία  από τη στεναχώρια  στους ανθρώπους γλυκό κρασί, που να μοιάζει με  νέκταρ που χύνεται μόνο του. Ένα άλλο ποτό που αρμόζει στους  ανθρώπους.  


Από τις αρχές της ανθρώπινης γενιάς ο κόσμος ακόμη θλίβεται, μέχρι να γεννήσω ένα γιό. Εγώ θα του δώσω τη ζωή και θα το γεννήσω, και θα  υποφέρω τις  θηλυκές ωδίνες του τοκετού στον αρσενικό μηρό μου για να σώσω τη γέννα. Χθες κάτω από τα νεύματα της Δηώς της κυράς των αλωνιών η γη χαρασσόμενη από τους μνηστήρες του σιδήρου γεννούσε ξερό  καρπό που παρήγαγε στάχυα. Ηδη ο γιός  λαμπρό δώρο θα μπήξει στη γή τον υγρό καταπραϋντικό, ευωδιαστό καρπό ενός φυτού, ο Διόνυσος που δεν πενθεί ποτέ, παυσίλυπο  σταφύλι  φέρνοντας, ο αντίπαλος της Δήμητρας.



 Και θα με υμνήσεις  βλέποντας την άμπελο, τη μάνα του κρασιού να κοκκινίζει ολόδροση, κήρυκας της χαράς και κοντά στο πατητήρι να συνθλίβουν με τα βαριά τους πόδια το φυτό  και την παρέα των Βασσαρίδων με φωνές να σείει ψηλά στους ώμους την ξέπλεκη χαίτη που ανεμίζει  σαν τρελή. Και με μεθυσμένα τα αμοιβαία  κύπελλα όλοι θα κάνουν πρόποση στα πολύβουα τραπέζια για το Διόνυσο, το σωτήρα της ανθρώπινης γενιάς


συνεχίζετε...
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...