27 Μαΐου 2011

Εις Δία Δωδωναίον

 
Apollonius Soph., Lexicon Homericum
Page 61, line 12

<Δωδωναε.> πιθετικς Ζεύς, π Δωδώνης τς ν Θαλας-
 σί, ν ερν ατο.

θᾰλάσσιος

θᾰλάσς-ιος, later Att. θᾰλάσς-ττιος, α, ον, also ος, ον E.IT236: (θάλασσα):— θ. [Ποσειδν] Ar.Pl.396; of animals, opp. χερσαα, Hdt.2.123, cf. Pl. Euthd.298d, Arist.HA487a26; πεζοί τε κα θ. landsmen and seamen, A.Pers.558 (lyr.); θ. κρψαί τινα to thro wone into the sea, S.OT1411; θ. νεκρός, of one drowned, Thgn.1229; πλοον θ. sea-going vessel, POxy.1288.6 (iv A.D.).

Δωδωναίος ο Ζεύς από την Δωδώνη γιατι  το ιερό του είναι εντός της Θάλασσας
(Θαλασσας/θαλαττας αλλα μπορει καλλιστα και εντός Θεσσ-αλ(ία)ς
Αλς/αλός η θάλασσα.
Παρακάτω θα δούμε και αλλα επίθετά  και ιδιότητες του Διός στην συγκεκριμένη περιοχή. Εδώ αναφέρετε ως ο Θαλάσσιος Ζεύς  που λατρεύετε στην Δωδώνη.




Strabo Geogr., Geographica
Book 5, chapter 2, section 4, line 19

                                                     τόν τε
Δία τν Δωδωναον ατς ποιητς νομάζει Πελας-
γικόν “Ζε να, Δωδωναε, Πελασγικέ.

Strabo Geogr., Geographica
Book 7, chapter 7, section 10, line 5


 κλέλοιπε δέ πως κα τ μαντεον τ ν Δωδών,  
καθάπερ τλλα. στι δ', ς φησιν φορος, Πελα-
σγν δρυμα· ο δ Πελασγο τν περ τν λλάδα
δυναστευσάντων ρχαιότατοι λέγονται· κα ποιη-
τής φησιν οτω “Ζε να Δωδωναε, Πελασγικέ,”
δ' σίοδος “Δωδώνην φηγόν τε, Πελασγν δρα-
“νον εν.” περ μν ον τν Πελασγν ν τος
Τυρρηνικος ερηται, περ δ Δωδώνης τος μν πε-
ριοικοντας τ ερν διότι βάρβαροι διασαφε κα
μηρος κ τς διαίτης, νιπτόποδας χαμαιεύνας λέ-
γων· πότερον δ χρ λέγειν λλούς, ς Πίνδαρος,
Σελλούς, ς πονοοσι παρ' μήρ κεσθαι, γρα-
φ μφίβολος οσα οκ ἐᾷ διισχυρίζεσθαι. Φιλόχορος
δέ φησι κα τν περ Δωδώνην τόπον, σπερ τν Ε-
βοιαν, λλοπίαν κληθναι· κα γρ σίοδον οτω
λέγειν “στι τις λλοπίη, πολυλήιος δ' υλείμων·
νθα δ Δωδώνη τις π' σχατι πεπόλισται.” οον-
ται δέ, φησν πολλόδωρος, π τν λν τν περ
τ ερν οτω καλεσθαι· τν μέντοι ποιητν [οχ]
οτω λέγειν λλος λλ Σελλος πολαμβάνει τος
περ τ ερόν, προσθες τι κα Σελλήεντα τιν
νομάζει ποταμόν. νομάζει μν ον, ταν φ “τηλό-
“θεν ξ φύρης ποταμο πο Σελλήεντος.” [ο μέν-
τοι, Σκήψιός φησι, τς] ν Θεσπρωτος φύρας,
λλ τς ν τος λείοις· κε γρ εναι τν Σελλήεντα,
ν δ Θεσπρωτος οδένα, οδ' ν Μολοττος. τ δ
μυθευόμενα περ τς δρυς κα τν πελειν κα ε
τινα λλα τοιατα, καθάπερ κα] περ Δελφν, τ
μν ποιητικωτέρας στ διατριβς τ δ' οκεα τς νν
περιοδείας.
  Δωδώνη τοίνυν τ μν παλαιν π Θεσπρω-
τος ν κα τ ρος Τόμαρος Τμάρος (μφοτέρως
γρ λέγεται), φ' κεται τ ερόν· κα ο τραγικο  
δ κα Πίνδαρος Θεσπρωτίδα ερήκασι τν Δωδώνην·
στερον δ π Μολοττος γένετο. π δ το Το-
μάρου τος π το ποιητο λεγομένους ποφήτας
το Διός, ος κα νιπτόποδας χαμαιεύνας καλε, το-
μούρους φασ λεχθναι· κα ν μν τ δυσσεί οτω
γράφουσί τινες φησιν μφίνομος, συμβουλεύων
τος μνηστρσι μ πρότερον πιτίθεσθαι τ Τηλε-
μάχ πρν ν τν Δία ρωνται “ε μέν κ' ανήσωσι
“Δις μεγάλοιο τομοροι, ατός τε κτανέω, τούς τ'
λλους πάντας νώξω· ε δέ κ' ποτρεπέσι θεός,
“παύεσθαι νωγα.” βέλτιον γρ εναι τομούρους
θέμιστας γράφειν· οδαμο γον τ μαντεα θέμιστας
λέγεσθαι παρ τ ποιητ, λλ τς βουλς κα τ πο-
λιτεύματα κα νομοθετήματα· τομούρους δ' ερσθαι
πιτετμημένως οον τομαροφύλακας. ο μν ον νεώ-
τεροι λέγουσιν τομούρους· [παρ'] μήρ δ' πλούστε-
ρον δε δέχεσθαι θέμιστας καταχρηστικς κα βουλάς,
τ προστάγματα κα τ βουλήματα τ μαντικά, κα-
θάπερ κα τ νόμιμα· τοιοτον γρ κα τό “κ δρυς
ψικόμοιο Δις βουλν πακοσαι.”
 Κατ' ρχς μν ον νδρες σαν ο προφητεύον-
τες· κα τοτ' σως κα ποιητς μφαίνει· ποφήτας
γρ καλε, ν ος τάττοιντο κν ο προφται· στερον
δ' πεδείχθησαν τρες γρααι, πειδ κα σύνναος τ
Δι προσαπεδείχθη κα Διώνη. Σουίδας μέντοι Θετ-
ταλος μυθώδεις λόγους προσχαριζόμενος κεθέν τέ
φησιν εναι τ ερν μετενηνεγμένον κ τς περ Σκο-
τοσσαν Πελασγίας (στι δ' Σκοτοσσα τς Πελας-
γιώτιδος Θετταλίας), συνακολουθσαί τε γυνακας
τς πλείστας, ν πογόνους εναι τς νν προφήτι-  
δας· π δ τούτου κα Πελασγικν Δία κεκλσθαι·
Κινέας δ' τι μυθωδέστερον.
 Κινέας δέ φησι πόλιν ν Θεσσαλί εναι κα φη-
γν κα τ το Δις μαντεον ες πειρον μετενεχθ-
ναι. Stephanus in Δωδώνη.
 ν δ πρότερον περ Σκοτοσσαν πόλιν τς Πε-
λασγιώτιδος τ χρηστήριον· μπρησθέντος δ' πό τι-
νων το δένδρου μετηνέχθη κατ χρησμν το πόλ-
λωνος ν Δωδών. χρησμδει δ' ο δι λόγων, λλ
διά τινων συμβόλων, σπερ τ ν Λιβύ μμωνιακόν·
σως δέ τινα πτσιν α τρες περιστερα πέτοντο ξαί-
ρετον, ξ ν α έρειαι παρατηρούμεναι προεθέσπιζον.
φασ δ κα κατ τν τν Μολοττν κα Θεσπρωτν
γλτταν τς γραίας πελίας καλεσθαι κα τος γέρον-
τας πελίους· κα σως οκ ρνεα σαν α θρυλούμεναι
πελειάδες, λλ γυνακες γρααι τρες περ τ ερν
σχολάζουσαι. Epit. (i. e. epitome edita).

 τι κατ Θεσπρωτος κα Μολοττος τς γραίας
πελίας κα τος γέροντας πελίους, καθάπερ κα παρ
Μακεδόσι· πελιγόνας γον καλοσιν κενοι τος ν
τιμας, καθ παρ Λάκωσι κα Μασσαλιώταις τος
γέροντας· θεν κα τς ν τ Δωδωναί δρυ μεμυ-
θεσθαι πελείας φασίν. E. (i. e. epitome Vaticana).

 τι παροιμία “τ ν Δωδών χαλκίονντε-
θεν νομάσθη· χαλκίον ν ν τ ερ χον περκείμε-
νον νδριάντα κρατοντα μάστιγα χαλκν, νάθημα
Κορκυραίων· δ μάστιξ ν τριπλ λυσιδωτ πηρ-
τημένους χουσα ξ ατς στραγάλους, ο πλήττοντες
τ χαλκίον συνεχς, πότε αωροντο π τν νέ-
μων, μακρος χους πειργάζοντο, ως μετρν τν  
χρόνον π τς ρχς το χου μέχρι τέλους κα π
τετρακόσια προέλθοι· θεν κα παροιμία λέχθη
Κερκυραίων μάστιξ.” Epit.

10. "Ολίγον δέ έλειψε να εξαλειφθεί και το περίφημο μαντείο τής Δωδώνης, όπως και όλα τά λοιπά. Τό μαντείο τούτο ίδρυσαν, ως λέγει ό Έφορος, οί Πελασγοί, οι δέ Πελασγοί λέγεται, ότι υπήρξαν οί αρχαιότατοι εκ τών λαών, οί όποιοι έκυριάρχησαν τής Ελλάδος. Ό "Ομηρος μάλιστα λέγει: «Ζευ βασιλεϋ, Δωδωναίε, Πελασγικέ1», ό δέ Ησίοδος : «έπεσκέφθη τήν Δωδώνην καί τήν φηγόν, όπου κατοικούν οί Πελασγοί2». Περί μέν λοιπόν τών Πελασγών γένετο  εκτενής λόγος έπί τή ευκαιρία πού ώμιλήσαμεν περί τών Τυρρηνών, εδώ θά περιορισθώμεν νά όμιλήσωμεν περί της Δωδώνης. Προφανώς οί λαοί, οι όποιοι πρότερον κατοικούν πέριξ του ιερού ήσαν βάρβαροι, ώς καταφαίνεται έκ τής μαρτυρίας τού Όμηρου, και του τρόπου ζωής  των λαών τούτων, τους οποίους ούτος καλεί  άνιπτόποδας και  χαμαιεύνας1». Έάν δέ, πρέπει νά καλούμε αυτούς Έλλούς, ως θέλει ο Πίνδαρος, η' Σελλούς, ως νομίζουν ότι ονομάζονται υπό του Όμηρου, όσα αναφέρει ό "Ομηρος δεν είναι τόσον σαφή, ώστε νά άποφανθή.τις μετά βεβαιότητος περί του ζητήματος τούτου. Ό Φιλόχορος δέ ισχυρίζεται, ότι και ή περιοχή τής Δωδώνης όπως και ή  τής Ευβοίας, εκαλείτο πρότερον Ελλοπία- διότι και ό Ησίοδος2 λέγει: «υπάρχει κάποια περιοχή καλούμενη Ελλοπία μέ εύφορους αγρούς και πράσινα λιβάδια· εδώ, προς τό άκρον τής χώ­ρας, έκτίσθη πόλις καλούμενη Δωδώνη». Νομίζουν δέ, λέγει ό Απολλόδωρος, ότι τό ιερόν εκλήθη  ούτως από τα έλη πού υπάρχουν γύρω από τόν ναόν συγχρόνως δέ νομίζει, δ­τι ό Όμηρος έπρεπε νά καλέση Σελλούς και  ουχί Έλλούς τούς πέριξ του ναού λαούς, προσθέτων ότι και κάποιον πο­ταμόν ονόμασε Σελλήεντα. Όνομάζει δέ ποταμόν μέ τό ό­νομα τούτο είς τόν στίχον πού λέγει: «μακράν άπό τήν Έφύραν και άπό τόν ποταμόν Σελλήεντα3».  Ό Δημήτριος4 όμως έκ Σκήψεως (τής Τρωάδος) λέγει  ότι  δεν  πρόκειται περί τής Εφύρας τής Θεσπρωτίας, άλλα τής  Εφύρας τής Ήλιδος- διότι εκεί υπάρχει ό Σελλήεις είς δέ τούς Θεσπρωτούς και Μολοσσούς δέν υπάρχει τοιούτος ποταμός.  Όσον αφορά δέ τούς διαφόρους μύθους  περί τής δρυός και τών περιστερών και άλλων τινών τοιούτων, όπως συμβαίνει και μέ τούς Δελφούς, όλα αυτά ανάγονται μάλλον είς τήν δικαιοδοσίαν τής ποιήσεως, έν τούτοις όμως νομίζομεν ότι έχουν τήν θέσιν των και εις μίαν περιγραφήν, τήν οποίαν ήμεΐς έπιχειροϋμεν.
11. Ή Δωδώνη λοιπόν παλαιά μεν ήτο ύπό τήν έξουσίαν τών Θεσπρωτών, όπως και τό όρος Τόμαρος ή Τμάρος (διότι ονομάζεται και μέ τά δύο ονόματα), είς τούς πρόποδας του οποίου κείται το ιερόν  και οί τραγικοί δέ καί ό Πίνδαρος συχνά ονομάζουν τήν Δωδώνην  Θεσπρωτίδα, βραδύτερον δέ περιήλθεν υπό τήν έξουσίαν τών Μολοσσών. Έκ τού ονόματος δέ του Τομάρου σήμερον ισχυρίζονται ό­τι ό Όμηρος έσχημάτισε τήν λέξιν τομούρους, τήν οποίαν μετέχειρίσθη δια νά δηλώση τούς διερμηνείς τών θείων χρησμών, τούς οποίους καλεί και χαμαιεύνας και άνιπτό­ποδας· καί είς μέν τήν Όδύσσειαν5 οδτω γράφουν μερικοί εκείνα τά όποια λέγει ό Άμφίνομος, συμβουλεύων τους μνηστήρας νά μή έπιτεθοϋν κατά του Τηλεμάχου πριν ή συμβουλευθούν τόν Δία : «έάν μέν οί τόμουροι του μεγάλου Διός, επιδοκιμάσουν τήν πραξίν σας, καί εγώ ο Ιδιος θά τόν κτυπήσω καί τους άλλους θά προτρέψω εις τούτο· έάν όμως ό θεός σάς άποτρέψη, σας συμβουλεύω νά απόσχετε τής πράξεως ταύτης». Είναι λοιπόν προτιμότερον νά γράψωμεν τομούρους καί ουχί θέμιστας, διότι πουθενά είς τά ποιήμα­τα του ό ποιητής δέν καλεί τά μαντεία θέμιστας· μέ τήν όνομασίαν ταύτην δηλώνει τάς αποφάσεις, τά πολιτεύματα και τά νομοθετήματα· τόμουροι δέ συντετμημένος εϊναι οί τομαροφύλακες, δηλαδή οί φύλακες τοϋ Τομάρου. Οί μέν λοιπόν νεώτεροι μετεχειρίσθησαν τήν λέξιν τόμουροι, παρ' Όμήρω δέ απλούστερο είναι να μεταχειρισθώμεν τήν λέ­ξιν θέμιστες, δεχόμενοι μόνον, ότι ό ποιητής μετεχειρίσθη καταχρηστικώς τήν λέξιν διά νά δηλώση τάς βουλάς καί τά προστάγματα του μαντείου, ώς καί των νόμων παράδειγμα τούτου είναι ό στίχος1: «διά νά συλλέξη τάς θείας ταύτας θελήσεις, τάς οποίας έκ τής κορυφής τής υψηλής δρυός, ό Ζευς κάμνει τους ανθρώπους νά ακούσουν».
12. Κατ' αρχάς μέν λοιπόν άνδρες ήσαν οι διερμη­νεύοντες τάς θελήσεις του θεού· καί τούτο ίσως καί ό ίδιος ό ποιητής φανερώνει, διότι μεταχειρίζεται τήν λέξιν «ύποφήται», είς τήν οποίαν δύνανται νά συμπεριληφθούν καί οί προφήται- βραδύτερον δέ ώρίσθησαν τρεις γυναίκες γραϊαι πρός έκπλήρωσιν των καθηκόντων τούτων. Τούτο συνέβη, φαίνεται, κατά τήν έποχήν, κατά τήν οποίαν ή Διώνη εκλή­θη διά νά μοιράση τό ίερόν μέ τόν Δία- ό Σουΐδας όμως διηγείται άλλως τά πράγματα, άλλά είναι γνωστόν ότι ού­τος δέν διστάζει νά μεταχειρισθή μυθεύματα διά νά ευχα­ρίστηση τούς Θεσσαλούς· ούτως ισχυρίζεται, ότι τό ίερόν του Διός υπήρχε κατά πρώτον είς τήν Θεσσαλίαν είς τά πέριξ τής Σκοτούσσης μέρη τής Πελασγίας (τό τμήμα τής Θεσσαλίας, όπου ή πόλις αυτή κείται ονομάζεται ακόμη Πελασγιώτις) καί εκείθεν μετεφέρθη είς τήν Δωδώνην ή μεταφορά δέ αύτη συνωδεύθη από πολλάς γυναίκας τής χώ­ρας, των οποίων απόγονοι είναι αί σημερινοί προφήτιδες· έκ τούτου δέ εδόθη καί είς τόν Δία τό έπώνυμον τοϋ Πελα­σγικού· τήν Ιδίαν παράδοσιν ό Κινέας2 αναφέρει κατά τρό­πον ακόμη περισσότερον μυθώδη.
1. Ό Κινέας ομιλεί περί πόλεως τής Θεσσαλίας, κα­λούμενης Δωδώνης, από την οποίαν βραδύτερον μετεφέρθησαν είς τήν "Ηπειρον ή φηγός και τό μαντείο (Στέφανος ο Βυζάντιος 2 είς λέξιν Δωδώνη).
Ια Ήτο δέ πρότερον τό μαντείο περί τήν Σκοτούσσαν, πόλιν τής Πελασγιώτιδος· άλλ' επειδή έκάη ύπό τίνων τό ίερόν δένδρον, μετεφέρθη τό μαντείο είς τήν Δωδώνην κατά χρησμόν του Απόλλωνος. Έδίδοντο δέ οί χρησμοί ουχί δια λόγων, άλλά δι' ώρισμένων σημείων, όπως συμ­βαίνει και είς τήν Λιβύην μέ τό μαντεΐον τοϋ Άμμωνος· ίσως ή πτήσις των τριών περιστερών ύπέκειτο εις κάποιαν περίεργον άνωμαλίαν, και ετούτο παρατηρουσαι αί ίέρειαι προέλεγον τά μέλλοντα νά συμβούν. Λέγουν δέ επίσης, ότι κατά τήν γλώσσαν τών θεσπρωτών καί Μολοσσών αί γραΐαι εκκαλούντο πέλειαι, οί δέ γέροντες πέλειοι και ίσως αί πε­ρίφημοι πελειάδες δέν ήσαν πτηνά, άλλά γραΐαι γυναίκες τρεις επιφορτισμένοι μέ τήν περιποίησιν τοϋ ίεροϋ. (Έ-πιτ. έκδ.).
2. Είς τήν γλώσσαν τών Θεσπρωτών και Μολοσσών αί γηραιαι γυναίκες καλούνται πέλειαι, οί δέ γέροντες πέλειοι, όπως και είς τήν γλώσσαν τών Μακεδόνων πελιγόνας καλουσιν ώς τόσον εκείνοι τους άρχοντας των, όπως οί Λακεδαιμόνιοι και Μασσαλιώται καλοϋσι τούς ιδικούς των γέροντας· λοιπόν έκ τούτου λέγουσιν, ότι προήλθεν ό μύθος τών περιστερών ή πελειών της Δωδωναίας δρυός.
Ε. (Έπιτ. Βατ).
3. Λέγουν συνήθως δι' 'ένα φλύαρον: «είναι τό χάλκινον σκεύος τής Δωδώνης». Ιδού ποία είναι ή προέλευσις τής παροιμίας ταύτης. 'Υπήρχεν είς τό ίερόν τής Δωδώνης χαλκίνη χύτρα, αφιερωμένη ύπό τών Κερκυραίων και χρη­σιμεύουσα ώς ύπόβαθρον εις χάλκινον ανδριάντα, ό όποιος έκράτει μάστιγα χαλκίνην ή δέ μάστιξ άπετελεΐτο άπό τρεις άλύσεις, άπό τάς οποίας έκρέμαντο αστράγαλοι (μικρά όστα), τά όποια πλήττοντα συνεχώς τήν χαλκίνην χύτραν, οσάκις έκινούντο ύπό τού άνεμου, παρήγον συνεχείς ήχους, έως ό­του ό μετρών τόν ήχον άπό τής αρχής μέχρι του τέλους αύτοϋ, νά φθάση μετρών τόν αριθμόν τετρακόσια· διά τούτο ελέχθη και ή παροιμία «ή Κερκυραίων μάστιξ». (Έπιτ.).


Μυθολογικά σχόλια του Νόννου

Εκοστή στιν στορία κατ τος νιπτόποδας κα
χαμαιεύνας. στι δ ατη.
 Παρ' μήρ τ ποιητ Σελλο θνος Δωδωναίων. κ τούτων
ερες τς φηγο προεβάλλοντο. ν ταύτ δ τ φηγ μαντεον
ν το Διός, καλουμένη Δωδωναία δρς. οτοι ον ο ερες,
οα θεο ντες θεραπευτα γνεύοντες, οτε λούοντο οτε ν
κλίν κάθευδον, λλ χαμαί, ς φησιν ποιητς ν τούτ τ
πει·
    ... μφ δ Σελλοί
  σοι ναίουσ' ποφται, νιπτόποδες, χαμαιεναι.  

Υποφήτης = ερμηνευτής των χρησμών , μάντης, προφήτης, ιερέας, χρησμολόγος, ποιητής

Υποφήτις = ιέρεια, προφήτισσα

Χαμαιευνάς = αυτή που πλαγιάζει κάτω στην γή

Ανιπτό­πους = βρωμοπόδαρος, αυτός που έχει άπλυτα πόδια



Δωδεκάτη στν στορία περ τς Δωδωναίας δρυός.

  Δωδώνη πόλις στ περ τν παλαιν πειρον. ν ταύτ
ν δρς, ν λέγετο Ζες πισκιάζειν κα μαντείαν διδόναι
τος χρζουσι μαντείας. ξ ατς τς δρυς κινήματά τινα
μαντικ ξηχούμενα.   

Τρισκαιδεκάτη στν στορία περ το τρίποδος το Δελφι-
κο.

 Δελφο πόλις τς Φωκίδος, Φωκς δ παρχία τς λλάδος.
ν τούτοις τος Δελφος ν ερν το πόλλωνος, ν ν
Πυθώ, ν στατο τρίπους χαλκος, ξ ο χαλκο τρίποδος
μαντεία ξεφέρετο. πάνω γρ το τρίποδος ν τις φιάλη ν
α ψφοι α μαντικα λλοντο κα πήδων νίκα πόλλων
τν μαντείαν ξέφερεν. τρίπους δ ν δι τοτο, δι τ τν
μαντείαν κατ τος τρες χρόνους μαντεύειν. γρ ντως
μαντικ λέγει κα περ τν παρχημένων κα περ τν
νεστώτων κα περ τν μελλόντων.  

Τεσσαρεσκαιδεκάτη στν στορία περ τς Κασταλίας.

 στι δ ατη πηγ περ τν ντιόχειαν ν πόλλων
φορεύει. ν πηγ μαντεία τις ξεφέρετο κατ τν τοιάνδε
κρον το δατος, ο κατ φωνήν. ο γρ φωνή τις ξηχετο,
λλ' πλς χου τινς κα πνεύματος ναδιδομένου κα
κρος, πρς τινες στάμενοι κα νοοντες τ σύμβολα τατα
λεγον τ μέλλοντα.




Chrysippus Phil., Fragmenta logica et physica
Fragment 101, line 7

                                    aud. debeat p. 31ε. δε δ
μηδ τν νομάτων μελς κούειν, λλ τν μν Κλεάνθους
παιδιν παραιτεσθαι· κατειρωνεύεται γρ στιν τε προσποιούμενος
ξηγεσθαι τ
 ’Ζε πάτερ δηθεν μεδέων’ (Γ 320)
κα τ   ’Ζε να Δωδωναε’ (Π 233)
κελεύων ναγιγνώσκειν φ' ν, ς τν κ τς γς ναθυμιώμενον
έρα δι τν νάδοσιν ναδωδωναον ντα.

Cleanthes Phil., Testimonia et fragmenta
Fragment 535, line 11

Schol. BL Hom.
Π 233
  
Ζε να Δωδωναε]
τινς δ ναδωδωναε φ' ν παρ τν νάδοσιν τν γαθν.

Αναδίδωμι  = Αναδίδω, αναδίνω, αποπνεύω, αναπέμπω, αναφύω, προσφέρω, δίνω, διανέμω, διαμοιράζω, παρέρχομαι, αναβιβάζω, επιστρέφω
Αναδαίομαι = μοιράζομαι, διανέμομαι

Το Δωδωναίε από το αναδίδωμι  από την ανάδοση (ανάπτυξη, εμφάνιση, διανομή)  των αγαθών


Eustathius Philol., Scr. Eccl., Commentarii ad Homeri Iliadem
Volume 3, page 843, line 16

ο δ' ατο φυσιολογικς μα κα ντιθετικς κα τ ξς συμβιβάζοντές
φασι «Ζε να Δωδωναε», τουτέστιν αθέριε κα περίγειε.

Αιθέριος = ενάερος, άυλος, αφρόπλαστος, διάφανος, λεπτός, ουράνιος

Περίγειος = ο περί την γή, που περιβάλλει τη γή, που βρίσκεται σε πιο κοντινό σημείο στη γή





Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...