7 Ιανουαρίου 2012

ἐρινὸς ἡ ἀγρία συκῆ...



Ξεκινάω μια αναφορά και παρένθεση στα της  Πυραμίδος, περί οίκος του Σίτου βλέπε και Πυραμιδα ή Βηθλεεμ κλπ. και συνεχίζω με μια παρένθεση περί Συκιάς κλπ για να δώσω επιπλέον στοιχεία.
Αναρωτήθηκα  για το αν το  Δέντρο της ζωής-  όπως αυτό φαίνεται σε κείμενα είναι αυτό που παρουσιάζουν ως ιερό δέντρο και ως η δική μας  συκιά. 
 
Άλλο το δέντρο της ζωής και άλλο το δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού. Είναι δύο διαφορετικά δέντρα.

Γεν. 2,8                      Κα φύτευσεν Θες παράδεισον ν δμ κατ νατολς κα θετο κε τν νθρωπον, ν πλασε.
Γεν. 2,8                      Διέταξε δε ο Θεός και εφύτρωσε και εβλάστησεν εις την περιοχήν της Εδέμ προς ανατολάς κήπος, ο παράδεισος, και εκεί ετοποθέτησε τον άνθρωπον, τον οποίον έπλασε.
Γεν. 2,9                      κα ξανέτειλεν Θες τι κ τς γς πν ξύλον ραον ες ρασιν κα καλν ες βρσιν κα τ ξύλον τς ζως ν μέσ το παραδείσου κα τ ξύλον το εδέναι γνωστν καλο κα πονηρο.
Γεν. 2,9                      Έκαμε δε ο Θεός να βλαστήσουν από την γην όλα τα είδη των δένδρων, τα οποία είναι ωραία εις την όρασιν, ευχάριστα εις την γεύσιν και θρεπτικά, καθώς επίσης διέταξε και εφύτρωσε το δένδρον της ζωής εν μέσω του παραδείσου και το δένδρον της γνώσεως του καλού και του κακού.

Έτσι έχουμε δύο δέντρα εκτός από τα υπόλοιπα που βρίσκονται εντός του Παραδείσου- περί παραδείσου σε παλαιότερα κείμενα βλέπε κι εδώ.


Μεγάλο το θέμα περί Ιερών δέντρων και καρπών, παρένθεση είπαμε κάνουμε, και το δέντρο της ζωής είναι αυτό που συνδέεται με την ζωή, την δημιουργία με το «αυξάνεσθαι και πληθύνεσθαι» την ζωή αλλά και την αθανασία, την μακροζωία.

- Και άλλο βέβαια το δέντρο της γνώσεως. - Παρεπιπτόντως πολύ καλή η ταινία με τον τίτλο The Fountain (2006)-Μεταφρασμένος Τίτλος: Η Πηγή της Ζωής

Η συκιά η ελληνική είναι αυτή που ονομάζουμε Συκιά Καρική (ficus carica)
Γνωστή σε όλη την Μεσόγειο με διαφορετικές ποικιλίες και χρώματα ένα φρούτο που δίνει καρπούς δύο φορές το χρόνο, διφορική και με τα παλιά κλαδιά και τον κορμό και με τα νέα κλαδιά της καινούριας χρονιάς.
Πώς λοιπόν να μην λατρεύεται ως ιερό φρούτο και δέντρο. Κατά μία έκδοχή είναι η Μεγάλη μητέρα της γής-Γα/Δή-μητρα πρώτη αυτή που το έχει ευλογήσει, όταν έψαχνε την κόρη της και έφθασε στην Ελευσίνα.  Κείμενα από τους Δειπνοσοφιστές του Αθηναίου που αφιερώνει αρκετές σελίδες :

Δωρίων στορε Συκέαν τιν να τν Τιτάνων διωκόμενον π
Δις τν μητέρα Γν ποδέξασθαι κα νεναι τ φυτν ες διατριβν τ
παιδί, φ' ο κα Συκέαν πόλιν εναι ν Κιλικί· Φερένικος δ ρακλεώτης,
π συκς τς ξύλου θυγατρς προσαγορευθναι. ξυλον γρ τν ρίου
μαδρυάδι τ δελφ μιγέντα γεννσαι Κάρυαν, Βάλανον, Κρανεον, ρέαν,
Αγειρον, Πεταλίαν, μπελον, Συκν· κα ταύτας μαδρυάδας νύμφας
καλεσθαι κα π' ατν πολλ τν δένδρων προσαγορεύεσθαι. θεν κα
ππωνάξ φησι· συκν μέλαιναν μπέλου κασιγνήτην

Μια άλλη εκδοχή για την Δημιουργια της Συκιάς υπεύθυνος είναι  ένας Τιτάνας  ο Συκεύς που καταδιωκόμενος εκ του Διός εγινε δεκτός από τη μητέρα Γη που παρήγαγε προς διατροφή του υιού της δέντρο με το ονομά του και εκ αυτού ονομάσθει Συκεα και μια πόλη στην Κιλικία.
Ο Φερένιος εξ αλλου ο εξ Ηρακλείας – επικός ποιητής  λεει ότι η Συκή ονομασθει επο το όνομα της θυγατέρας του Οξυλου που ελέγετο Συκή. Διότι λεγει ότι ο Οξυλος, γιός του Ορείου συνευρέθει εξ αυτης μεταξύ άλλων την Καρυα (Καρυδιά), την Βάλανον (Βαλανιδιά), την Κρανειά ( Ακρανειά), την Μορέαν (μουριά) την Αιγειρον (Λεύκη/α), την Πτελέαν (Φτελιά) και την Αμπελον και τέλος την Συκήν. Και αυτές εινια οι λεγόμενες Αμαδυάδες- νυμφες που γεννιώνται στα δάση) και από το ονομά τους πολλά από τα δέντρα έχουν ονομασθεί. Και ο Ποιητής Ιππώναξ λέγει την : τη μαύρη τη συκιά την αδελφή του Κλήματος»

Κατ ΄άλλη εκδοχή είναι ο Διόνυσος αυτός που το έφερε στην Ελλάδα μαζί με το αμπέλι, και πάλι στους Δειπνοσοφιστές του Αθηναίου :

«Σωσίβιος δ ερεμα Διονύσου τν συκν φησι, δι κα Λακεδαιμονίους Συκίτην τιμσαι Διόνυσον.
Νάξιοι δ μείλιχον καλοσι Διόνυσον δι τν το συκίνου καρπο παρά-
δοσιν. δι κα τ πρόσωπον ατο παρ Ναξίοις τ μν το Βακχέως
Διονύσου εναι μπέλινον, τ δ το μειλιχίου σύκινον, τ δ σύκα μείλιχα
καλεσθαι· φελιμώτερα δ πάντων τν ξυλίνων καρπν νθρώποις τ
σύκα. ρόδοτος γον Λύκιος ετραφ λέγει γίνεσθαι τ νεογν τν
παίδων, τ χυλ τν σύκων ε διατρέφοιτο. κα Φερεκράτης δέ φησιν· ν
-δ' μν σκόν τις δ δι χρόνον νέον ποτέ, τφθαλμ περιμάττομεν τοτο
τν παιδίων ς κα άματος ο το τυχόντος τν σύκων παρχόντων.

O Σωσίβιος ο Λάκων εύρημα του Διονύσου ισχυρίζεται ότι είναι η συκιά, και γι αυτό οι Λακεδαιμόνιοι τον λατρεύουν ως Συκίτην. Οι Ναξιοι πάλι  ονομάζουν τον Βάκχον Μειλιχιον ( γλυκυν, ευχάριστον) γιατι τους δώρησε τα σύκα που ονομάζονται και μειλιχια. – Επίθετο και του Διός-
Και απ΄όλους τους καρπούς των δέντρων ο Ηρόδοτος ο Λύκιος αποδεικνύει ότι τα σύκα είναι οι ωφελιμότεροι καρποί και προσθέτει ότι τα νεογέννητα παιδιά γίνονται ευτραφή, αν τρέφονται με τον χυμό των σύκων.  Και ο Φερεκίδης το θεωρεί ως φάρμακο και ίαμα για τα μάτια των παιδιών….

Και παρακάτω θα δούμε κι άλλη σύνδεση της Συκιάς με μια άλλη εκδοχή στη οποία η Ρέα-Κυβέλη είναι αυτή που την  έχει φέρει εκ Φρυγίας. 


Όμως το κειμενο για τα σύκα στους Δειπνοσοφιστές αρχίζει με το παρακάτω κείμενο : 
   Σῦκα  ἡ συκῆ, φησίν ο Μάγνος, ουδενί γαρ των περί σύκων λόγων παραχωρήσαιμι (αν), καν από κράδης αποκρεμάσθαι δεη φιλοσυκος γαρ ειμί δαιμονίως, λέξω τα μοι προσπίπτοντα – συκή, άνδρες φίλοι, γεμν το καθαρείου βίου τος νθρώποις γένετο. δλον δ τοτο  κ το καλεν τος θηναίους τν ερν συκν τν τόπον ν πρτον ερεθναι, τὸν δ' ἀπ' αὐτῆς καρπν γητορίαν διὰ τὸ πρῶτον εὑρεθῆναι τῆς ἡμέρου τροφῆς. σύκων δὲ γένη πλείω. Ἀττικόν. Ἀντιφάνης· οἷα δ' ἡ χώρα φέρει διαφέροντα πάσης, Ἱππόνικε, τῆς οἰκουμένης τὸ μέλι, τοὺς ἄρτους, τὰ σῦκα. σῦκα μὲν, νὴ τὸν Δία, πάνυ φέρει·

Η συκιά λεει ο Μάγνος  - δεν θα υποχωρήσω βεβαια σε κανέναν, προκειμένου να μιλήσω περι σύκων, και αν ακόμα παραστεί ανάγκη να κρεμασθώ από συκήν, διότι ειμαι εξαιρετικά φιλοσυκος, θα σας ειπώ κάθε τι που θα έλθει στο νού μου. Η συκιά φίλοι μου εισήγαγε τον πολιτισμένο βίο εις τους ανθρώπους, φαινεται αυτό από το ότι ονομάζουν οι Αθηναίοι Ιερά συκή τον τόπο όπου ανευρέθει το δέντρο τούτο, το δε καρπό του ηγητήρια  ή ηγητορία  ( σημαινει την ζύμη ή την πάστα από ξέρα σύκα την οποία έφεραν κατά την πομπή των Αττικών πλυντηρίων, και αντικατέστησε τους βάλανους που έτρωγαν πριν γνωρίσουν την συκιά)

Αττικό το ειδος του σύκου που αναφέρει ο Αντιφάνης εν τοις Ομωνύμοις του. Επαινών την Αττική γή λεγει τα εξής:
Α Τι ανώτερον έχει και  διαφέρει η γη αυτή Ιππόνικε, το μέλι, τους άρτους τα σύκα;;

Σύκα μεν, μα το θεό παράγει άφθονα – και διαφέρει εννοείτε.


Παρακάτω μας δινεται η πρώτη κρυφή εξαγωγή σύκων και οι καταγγέλοντες στην δικαιοσύνη ονομάσθηκαν για πρώτη φορά συκοφάνται.

στρος δ οδ' ξάγεσθαί
φησι τς ττικς τς π' ατν γινομένας σχάδας, να μόνοι πολαύοιεν
ο κατοικοντες. κα πε πολλο νεφανίζοντο διακλέπτοντες, ο τούτους
μηνύοντες τος δικαστας κλήθησαν τότε πρτον συκοφάνται. λεξις δέ
φησι· ο συκοφάντης ο δικαίως τονομα ν τοσι μοχθηροσιν στι κεί-
μενον. δει γρ στις χρηστς ν δύς τ' νρ τ σκα προστεθέντα δηλον
τν τρόπον· νυν δ πρς μοχθηρν δ προστεθν πορεν πεποίηκε δι
τί τοθ' οτως χει. Φιλόμνηστος δέ φησι· πε κα συκοφαντς ντεθεν
προσηγορεύθη δι τ εναι τότε τ πιζήμια κα τς εσφορς σκα κα
ονον κα λαιον, φ' ν τ κοιν δικουν κα τος τατα πράττοντας κα
εσφαίνοντας κάλουν, ς οικε, συκοφάντας αρούμενοι τος ξιοπιστο-
τάτους τν πολιτν.
Λακωνικο δ σύκου μνημονεύει ριστοφάνης· συκς
φυτεύω πάντα πλν Λακωνικς· τοτο γρ τ σκον χθρον στι κα  
τυραννικόν. ο γρ ν ν μικρόν, ε μ μισόδημον ν σφόδρα. μικρν δ
ατ επε, δι τ μ μέγα εναι τ φυτόν. λεξις δ Φρυγίων μνημο-
νεύων σύκων φησί· τό τε θειοφαγς μητρωον μο μελέδημα σχάδας, Φρυγίας ερεμα συκς

Μια από τις βασικές εννοιες που συνδέει το σύκο και με την μητέρα των θεών – εννοεί την Ρέα-Ηρα-Κυβέλη,  την πανάρχαια μητέρα θέα, θυγατέρα του Ουρανού, και της Γής, συζυγο του Κρόνου και μητέρα όλων των Ολύμπιων Θεών, που λατρεύεται στην Φρυγία που αργότερα θα συγχωνευθεί η λατρεια της στην λατρεία της Ηρας-Κυβέλης κλπ, μπορειτε να δειτε και παλιότερα κείμενα  για την Ρέα –Ηρα – Κυβέλη 

. σύκων δ φιβαλέων Φερεκράτης· δαιμόνιε πύρεττε
μηδν φροντίσας κα τν φιβαλέων σύκων τργε το θέρους κμπιπλά-
μενος κάθευδε τς μεσημβρίας· κτα σφακέλιζε κα πέπρησο κα βόα.
Τηλεκλείδης· ς καλο κα φιβαλέοι. κα μυρρίνας δ φιβαλέας ντι-
φάνης φησί· χελιδονίων δ σύκων μνημονεύει πιγένης· χελιδονίων
σκληρν δρς πινακίσκος. λέγονται δέ τινες κα πωροβασιλίδες κα κόλουροι
  κα δίφοροι κα Μεγαρικαί. Λυγγες δέ φησι τ αριν τος Λακωνικος
ς συκάμινα σύκοις δοκεν ρίζειν. τι ν τ καλ ώμ καλλιστρούθια
σκα πολλν χει <διαφορν> πρς τ ν πάσ τ οκουμέν γινόμενα.
παινεται δ ν ώμ κα τ Χα καλούμενα κα Λιβιαν κα Χαλκιδικ
κα τ φρικανά. τι δ κα τ π Καύνου τς Καρίας παινεται
κοινόν. σύκων δ τοξαλίων μνημονεύει ρακλέων φέσιος λέγων· τ
ονάριον πάνυ ν ξ κα πονηρν στ' σχυνόμην. τ λοιπ μν γρ
τοξαλίους συκς κα τ ξς. κα ν Πάρ δ καλ σκα τ καλούμενα
αμώνια παρ' ατος δι τ ρυθρδες, τατ ντα τος Λυδίοις καλουμένοις.
ρχίλοχος· α Πάρον κα σκα κενα κα θαλάσσιον βίον. Τ δ σκα
τατα τοσαύτην χει παραλλαγν πρς τ πολλαχο γινόμενα ς τ
το γρίου συς κρέας πρς τ τν μ γρίων. λευκερινες δ εδος συκς,
τις, φησίν, σως τ λευκ σύκα φέρει. ρίνων δ σύκων Εριπίδης μέμνηται·
προσπήγνυναι κράδαις ρινας. Σοφοκλς δ τν καρπν τ το δένδρου
κάλεσεν νόματι επών· πέπων ρίνος χρεος ν ες βρσιν λλους ξερι-
νάζεις λόγ. τ δ δένδρον γρια συκ ρινς κατ τ ρρεν λέγεται.
ξ ο παρ' μήρ ρινεός. μερίας δ ρίνακας καλεσθαι τος λονθούς
φησιν. Φιλήμων δ σκά τινα βασίλεια φ' ν κα βασιλίδας σχάδας
καλεσθαι, προσιστορν τι κόλυθρα καλεται τ πέπονα σκα. Σέλευκος
δ γλυκισίδην καλεσθαι τινά φησι σύκ τν μορφν μάλιστα οικυαν.
Φυλάσσεσθαι δ τς γυνακας σθίειν δι τ ποιεν ματαισμούς. τ δ
χειμεριν σκα Πάμφιλός φησι καλεσθαι κωδωναα π χαιν. ρμιππος
δ κορακέων σύκων μέμνηται. Θεόφραστος δέ φησι περ τν Τρωικν δην
γίνεσθαι συκν θαμνώδη, φύλλον μοιον χουσαν τ τς φιλύρας. φέρειν
δ σκα ρυθρ λίκα λαία τ μέγεθος στρογγυλώτερα, εναι δ τν
γεσιν μεσπιλώδη. ατός φησι. τ συκ ταν ἀὴρ πιγένηται μαλακς
κα γρς κα θερμς ξεκαλέσατο τν βλάστησιν, θεν κα ο πρόδρομοι.
κα προιν δ λέγει τος προδρόμους α μν φέρουσιν, τε Λακωνικ
κα λευκομφάλος κα τεραι πλείους, α δ' ο φέρουσιν.  – δ' ν Κρήτ,  
φησν ατς, καλουμένη Κυπρία συκ φέρει τν καρπν κ το στε
λέχους κα τν παχυτάτων κρεμόνων. Σέλευκος δ πρτερικήν τινά φησι
καλεσθαι συκν φέρει πρώιον καρπόν. Θεόπομπος στορε κατ τν
Φιλίππου ρχν περ Βισαλτίαν κα μφίπολιν αρος μέσου ντος τς
μν συκς σκα, τς δ' μπέλους βότρυς, τς δ λαίας ν χρόν
βρύειν εκς ν ατς λαίας νεγκεν, κα ετυχσαι πάντα Φίλιππον.
Θεόφραστος κα τν ρινεν εναί φησι δίφορον, ο δ κα τρίφορον ς ν
Κέ. λέγει δ κα τν συκν ν Σκιάλ φυτευθεσαν θττον παραγίνεσθαι
κα π σκωλήκων μ διαφθείρεσθαι· κα πάντα δ τ ν Σκιάλ φυ-
τευθέντα κα θττον αξάνεσθαι κα εβλαστ γίνεσθαι. ατός φησι
κα τι νδικ συκ καλουμένη μικρν χει τν καρπν κα λίγον, ς
ν ες τν βλάστην ξαναλίσκουσα πσαν τν τροφήν. φησ δ κα λλο
γένος συκς εναι ν τ λλάδι κα περ Κιλικίαν κα Κύπρον λονθοφόρον,
τ μν σκον μπροσθεν φέρει το κάρπου, τν δ λονθον ξόπισθεν.
οδα, φησίν, νόματα σύκων κα λλα, συκοβασίλεια· κιρροκοιλάδια, λάδια,
σαρκελάφεια, καπύρια, πικρίδια, δρακόντια, λευκόφια, μελανόφια, μυλαικά,
σκαλώνια.
Και το κείμενο βριθει από ονομασίες και είδη σύκων και τοποθεσιών όπου αυτά φύονται. Από την Κιλικίαν μέχρι την Κύπρο, την Ελλάδα, στα νησιά της αλλα και μέχρι την Ρώμη, σε όλη τη Μεσόγειο η καλλιέργεια του ιερού καρπού είναι διαδεδομένη και πασίγνωστη.
                            
Όμως η συκιά ονομάζεται και ερινεός ή όρνός η άγρια η αρσενική συκιά
Το τοπωνύμιο ερινεός = ορνός = άγρια συκιά το συναντούμε και στην
Ιλιάδα του Ομήρου :
« Στην άγρια τη συκιά το ασκέρι σου για στήσε δίπλα τώρα… ( Ζ, 433 )
« Τη βίγλα και την ανεμόδαρτην αγριοσυκιά περάσαν …( Χ,145 )

Ορνούς όμως, ονομάζουμε και τους καρπούς της άγριας, αρσενικής συκιάς, που δεν γίνονται σύκα και δεν τρώγονται.
Ορνούς λέμε ακόμα και τα αγίνωτα, τα άγουρα σύκα της ήμερης συκιάς.
Τις περασμένες δεκαετίες υπήρχαν πολλές συκιές. Τα χλωρά σύκα ήταν ένα από τα νοστιμότερα φρούτα του Αυγούστου. Τα ξερά, ζεματισμένα ή φουρνιστά και γεμισμένα με αμύγδαλα και σουσάμι, ήταν μεγάλη λιχουδιά. Αποτελούσαν ακόμα βασικό είδος διατροφής και πρώτη ύλη για την παρασκευή βράσματος, μουσταλευριάς και μουστοκούλουρων. Γι’ αυτό μια καλή καρποφορία της συκιάς αποτελούσε αντικείμενο φροντίδας της αγροτικής οικογένειας. Η συκιά όμως δεν ωριμάζει τους καρπούς της, αν δεν ορνιαστεί .Το όρνιασμα της συκιάς ήταν ενέργεια που δεν μπορούσε να την αμελήσει ή να την παραλείψει κανείς. Με τον ερχομό του Ιουνίου συλλεγουν ορνούς από τις αγριοσυκιές τους περνούσαν σε βούρλα και φτιάχνανε αρμαθιές από αυτούς, που τις πετούσανε πάνω στις συκιές.
Στο σύκο της ήμερης συκιάς υπάρχουν αναρίθμητα μικροσκοπικά
θηλυκά λουλουδάκια με ύπερους και ωοθήκες. Η άγρια συκιά έχει
αρσενικά λουλούδια με στήμονες και γύρη, με την οποία γονιμοποιείται το θηλυκό λουλούδι και γίνεται το σύκο. Μέσα στο σύκο του ορνού ζει ένα μικρό έντομο, ο ψήνας, που γεννά τα αυγά του μέσα στο άγουρο σύκο της ήμερης συκιάς.  Στο τέλος της Άνοιξης ο ψήνας βγαίνει από την τρύπα που είναι στο επάνω μέρος του ορνού και πηγαίνει στο σύκο της ήμερης συκιάς για να γεννήσει τα αβγά του. Βγαίνοντας παίρνει πάνω στα φτερά και στα πόδια του άφθονη γύρη, που την μεταφέρει στα θηλυκά άνθη της ήμερης συκιάς και τα γονιμοποιεί. Έτσι οι ορνοί της ήμερης συκιάς δένουν, δεν πέφτουν, μεγαλώνουν και γίνονται νόστιμα σύκα.
Το όρνιασμα της συκιάς ήταν γνωστό από την αρχαιότητα και
αναφέρεται από αρχαίους συγγραφείς ( Θεόφραστος, Ηρόδοτος ).
Τα τοπωνύμια Ορνός και Ερινεός τα συναντάμε σε πολλά μέρη της Χώρας μας.

Από λεξικο της περιοχής της νησιωτικής χώρας των Βασιλικών Λέσβου:

ούριους – α –ου : < πιθ. από το αρχ. ορός, το υγρό
που απομένει μετά την πήξη του γάλακτος: (για τα αβγά) μπαγιάτικος, αλλοιωμένος , κλούβιος || ούριουτσιφάλ’(άνθρωπος με χαλασμένο μυαλό , που δε σκέφτεται σωστά,ανόητος )
ουρνιάζου ρ. : <ουρν -ός (βλ.λ.) + -ιάζω: ρίχνω αρσενικά άνθη συκιάς (ορνούς) σε συκιά για επικονίαση των θηλυκών , κάνω όρνιασμα
ουρνός (ο) : < αρχ. ερινεός: άγρια συκιά , συκιά με αρσενικά άνθη (ορνούς) , μέσα από τα οποία βγαίνουν μικρά έντομα , που μεταφέρουν τη γύρη στα θηλυκά άνθη και γίνεται η επικονίαση


Theophrastus Phil., Historia plantarum
Book 2, chapter 8, section 1, line 17

δι' κα οκ ρινάζουσι ταύτας.

Theophrastus Phil., Historia plantarum
Book 2, chapter 8, section 3, line 6

                                   
φασ δ ρινάζειν κα τ πόλιον, πόταν ατ καρπς πολύς, κα τος τς πτελέας κωρύκους· γγίνεται γρ κα ν τούτοις θηρίδι' ττα.


Theophrastus Phil., De causis plantarum (lib. 2-6)
Book 2, chapter 9, section 9, line 4

                   οικε δ' επερ νοιξις ποιε τν

πιμονν επνοιάν τε κα πέρασιν ποιοσα παραπλή-
σιον τρόπον τιν) συμβανον κα π τν ν Αγύπτ
συκαμίνων·
         λλ τοτο διαμφισβητοσί τινες ς
ρ' οκ νοίγουσιν ο ψνες λλ συμμύειν ποιοσιν
ταν εσδύωσιν θεν κα τν ατίαν στν κ το ναν-
τίου φέρειν ς τούτου χάριν ριναζομένων· ἐὰν γρ συμ-
μύωσιν οθ' δρόσος οτε τ ψακάδια δύναται διαφθεί-
ρειν φ' ν ποπίπτουσι διυγραινόμενοι σπερ κα ο
κύτινοι τν ον· τι δ τατα ατια μηνύει τ συμβα-
νον δ κα λέγουσί τινες· ποβάλλουσι γρ μλλον
δατίων πιγινομένων.

Theophrastus Phil., De causis plantarum (lib. 2-6)
Book 2, chapter 9, section 5, line 3

  Τν δ συκν κα τν φοινίκων οκ ν τούτοις στ μόνον λλ κα ν τ
ατν διαστάσει· δι' κα ρινάζουσι τς συκς· τοτο
δ ποιοσιν πως ο ψνες ο κ τν ρινν τν πι-
κρεμαννυμένων γινόμενοι διοίγωσι τ π τς συκς·
μν γρ γένεσις ξ κείνων· ζητοντες δ τν μοίαν
τροφν κπέτονται κα προσίπτανται τος π τς συ-
κς ρινος. Συμβαίνει δ τοτο κα π τν (μ)
ριναζομένων ταν πλησίον τν συκν ρινεο σιν,
δι' κα παραφυτεύουσι τας συκας ρινεος π τν
κρων πως κατ' νεμον πτσις ορία γίνηται, τας
μν πρωΐαις πρωΐους τας δ' ψίαις ψίους τας δ
μέσαις μέσους να κατ τν οκείαν ραν κάστοις
ρινασμς .


Theophrastus Phil., De causis plantarum (lib. 2-6)
Book 2, chapter 9, section 13, line 8

                                           Κα γρ   πεψία δι τοτο γίνεται κα ρινάζουσι κκείνους

πως πιμείνωσι· δι τς ατς δ' ατίας κα διφορο σιν νιοι δ κα τριφοροσιν ατν δι πλθος τροφς· φαιρουμένων γρ τν πρώτων ῥᾳδίως τερα φύουσι κα πάλιν τούτων τερα πληθύοντές τε τ γρότητι κα μέχρι τούτου κρατοντες π πλεον δ' ο δυνάμενοι δι τν περβολήν· μόνον γρ δ τοτο τν γρίων μετ' λίγων τελ φέρει τν καρπόν· ε μ

Theophrastus Phil., De causis plantarum (lib. 2-6)
Book 2, chapter 9, section 12, line 7

   Το δ συμμύειν ταν εσδύωσιν ο ψνες νάγκη τιν λέγειν ατίαν· πε τό

γ' κβόσκεσθαι τν γρότητα τν νυπάρχουσαν ο κείαν οσαν ληθς, δι' περ πρς τν πιμονν χρήσιμον, τ μέντοι σκα χείρω ποιε· κενωθέντα γρ τ
ριναστ μλλον πισπται κα πλείω τν πόν· θεν νιοί γ' οδ' ρινάζουσιν λλ κα πωλοντες κηρύττουσιν ς νερίναστα κα δοκε πολ διαφέρειν. 


Julius Pollux Gramm., Onomasticon
Book 7, section 143, line 6

κα συκωρο δ ο τ σκα φυλάττοντες καλοντ' ν, κα τ ργον
συκωρεν. κα ρινάζειν μν τ τ ριν φαιροντας ες θύλακα
κατατίθεσθαιριν γρ τ το ρινεο σκασυκάζειν δ τ
τ τς συκς, κα θριάζειν τ φυλλολογεν τν συκν. τ δ
ζα τ ν τος σύκοις ψνες κα κνπες, ριστοφάνους επόντος(Av 590)
  κνπες κα ψνες τς συκς ο κατέδονται.

σῡκωρός , fig-watcher, ib.140,143, Phot. = συκοφάντης, Sch.Ar.Pl.874.



Pausanias Attic., ττικν νομάτων συναγωγή
Alphabetic letter alpha, entry 121, line 3

  
τοτο δ' ρινάζειν λέγεται.


Pausanias Attic.,
ττικν νομάτων συναγωγή
Alphabetic letter epsilon, entry 67, line 1

 <
ρινάζειν>· λύνθους περιάπτειν τας μέροις συκας· π [τν] ρινεν τν
γρίων σύκων, ξ ν ο λεγόμενοι ψνες μετεισέρχονται ες τν τν μέρων συκν καρπν κα κρατύνουσιν ατν στε μ πορρυναι το δένδρου.

Phaenias Phil., Fragmenta
Fragment 29, line 3

         
κα τος ρινάζοντας τος ρινος κήρυκας λέγουσι.

Photius Lexicogr., Scr. Eccl., Theol., Lexicon (Α – Δ)
Alphabetic letter alpha, entry 1933, line 4

                                  <νηρίναστος συκ μ προσβέβληνται ο ρινεοί. ρινες
δέ στιν τς γρίας συκς καρπός, ν κα παρτσι τος μέροις, ς
ν ο ξ ατν καλούμενοι ψνες ες τος λύνθους μεταστάντες τελε-
σφορηθναι τούτους παρασκευάζωσι. τοτο δ' ρινάζειν λέγεται. ο δ
τ νηρίναστος ντ το μαλακς κα γονος.
  

Photius Lexicogr., Scr. Eccl., Theol., Lexicon (Ε – Ω)
Alphabetic letter epsilon, Page 14, line 1

<ρινάζειν>: λύνθους περιάπτειν τας μέραις συκας  π τν ρινεν κα γρίων συκν· ξ ν ο  λεγόμενοι ψνες μετεισέρχονται ες τν τν μέρων  συκν καρπν κα κρατύνουσιν ατόν· στε μ  πορρυναι τν δένδρων.


Eustathius Philol., Scr. Eccl., Commentarii ad Homeri Iliadem
Volume 4, page 395, line 12

   [Πολλαχο δ δηλώσεων γενομένων περ ρινεο ητέον κα νταθα, τι κατ τ

ρρέν, ς φησιν θήναιος, λέγεται ρινς γρία συκ, ξ ο πλεονασμ το <ε> παρ' μήρ ρινεός, κα τι κεθεν κα ῥῆμα ρινάζειν παρ Σοφοκλε. νθα
τν καρπν τ το δένδρου κάλεσεν νόματι, επν «πέπων ρινς χρεος ν
ες βρσιν λλους ξερινάζεις λόγ». παροιμιακν δ ατ τ νοήμα, μοιον τ
παίδευτος ν πς ν τέρους παιδεύσειας. κα τι στορεται ο μόνον
δίφορος ρινεός, λλά που κα τρίφορος, ς ν Κέ, κα τι κα λευκερινες εδός στι συκς, τις λευκά, φησίν, σως φέρει σκα.] (v. 218)

Hesychius Lexicogr., Lexicon (
ΑΟ)
Alphabetic letter epsilon, entry 5858, line 1
              
<ρινάδες>· λυνθοι. συκα ἄῤῥενες
<ρινάζειν>· συκς περιάπτειν τος ρινος r ες τελεσφορίαν
†<ρινάς>· νέας βος
 [<ρινάξαι>· τ λεγόμενον] <ρινάσαι>· πν> λεγομένων
 <ρινεν>. οτω δ λέγεται συκ φέρουσα λύνθους, ξ ν ο  
 ψνες γίνονται. Ψνες δέ εσι τ νθη τν ρινν. γίνονται δ
 π τν φοινίκων ρινοί
<ρινάσει>· ρωτήσει. ρευνήσει
<ρίνεμος>· νεμος μετ συστροφς
*<ρινε>· ρώτα A
*<ρινεός>· γρία συκ (Ζ 433) nps
<>ερινον>· νέφος
<ρινός>· λυνθος σκον ἄῤῥεν
<ρινύας>· τς μαρτίας νν n
<ρινύς>· *δαίμων καταχθόνιος r Avg. φροδίτη n εδωλον
*<ριο>· ργάζεται A


Hesychius Lexicogr., Lexicon (
ΑΟ)
Alphabetic letter kappa, entry 2560, line 3

<
κήρεα>· τ κέρδη
<Κήρυκες>· ο γγελοι, ο διάκονοι, ο τς πηρετικς πιτε-
 λοντες πράξεις. καλετο δ κα γένος θαγενν, π Κήρυκος
 το ρμο. Φανίας. κα τος ρινάζοντας τος ρινος <κήρυκας> λέγουσι
<κηρυκίνη>·
καταρωμένη
<κηρύκειον>· σκ
πτρον.
 <κήρυγμα>· χρεον. σθενές]  
<Κηρύκειον>· ρος τς φέσου r. p, φ' ο μυθεύουσι τν ρμν  κηρύξαι τς γονς ρτέμιδος


Scholia In Aristophanem, Commentarium in nubes (scholia recentiora Tzetzae)
Argumentum-dramatis personae-scholion sch nub, verse-column 509b, line 1

ρινάζειν στ τ λύνθους κρεμν τας συκας.

Suda, Lexicon
Alphabetic letter alpha, entry 2308, line 6

 
τοτο  δ' ρινάζειν λέγεται.





- H παρένθεση περί συκής θα συνεχισθεί στο επόμενο κείμενο ...

2 σχόλια:

ανώνυμοι είπε...

Διαβάζω στη «φιλοσοφία της ελληνικής τραγωδίας» στο http://hegel-platon.blogspot.com/ πως στον Αγαμέμνονα του Αισχύλου

«ο κήρυκας στοχάζεται κατά πόσο είναι φορέας ευτυχίας ή δυστυχίας και τούτο επιτρέπει να φωταγωγείται όλο το περιβάλλον των γλωσσικών σημάτων που πρόκειται να ακολουθήσουν. Εδώ έχουμε να κάνουμε με τη ζωντανή πολυμορφία της γλώσσας, η οποία (πολυμορφία) συνήθως εκδηλώνεται ως κίνηση από την όψη, τη θέα ή το ορατό, προς τον λόγο, προς το ποιητικό λέγειν και ομιλείν»

και δεν μπορώ να μην αναστοχάζομαι πάνω στο πώς οι «τας υπηρετικάς επιτελούντες πράξεις» κήρυκες και συκοφάντες μας θριαμβολογούν περί της αναγκαιότητας της ανυπαρξίας τους, συ(σ)κοτίζοντας το όποιο (μη) γλωσσικό περιβάλλον στο οποίο δεν ενδημεί πλέον η πολυμορφία της γλώσσας παρά μόνο μηχανικές επαναλήψεις στερεότυπων συστοιχιών από νεκρές λέξεις. Διάγουμε φαίνεται περίοδο ζώσας λήθης. Είθε ο ούριος άνεμος που θα πνεύσει απ’ τα ουράνια φέροντας μαζί του τις ερινύες των συκοφαντών, να ορνιάσει και το δέντρο της λήθης με α-ληθή πνοή.

Παρεμπιπτόντως, στην ανάλογη στήλη μου της δικής σας «ενδιαφέροντα ιστολόγια», δεν φαίνεται η τελευταία σας ανάρτηση και αναγράφεται ακόμα η «Συκήν δε και άμπελον Διόνυσος». Θα περιπλέχτηκαν φαίνεται οι ρίζες των ιερών δένδρων.

Ατάργα είπε...

Καλησπέρα Ανώνυμε ο κήρυξ ειναι και ο τελάλης και ο αποστολος και ο απεσταλμένος αλλα και ο πρεσβευτής και ο Ερμής αλλα και ο ιεροκήρυξ ...

Στην ουσία το "μέσον" μεταφοράς του λόγου, περί λόγων ο λόγος - συνήθως σε καιρό πολέμου φέρει λευκή σημαία ή μηνύματα ακομα και με περιστερές...

Οσο για τα κείμενα είναι γύρω στις 9-10 σελίδες οπότε δεν τα "σηκώνει"

καλο βράδυ

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...